Legislator Case Law & Legislation
1533/2016 AI generated

1533/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1533/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1533/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός από τα χρέη του πίνακα, για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τέλεσης τη συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση της καταβολής.

Keywords

AI generated
managing director's civil liability administrative status of officials liability of public officials financial administration running of the household executive competence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1533 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1533/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣT’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπουρονίκο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 1354/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμ. πρωτ…. /17.12.2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 44/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Η κρινόμενη από 14-12-2015 (αριθμ. γεν. πρωτ. …/ 17.12.2015) αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθμό 1354/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠοινΔ, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

ΙΙ] Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης αξιόποινης πράξης, δηλαδή μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/ 1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/ 1.1.2004, και πριν από την αντικατάστασή του από τις (δυσμενέστερες στη συγκεκριμένη περίπτωση) διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Κατά τη σαφή νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα.

Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός από τα χρέη του πίνακα, για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τέλεσης τη συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση της καταβολής.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α του ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη.

Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, κτλ), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή" (ΑΠ 1241/2014).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφορικά με το παραπάνω έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος.

Επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Στην περίπτωση κατά την οποία εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1354/2015 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών ανασταλείσα για τρία (3) έτη.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", με αριθμό μητρώου ... (βλ.

υπ’ αριθμ. 6274/1.9.1997 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ), η οποία στις 6.9.2000 τροποποιήθηκε και μετονομάστηκε σε "... Ανώνυμος Εμπορική και Τεχνική Εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "..." (βλ. τη δημοσιευθείσα σχετικώς ανακοίνωση στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ του ΦΕΚ 8837/27.9,2000). Ο κατηγορούμενος καμία συμμετοχή και με οποιαδήποτε ιδιότητα δεν είχε στη νέα εταιρεία.

Η ευθύνη του κατηγορουμένου εξικνείται μέχρι τις 27.9.2000, οπότε και αυτός ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας "...".

Συνεπώς, ο κατηγορούμενος είναι υπεύθυνος για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για τα εξής ποσά: α) του ΑΧΚ 66 των χρήσεων 1996 -1999 για όλο το ποσό ήτοι χρήση 1996 = 18.862,60 ευρώ, χρ. 1997 = 9.056,15 ευρώ, χρ. 1998 = 4.028 ευρώ και χρ. 1999 = 3.739 ευρώ και β) για τη χρήση του 2000 του ΑΧΚ 66 είναι συνυπεύθυνος για τα 8/12 αυτής, μέχρι δηλαδή το ποσό των 152.457,33 ευρώ (228.686 Χ 8/12) και όχι για το υπόλοιπο ποσό που υπεύθυνος είναι ο νέος Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της νέας εταιρίας "...", Γ. Κ. του Β., ο οποίος είναι και υπεύθυνος για τον ΑΧΚ …/2010 (βλ. σχετ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. …/23.6.2010 έγγραφο του Π.Ε.. Λάρισας προς τη Δ.Ο.Υ. Τυρνάβου).

Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος μόνον για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και για τα προαναφερόμενα εντάλματα και αθώος για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και τα ΑΧΚ του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Πρέπει, όμως, να αναγνωριστούν σ’ αυτόν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 β του Π.Κ., καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός οδηγήθηκε στην τέλεση της ανωτέρω πράξης από αίτια μη ταπεινά".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι: "στη Λάρισα κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1996 έως 27.9.2010, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με αριθμό μητρώου ... (βλ. υπ’ αριθμό 6274/1.9.1997 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ), η οποία στις 6.9.2000 τροποποιήθηκε και μετονομάστηκε σε "...

Ανώνυμος Εμπορική και Τεχνική Εταιρία", με το διακριτικό τίτλο "..." (βλ. τη δημοσιευθείσα σχετικώς ανακοίνωση στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ του ΦΕΚ 8837/27.9.2000), ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο Χρεών, που βεβαιώθηκαν στην αρμόδια Υπηρεσία, το έτος 2010, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως αναφέρεται αναλυτικά παρακάτω, και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφληση τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους.

Πιο συγκεκριμένα, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο τα εξής ποσά: α) του ΑΧΚ 66 των χρήσεων 1996 - 1999 ήτοι χρήση 1996 = 18.862,60 ευρώ, χρ. 1997 = 9.056,15 ευρώ, χρ. 1998 = 4.028 ευρώ και χρ. 1999 = 3.739 ευρώ και β) για τη χρήση του 2000 του ΑΧΚ 66 το ποσό των 152.457,33 ευρώ και συνολικά το ποσό των (18.862,60 + 9.056,15 + 4.028 + 3.739 + 152.862,60 ευρώ) 188.548,35 ευρώ, τα οποία βεβαιώθηκαν στην Α’ Δ.Ο.Υ.

Λάρισας σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών από το χρόνο που κατέστησαν αυτά ληξιπρόθεσμα)".

Το ίδιο δικαστήριο με άλλη διάταξή του κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο για το χρονικό διάστημα από τις 27-9-2000 και εντεύθεν και για το υπόλοιπο των χρεών που ανέρχεται στο ποσό των (2.472.256,08 - 188.548,35) 2.283.707,73 ευρώ, ενώ δέχθηκε, για την πράξη που κήρυξε αυτόν ένοχο, ότι ωθήθηκε στην τέλεσή της από αίτια μη ταπεινά.

Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Ειδικότερα, αναφέρονται: α) τα χρέη της εταιρείας, που αναγράφονταν στο σχετικό πίνακα της φορολογικής Αρχής, στην οποία ο αναιρεσείων ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, όταν αυτά γεννήθηκαν, β) η μη καταβολή αυτών στο χρόνο της βεβαίωσής τους, γ) ο ενυπάρχων δόλος, δηλαδή αυτός που ενυπάρχει στη θέληση του κατηγορουμένου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.

Κατ’ επέκταση η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε την ευθύνη του αναιρεσείοντος μόνον αντικειμενικώς και δεν παραβίασε τα άρθρα 2 και 7 του Συντάγματος ούτε προκάλεσε για το λόγο αυτόν ακυρότητα, υφίστατο δε διαμορφωμένη νομοτυπική μορφή του αδικήματος της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο πριν την τέλεσή του από τον αναιρεσείοντα, ενώ τα στοιχεία αυτού στην επίδικη περίπτωση αξιολογήθηκαν και αιτιολογήθηκε τόσο η μη καταβολή των χρεών όσο και ο δόλος του τελευταίου.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι από το 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχα για απουσία ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, που προκαλείται από την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 25 του ν. 1882/1990.

Η περιλαμβανόμενη στον τελευταίο λόγο αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (πίνακα χρεών) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-12-2015 (αριθμ. γεν. πρωτ. …/ 17.12.2015) αίτηση αναίρεσης του Σ. Μ. του Δ., κατά της υπ’ αριθμό 1354/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ