Legislator Case Law & Legislation
1533/2014 AI generated

1533/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1533/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1533/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι το ποσό της οφειλόμενης αποζημιώσεως στον αποχωρούντα μισθωτό καθορίζεται ανάλογα με τον χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσεως στον τελευταίο εργοδότη του, υπολογίζεται δε με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο πριν από την αποχώρησή του μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.

Keywords

AI generated
unemployment due to technical progress abandonment of employment redundancy cessation of gainful employment calculation of severance payment annual leave
AI generated
1782/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2510/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1461/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/3/2010 αίτησή της.
1136/2017
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 200, 288, 349, 351, 648, 652 παρ.1, 653 και 656 ΑΚ, 1, 3 και 7 του ν.
1033/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
521/2015
Επειδή, από τις διατάξεις του ν.1386/1983 "για τις προβληματικές επιχειρήσεις και τον Οργανισμό Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων" (στο εξής: ΟΟΑΕ) και των άρθρων 44 παρ.1, 46 παρ.1 και παρ.5 και 46α παρ.2 εδ. β' του ν. 1892/1990 "για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη" [που έχουν καταργηθεί με την εφαρμογή του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, στο εξής:
1401/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1533 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1533/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Παπουτσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΒΜ Ελλάς Συστήματα Επεξεργασίας Πληροφοριών ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χατζηϊωάννου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-10-2005 και 13-6-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση της συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνιος Επαγγελματικός Σύλλογος Υπαλλήλων ΙΒΜ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 961/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2174/2009 και 4465/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-12-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 26-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ και του άρθρου 1 της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 υπ' αριθμ. 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί προστασίας του ημερομισθίου", συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός), αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι το ποσό της οφειλόμενης αποζημιώσεως στον αποχωρούντα μισθωτό καθορίζεται ανάλογα με τον χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσεως στον τελευταίο εργοδότη του, υπολογίζεται δε με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο πριν από την αποχώρησή του μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.

Τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, χορηγούμενη όχι προσκαίρως, αλλά σταθερώς και μονίμως, ως τακτικό συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας. Άρα στις αποδοχές αυτές περιλαμβάνεται και η πρόσθετη αμοιβή για πρόσθετη τακτική εργασία του μισθωτού, που είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ, η παρεχόμενη από αυτόν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με τον εργοδότη, εντός του νομίμου ωραρίου, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με την αρχικώς συμφωνηθείσα και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.

Τα επιχειρήματα δε, νομικά ή πραγματικά, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή (απόφαση) μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 365/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας την εισαγωγή, διανομή, πώληση και εγκατάσταση ηλεκτρονικών υπολογιστών και προγραμμάτων λογισμικού και την επεξεργασία, τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη συστημάτων επεξεργασίας πληροφοριών και προγραμμάτων λογισμικού (software), προσέλαβε στις 26-4-1979 τον ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Στην επιχείρηση της εναγομένης, ο ενάγων απασχολήθηκε αρχικά ως εκπαιδευόμενος τεχνικός στα συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και, από το έτος 1980, ως τεχνικός συστημάτων. Από το έτος 1995 έως το έτος 1999 εργάσθηκε ως πωλητής στο Τμήμα Πωλήσεων και στη συνέχεια από το έτος 2000 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2003 απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Υπηρεσιών ως Διευθυντής Έργων.

Από 1-10-2003 απασχολήθηκε ως εσωτερικός πωλητής λογισμικού και ανανεώσεως των συμβολαίων συντηρήσεως του λογισμικού πελατών της εναγομένης. Από 1-10-2004 έως 31-12-2004 παραλλήλως προς την ως άνω εργασία του και εντός του νομίμου ωραρίου του, ο ενάγων εκτελούσε και τα καθήκοντα του Διευθυντή του Μεταφραστικού Κέντρου (Translation Center Program Manager), λόγω συνταξιοδοτήσεως του έως τότε διευθυντή αυτού Δ.

Μ., απασχολούμενος εκεί κατά το ήμισυ του ωραρίου του, ήτοι επί 20 ώρες ανά εβδομάδα, τουλάχιστον. Όπως δέχεται δε το Εφετείο, ουδέποτε είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, ότι ο ενάγων θα εκτελούσε τα καθήκοντα του Διευθυντή του Μεταφραστικού Κέντρου χωρίς αμοιβή. Αντιθέτως, με την από 3-3-2005 επιστολή του, ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών χωρίς επαύξηση των αποδοχών του.

Εξάλλου δε, η εναγομένη, με τις προτάσεις της, συνομολογεί ότι ο ενάγων, κατά το από 1-10-2004 έως 31-12-2004 χρονικό διάστημα, ασκούσε και τα καθήκοντα του Διευθυντή του Μεταφραστικού Κέντρου. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, όπως αποδείχθηκε, από 1-1-2005 ο ενάγων τοποθετήθηκε στη θέση του Διευθυντή του Μεταφραστικού Κέντρου, παράλληλα, όμως, με τα κύρια αυτά καθήκοντά του, εκτελούσε, εντός του νομίμου ωραρίου του, απασχολούμενος κατά το ήμισυ αυτού, ήτοι επί 20 ώρες εβδομαδιαίως, τουλάχιστον, και τα καθήκοντα του εσωτερικού πωλητή, που είχαν σχέση με την μέσω τηλεφώνου ανανέωση και συντήρηση των προγραμμάτων λογισμικού.

Για την πρόσθετη αυτή εργασία του, εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας του, και δη του Διευθυντή του Μεταφραστικού Κέντρου κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2004 έως 31-12-2004 και του εσωτερικού πωλητή κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως τις 30-4-2006, που ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς, σε ηλικία 62 ετών, από την επιχείρηση της εναγομένης, η οποία (πρόσθετη εργασία του), κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν ήταν συναφής με την αρχικώς συμφωνηθείσα και παρεχόταν συνήθως μόνον έναντι αμοιβής, εδικαιούτο αυτός πρόσθετη αμοιβή και, ειδικότερα, εδικαιούτο τον συνηθισμένο μισθό, δηλαδή τον μισθό, που η εναγομένη θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό που θα παρείχε την ίδια εργασία, υπό τις ίδιες εν γένει συνθήκες.

Η εναγομένη - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - στα πλαίσια της ακολουθούμενης πολιτικής της για την ενδυνάμωση και διατήρηση του ενδιαφέροντος του προσωπικού της για την εργασία του, αλλά και για την δημιουργία κινήτρων για πρόωρη αποχώρηση από την υπηρεσία στελεχών μεγαλύτερης ηλικίας και ανανέωση έτσι του προσωπικού της, εφαρμόζει, οικειοθελώς, επί σειρά ετών, συνταξιοδοτικά προγράμματα, τα οποία καλύπτουν, τόσο την περίπτωση της κανονικής όσο και της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως του προσωπικού της, ενώ κατά καιρούς και για την επίτευξη της ταχύτερης ανανεώσεως των στελεχών της εφαρμόζει, επί πλέον, έκτακτα προγράμματα κινήτρων εθελουσίας αποχωρήσεως, περιορισμένης χρονικής διάρκειας, ή και σχετικές ατομικές συμφωνίες.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι από τον Ιούνιο του έτους 2003, η εναγομένη έθεσε σε εφαρμογή για όλους τους υπαλλήλους της, που είχαν προσληφθεί έως 31-12-1996 (εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται 2006), ένα νέο, πλήρες συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, που ονόμασε Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Παροχών (Σ.Π.Κ.Π.), το οποίο κάλυπτε, τόσο την περίπτωση της κανονικής όσο και την περίπτωση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως και ήταν συμπληρωματικό του νομοθετημένου από την πολιτεία κύριου και επικουρικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως.

Στο πρόγραμμα αυτό υπαγόταν και ο ενάγων, ως προσληφθείς στις 26-4-1979, λόγω δε της έκτοτε συνεχούς και ομοιόμορφης εφαρμογής του στους συνταξιοδοτούμενους υπαλλήλους της εναγομένης, αποτέλεσε όρο της συμβάσεως εργασίας των υπαλλήλων, τους οποίους αφορούσε, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, με υποχρεωτική ισχύ, απορρέουσα από την σιωπηρή δήλωση βουλήσεως των μερών.

Σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω Προγράμματος, όλοι οι υπάλληλοι, που προσλήφθηκαν από την εναγομένη έως τις 31-12-1996, δύνανται να συνταξιοδοτηθούν: α) Με κανονική συνταξιοδότηση, την πρώτη ημέρα του επόμενου μηνός, μετά την συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους και μέχρι την συμπλήρωση του 65ου έτους (άνδρες και γυναίκες), β) Με πρόωρη συνταξιοδότηση, στο τέλος οποιουδήποτε μήνα, μετά την συμπλήρωση της ηλικίας των 52 ετών και συντάξιμης υπηρεσίας 15 ετών στην εναγομένη.

Για τους κανονικώς συνταξιοδοτούμενους, όπως ο ενάγων, ο οποίος απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης έως τις 30-4-2006, που αποχώρησε οικειοθελώς, σε ηλικία 62 ετών, έχοντας συμπληρώσει σ' αυτήν 27 έτη υπηρεσίας, το ως άνω Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα προέβλεπε τις ακόλουθες παροχές: α) Ισόβια ετήσια σύνταξη, υπολογιζόμενη σύμφωνα με σχετικό όρο του Προγράμματος, η οποία, μετά την 1-12-2002, μπορούσε να εισπραχθεί και εφάπαξ κατά την λύση της συμβάσεως εργασίας και ήταν καταβλητέα από συμβεβλημένη με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και β) Εφάπαξ ποσό, ίσο με το 75% της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (Ν. 2112/1920), σύμφωνα με τα έτη υπηρεσίας στην εναγομένη, το οποίο ποσό ήταν καταβλητέο από την ίδια.

Βάση για τον υπολογισμό των παραπάνω παροχών αποτελούσε ο "συντάξιμος μισθός". Ο όρος "συντάξιμος μισθός" σημαίνει τον ετήσιο μέσο όρο των αποδοχών των τριών ημερολογιακών ετών πριν από το έτος συνταξιοδοτήσεως ή αποχωρήσεως ή με οποιονδήποτε τρόπο λύσεως της συμβάσεως εργασίας με την εναγομένη. Για το επιπλέον της τριετίας και μέχρι την ημερομηνία αποχωρήσεως διάστημα, ως συντάξιμος μισθός θεωρείται ο μέσος όρος των αποδοχών του παραπάνω διαστήματος.

Όπως αναφέρεται δε στο εν λόγω Πρόγραμμα, για τους σκοπούς αυτού, στις αποδοχές περιλαμβάνονται ο μηνιαίος ονομαστικός μισθός (reference salary), τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας. Δεν περιλαμβάνονται έκτακτες παροχές, υπερωρίες, δωρεές, έκτακτα επιδόματα, ωφελήματα σε είδος, λειτουργικές δαπάνες και δαπάνες κάθε είδους.

Από 1-1-2002 για τα μέλη που εντάσσονται σε Προγράμματα Κινήτρων Πωλήσεως, αντί του συντάξιμου μισθού εφαρμόζεται ο ειδικός συντάξιμος μισθός, όπως περιγράφεται σε εξατομικευμένη επιστολή προς αυτά. Το Performance Bonus Program (κυμαινόμενες αποδοχές) περιλαμβάνεται στον συντάξιμο μισθό, όπως ορίζεται στην ετήσια ανακοίνωση του Προγράμματος Performance Bonus.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε - συνεχίζει το Εφετείο - ότι κατά την αποχώρησή του ο ενάγων εισέπραξε το ποσό των 171.091,13 ευρώ από την ασφαλιστική εταιρεία American Life Insurance Company (ALICO) προς εφάπαξ ολοσχερή εξόφληση του ποσού, στο οποίο επέλεξε να μετατραπεί το σύνολο της ισόβιας συντάξεώς του, κατά την συνταξιοδότησή του.

Εισέπραξε ακόμη ο ενάγων, βάσει του ως άνω Προγράμματος, το εφάπαξ ποσό των 67.197,38 ευρώ και, μετ' αφαίρεση του αναλογούντος φόρου, το ποσό των 57.757,90 ευρώ, προς εξόφληση του 75% της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Ειδικότερα - όπως δέχεται το Εφετείο - το εφάπαξ ποσό της αποζημιώσεως ισούται με το 75% του ποσού, που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ποσού του συντάξιμου μισθού του τελευταίου μηνός προ της αποχωρήσεως επί τον αριθμό των μηνών αποζημιώσεως, οι οποίοι, σύμφωνα με το Ν. 2112/1920, με βάση τα έτη υπηρεσίας του ενάγοντος (27 έτη), ανέρχονται σε 23 μήνες.

Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι βάσει των όρων του εν λόγω Συνταξιοδοτικού Προγράμματος, ο συντάξιμος μισθός περιλαμβάνει τον μηνιαίο ονομαστικό μισθό, τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας και διαφέρει (ο συντάξιμος μισθός) από τις καταβαλλόμενες στον ενάγοντα τακτικές αποδοχές κατά την διάρκεια της εργασιακής του συμβάσεως, με τον προαναφερόμενο δε όρο του συνταξιοδοτικού προγράμματος γίνεται απλώς παραπομπή στο Ν. 2112/1920 για τον τρόπο υπολογισμού της αποζημιώσεως, δηλαδή πόσους μήνες αποζημιώσεως (ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας) δικαιούται ο αποχωρών υπάλληλος, ώστε πολλαπλασιαζομένων των μηνών αυτών επί τον συντάξιμο μισθό και επί 75%, να προκύπτει το ύψος της αποζημιώσεως.

Συνεπώς - καταλήγει το Εφετείο - εφόσον το εφάπαξ ποσό, ίσο με το 75% της αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, που δικαιούται ο ενάγων, υπολογίζεται με βάση τον συντάξιμο μισθό, σύμφωνα με την συμβατική δέσμευση, η οποία απορρέει από την προαναφερόμενη επιχειρησιακή συνήθεια της εναγομένης, δεν περιλαμβάνεται σ' αυτό (εφάπαξ ποσό) η πρόσθετη αμοιβή για την πρόσθετη εργασία του ενάγοντος, ούτε το επίδομα παραγωγικότητας και ως εκ τούτου, δεν δικαιούται αυτός άλλο ποσό, πλέον του καταβληθέντος από την εναγομένη, το οποίο υπολογίσθηκε, βάσει του Συνταξιοδοτικού Προγράμματος Καθορισμένων Παροχών, στο ως άνω ποσό των 67.197,38 ευρώ, χωρίς να συνυπολογισθούν η πρόσθετη αμοιβή για την πρόσθετη εργασία του και το επίδομα παραγωγικότητας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως της εναγομένης, απέρριψε το αίτημα της ένδικης από 13-6-2006 αγωγής για επιδίκαση στον ενάγοντα του αναφερόμενου ποσού, πλέον του καταβληθέντος σ' αυτόν ως άνω ποσού των 67.197,38 ευρώ, εξαφανίζοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2004 έως την λύση της εργασιακής του συμβάσεως, στις 30-4-2006, προσέφερε ανελλιπώς πρόσθετη εργασία, για την οποία εδικαιούτο και έπρεπε να λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή (τον συνηθισμένο μισθό), και ότι η πρόσθετη αμοιβή για πρόσθετη τακτική εργασία του μισθωτού περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές του και συνυπολογίζεται για τον καθορισμό της αποζημιώσεως απολύσεώς του (βλ.

την μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως), δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του το Εφετείο, διευκρινίζοντας, γιατί η πρόσθετη αυτή αμοιβή (ο συνηθισμένος μισθός) που εδικαιούτο ο αναιρεσείων δεν υπάγεται στην έννοια του ως άνω "συντάξιμου μισθού", ενόψει μάλιστα και του ότι, όπως προκύπτει από το εν λόγω Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα (ΣΠΚΠ), πρόθεση της αναιρεσίβλητης ήταν να εξαιρέσει από την έννοια του "συντάξιμου μισθού" μόνο τις έκτακτες παροχές και όχι τις τακτικές.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα, αν στο οφειλόμενο στον αναιρεσείοντα εφάπαξ ποσό, ίσο με το 75% της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως (Ν. 2112/1920), έπρεπε να συνυπολογισθεί ή όχι και η πρόσθετη αμοιβή του (συνηθισμένος μισθός) για την πρόσθετη εργασία, που και το Εφετείο δέχθηκε ότι όντως προσέφερε, πλην όμως έκρινε ότι δεν υπάγεται - η πρόσθετη αμοιβή - στην έννοια του "συντάξιμου μισθού", είναι βάσιμος.

Γι' αυτό και, ως προς το παραπάνω πληττόμενο κεφάλαιό της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του ίδιου (πρώτου) λόγου της αναιρέσεως, κατά τα από το άρθρο 559 αριθμ. 20 και 11 ΚΠολΔ μέρη του, με τα οποία πλήττεται το αυτό κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

H επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζόμενους την χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες παροχές στους εργαζόμενους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζόμενους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης.

Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται, δηλαδή, το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στο ύψος των καταβαλλόμενων αποδοχών. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 119) αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, επιβάλλει όπως ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του, να μην εξαιρεί από αυτήν κάποιον ή κάποιους από τους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια εργασία, κάτω υπό τις ίδιες συνθήκες, προς εξυπηρέτηση της αυτής κατηγορίας αναγκών της επιχειρήσεως.

Έτσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν την προϋπόθεση και το κύριο αντικείμενο, τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας - πρακτικής της εκμετάλλευσης, όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Κατά συνέπεια, η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατόν να θεμελιώνεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Γι' αυτό, αν ο εργοδότης, παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στον χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας, με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτήν έναν ή περισσότερους εργαζομένους, τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση, που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση, που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Στην περίπτωση αυτή, αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας, ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση, βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για την θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την ένδικη αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως έξι (6) επιπλέον μηνιαίων μισθών, ως οικειοθελή παροχή κατά την αποχώρησή του, με βάση την επικαλούμενη επιχειρησιακή συνήθεια της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Εκτός από το Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Παροχών, που αφορούσε όλους τους υπαλλήλους της, η εναγομένη κατάρτιζε ατομικές συμβάσεις με μεμονωμένους υπαλλήλους της, τους οποίους θεωρούσε αντιπαραγωγικούς ή όχι επαρκώς ικανούς για τις ανάγκες και την επίτευξη των στόχων της, με τις οποίες τους πρότεινε και εξασφάλιζε σ' αυτούς ειδικά κίνητρα για την πρόωρη αποχώρησή τους, επιλέγοντας έτσι ένα ηπιότερο μέτρο, έναντι του επαχθέστερου της απολύσεώς τους.

Οι όροι των συμβάσεων αυτών ήταν εξατομικευμένοι και αφορούσαν εργαζόμενους, των οποίων η εναγομένη επιθυμούσε την αποχώρηση. Ειδικότερα δε, καθ' όσον αφορά τους κατονομαζόμενους από τον ενάγοντα συναδέλφούς του, Γ. Μ., Σ. Ζ., Ν. Φ. και Έ. Τ., η εναγομένη επιδίωξε, με την παροχή του πρόσθετου κινήτρου, ήτοι της καταβολής στον καθένα από αυτούς διαφορετικού χρηματικού ποσού και συγκεκριμένα στον Γ.

Μ. του ποσού των 25.410 ευρώ, στον Σ. Ζ. του ποσού των 26.000 ευρώ, στον Ν. Φ. του ποσού των 16.917,60 ευρώ και στον Έ. Τ. του ποσού των 24.337,60 ευρώ, ως εφάπαξ οικειοθελή παροχή, βάσει ειδικής με τον καθένα συμφωνίας, την αποχώρησή τους, λόγω της μέτριας αποδόσεως αυτών και λόγω προβλημάτων υγείας ή λόγω αναδιαρθρώσεως του κλάδου οικονομικών υπηρεσιών, στην περίπτωση του Έ.

Τ.. Υπό τα περιστατικά αυτά - έκρινε το Εφετείο - ο χειρισμός από την εναγομένη των παραπάνω περιπτώσεων δεν ήταν μακροχρόνιος, ούτε ομοιόμορφος ή απρόσωπος, ώστε να συναχθεί ότι υφίσταται πρακτική της εκμεταλλεύσεώς της και, συνεπώς, εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση αυτής. Ούτε αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε αυθαίρετη συμπεριφορά της η μη καταβολή στον ενάγοντα επιπλέον χρηματικού ποσού κατά την αποχώρησή του, αλλά, αντιθέτως, ότι ήταν δικαιολογημένη, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, εφόσον ο ενάγων διέφερε από τους προαναφερόμενους συνάδελφους του ως προς την επαγγελματική κατάσταση και τα προσόντα.

Εξάλλου - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω χρηματικά ποσά, τα οποία κατέβαλε η εναγομένη στους συγκεκριμένους συνάδελφους του ενάγοντος κατά την αποχώρησή τους, αντιστοιχούσαν σε έξι (6) μηνιαίους μισθούς.

Συνεπώς - καταλήγει το Εφετείο - εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται επιχειρησιακή συνήθεια, αλλά ούτε και παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, το σχετικό αγωγικό αίτημα να επιδικασθούν στον ενάγοντα, πλέον του 75% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, και οι πλήρεις αποδοχές έξι (6) ακόμη μηνών, που οικειοθελώς κατέβαλε η εναγομένη στους συνάδελφους του κατά την αποχώρησή τους, πρέπει να απορριφθεί.

Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αλλά αντίθετα με σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές σκέψεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή όχι ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ και των άρθρων 288 ΑΚ και 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος, απέκλεισε τόσο την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας, που θα μπορούσε να στηρίξει σιωπηρή συμφωνία καταβολής επιπλέον μηνιαίων μισθών, ως ειδικό κίνητρο για την πρόωρη συνταξιοδότηση των υπαλλήλων της, όσο και την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, με το να δεχθεί, ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία κατήρτιζε ατομικές ειδικές συμβάσεις με μεμονωμένους υπαλλήλους της (μεταξύ των οποίων και οι ενδεικτικά αναφερόμενοι από τον αναιρεσείοντα), τους οποίους θεωρούσε αντιπαραγωγικούς και όχι πάντως ικανούς, λόγω της μέτριας αποδόσεώς τους, αλλά και λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζαν, για την επίτευξη των επιχειρηματικών στόχων της, και ότι με τις συμβάσεις αυτές αναλάμβανε την δέσμευση παροχής στους παραπάνω υπαλλήλους και μόνον επιπλέον χρηματικού ποσού, που διέφερε ως προς το ύψος κατά περίπτωση, προκειμένου αυτοί να αποχωρήσουν πρόωρα από την επιχείρησή της.

Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματός του, το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, διατυπώνεται σαφώς.

Μετά από αυτά, η υπόθεση, κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, που αναφέρεται στις αποδοχές που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του οφειλομένου στον αναιρεσείοντα εφάπαξ ποσού, ίσου με το 75% της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως (Ν. 2112/ 1920), πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4465/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ