1533/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1533/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν Β.Ρ. δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1533 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1533/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ο.Τ.Α. "ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στο Βόλο Ν. Μαγνησίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2. Ε. Ζ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βαρότσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2007 (που διορθώθηκε με την 93/2008) του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-12-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 23-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 εδάφ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί και οι πλατείες, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν στο Δήμο ή στην Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως οδών ή πλατειών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμάίκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 Πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρόϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν Β.Ρ. δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983, ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσης, που έχουν σχηματιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων και βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, σε περίπτωση δε που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από ενέργειες του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ1 ανοχή του ιδιοκτήτη.
Έτσι, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις. (ΑΠ 15/2004). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 ΝΔ 690/1948 και 2 παρ.1 εδ. α',3 παρ. 2, 7 παρ. 1 και 2 ΝΔ της 17-7/16-8-1923 περί σχεδίων πόλεων, συνάγεται ότι οι εδαφικές εκτάσεις που αφέθηκαν από τους ενδιαφερομένους ιδιοκτήτες τους με σκοπό να καταστούν κοινόχρηστοι χώροι (άλση, πλατείες, οδοί κ.λ.π) και χαρακτηρίζονται ως τοιούτοι από το αρχικό ή κατά τροποποίηση σχέδιο ρυμοτομίας οικισμού που εγκρίθηκε με επίσπευση των ιδιοκτητών, από και δια της εγκρίσεως του περιέρχονται στην προβλεπόμενη κοινή χρήση και στον κατά το νόμο κύριο των κοινοχρήστων, χωρίς ανάγκη συντάξεως σχετικής συμβολαιογραφικής πράξεως και μεταγραφής της.
Αυτονόητο αποβαίνει, ότι, αν κατά την έγκριση ή τροποποίηση του σχεδίου περιληφθούν σ' αυτό άλλοι κοινόχρηστοι χώροι, επέρχεται συμψηφισμός και οι επισπεύδοντες δεν λογίζονται ότι παραιτήθηκαν για την έκταση πέρα από εκείνη που πρότειναν, ούτε και από την ελάσσονα από εκείνη που καταλήφθηκε. Διαφορετική εκδοχή θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 17 του Συντάγματος, διότι η απώλεια της κυριότητας των ενδιαφερομένων δεν θα ήταν σύμφωνη με τη βούληση τους (Ολ.ΑΠ 228/83, Ολ.ΣτΕ. 744/87).
Ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.ρ.δ., των νόμων 8 παρ.1 Κωδ.(7.39),9 παρ.1, Β (50.14), 2 παρ.20 Πανδ.(41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ.(32.3), που ίσχυσαν και στη Θεσσαλία από την απελευθέρωσή της, δηλαδή από το έτος 1882, προϋπόθεση της χρησικτησίας ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ" αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέλος, για την ίδρυση του από το αρθρ. 559 αριθ.1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο κείται στην πόλη του Βόλου εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου στην περιοχή "Άναυρος" και συγκεκριμένα στην οδό ..., εκτείνεται δε πέραν της διασταυρώσεως της οδού αυτής με την οδό ...
και έχει εμβαδόν 1.384,90 τ.μ., εμφαίνεται δε στο από Δεκεμβρίου του 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Σ. μεταξύ των στοιχείων Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Υ-Α και συνορεύει ... Την κυριότητα του προπεριγραφόμενου ακινήτου ισχυρίζονται οι (ήδη αναιρεσίβλητοι) ενάγοντες, απέκτησαν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας,,ενώ αντίθετα ο εκκαλών Δήμος ισχυρίζεται ότι από το 1923 αποτελεί δημοτική οδό και ετέθη έκτοτε στην κοινή χρήση με τη θέληση των ιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι με το ΠΔ 1/7-7-1932 εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως του Βόλου, το οποίο προέβλεπε την απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου λόγω ρυμοτομίας για τη δημιουργία άλσους σε τμήμα της οδού ... και συγκεκριμένα από την οδό ... μέχρι την οδό ...
και προς διάνοιξη των οδών αυτών. Για την εφαρμογή του ρυμοτομικού αυτού σχεδίου, και επειδή δεν ήταν πλέον δυνατή η αξιοποίηση του επίδικου ακινήτου λόγω της ρυμοτομίας, μετά από αίτηση των εφεσίβλητων (αναιρεσιβλήτων) συνετάγη η υπ αριθ. 11/1959 πράξη τακτοποιήσεως, προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως του Πολεοδομικού Γραφείου Μαγνησίας και καθορίσθηκαν μ' αυτή οι υπόχρεοι προς αποζημίωση του άνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου, του οποίου ιδιοκτήτες φέρονται οι (ήδη αναιρεσίβλητοι) ενάγοντες.
Την πράξη αυτή συνόδευε το από 20-11-1959 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Τ., το οποίο συνετάγη "... κατόπιν επιτόπιου μεταβάσεως και καταμετρήσεως των ιδιοκτησιών σύμφωνα με τα υποδειχθέντα όρια ..." όπως αναφέρεται στην εν λόγω πράξη και στο οποίο εμφαίνεται η φερόμενη ως ιδιοκτησία των εναγόντων, η οποία ρυμοτομείτο για την εφαρμογή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως.
Το ακίνητο αυτό επίσης εμφαίνεται και στο από Φεβρουαρίου του 1955 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Α. μεταξύ των στοιχείων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 1 και ειδικότερα η έκταση η προοριζόμενη για τη δημιουργία του άλσους επί της οδού ... εμφαίνεται μεταξύ των στοιχείων 9, 10, 3, 4, 11, 12, 9 με εμβαδόν 831,5 τ.μ., η δε έκταση η προοριζόμενη για τη διάνοιξη των άνω οδών εμφαίνεται μεταξύ των στοιχείων 12, 11, 4, 5, 6, 7, 12 και με εμβαδόν 518 τ.μ.
Στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 337/1961 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Βόλου καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα με την άνω πράξη ακίνητα το ποσό των 80 δρχ. ανά τ.μ., ο εκκαλών δε (και ήδη αναιρεσείων) Δήμος Βόλου είχε υποχρέωση σύμφωνα με την άνω υπ' αριθ. 11/1959 πράξη να αποζημιώσει τους εφεσίβλητους, φερομένους με την πράξη αυτή ως δικαιούχους αποζημιώσεως, για τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εμβαδού 466 τ.μ., πλην όμως ο υπόχρεος προς καταβολή της αποζημιώσεως Δήμος αρνείτο να καταβάλει την ορισθείσα αποζημίωση.
Έτσι οι ενάγοντες με την από 22-8-1967 αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου των εν Βόλω Πρωτοδικών κατά του εκκαλούντος Δήμου, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους καταβάλει την καθορισθείσα με την άνω απόφαση αποζημίωση ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 37.280 δρχ. (ήτοι 466 τ.μ. Χ 80 δρχ.), η αγωγή δε αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1163/1967 απόφαση του άνω Δικαστηρίου και ο εκκαλών, ο οποίος ήταν παρών κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, υποχρεώθηκε να καταβολή στους τότε ενάγοντες το παραπάνω ποσό.
Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής ο Δήμος Βόλου δεν κατέβαλε και πάλι το ποσό της αποζημιώσεως και οι ενάγοντες ως δικαιούχοι αυτής προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας αιτούμενοι την άρση της απαλλοτριώσεως. Με την υπ' αριθ. 528/1975 απόφαση του άνω Δικαστηρίου έγινε δεκτό, ότι έχει αρθεί η απαλλοτρίωση του επιδίκου, χωρίς όμως να αποχαρακτηρισθεί αυτό ως ρυμοτομούμενη έκταση.
Περαιτέρω με το από 18-10-1977 ΠΔ "Περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Βόλου εγκρίνεται εκ νέου η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Βόλου στην οδό ... και το επίδικο χαρακτηρίζεται και πάλι ως άλσος. Στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 153/1980 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου προτείνεται πάλι η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου στο υπ' αριθ. 777α ΟΤ, στο οποίο κείται και το επίδικο, και συγκεκριμένα προτείνεται 1) η κατάργηση του ΟΤ 777α και η τοποθέτηση των οικοδομικών γραμμών σε επαφή με τις υπάρχουσες οικίες, 2) η δημιουργία πρασίνου ενδιάμεσα της οδού ...
και 3) η μετατόπιση της ρυμοτομικής γραμμής της οδού ... με την ... στον τοίχο περιτοίχησης του Γενικού Νοσοκομείου ...". Το 1986 το επίδικο χαρακτηρίστηκε και πάλι άλσος, το 1987 δε με το από 2210/741/9-9-87 της Δ/νσης Τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Βόλου καλούνται οι ιδιοκτήτες ακινήτων που βρίσκονται στην οδό ... για να υποδείξουν τις ιδιοκτησίες τους, με σκοπό τη σύνταξη νέας πράξης τακτοποιήσεως, συνετάγη δε η υπ' αριθ. 6 ΔΒ/93 πράξη προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού ιδιοκτησιών της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Βόλου, στην οποία δεν περιλαμβάνεται πλέον η φερόμενη ως άνω ιδιοκτησία των εναγόντων και με το υπ' αριθ.
Π 4084/20-7-1993 έγγραφο η άνω υπηρεσία γνωστοποιεί στους τελευταίους ότι κατά την άποψη της "... η ιδιοκτησία τους έχει περιέλθει στην κοινή χρήση και ανήκει στον οικείο Δήμο" με την υπ' αριθ 7390/1995 δε απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας η άνω πράξη ακυρώθηκε, αφού προσέφυγαν κατ' αυτής, εκτός των άλλων ιδιοκτητών, και οι ενάγοντες.
Από τα ίδια όμως ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε είχε τεθεί στην κοινή χρήση με τη θέληση των εναγόντων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών, ή σε κάθε περίπτωση η πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε σχετικά με τη χρήση του διατηρήθηκε επί μακρόν με την ανοχή των ιδιοκτητών του7 με συνέπεια ο εκκαλών να αποκτήσει την κυριότητα του κατ' άρθρο 28 ν. 1337/1983.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό ρυμοτομήθηκε με το κατά το έτος 1930 εφαρμοσθέν ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως του Βόλου, όπως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια, μέχρι τότε δε είχε το εν λόγω ακίνητο στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Α. Π. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών μέχρι του επισυμβάντος θανάτου του το έτος 1941, ασκούσε δε επ' αυτού υλικές εμφανείς πράξεις νομής, ήτοι το επισκεπτόταν και το επέβλεπε.
Με την από 1-3-1940 μυστική διαθήκη ο Α. Π. εγκατέστησε κληρονόμους του τους ενάγοντες στους οποίους κατέλειπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, πλην ενός ελαιοπερίβολου κειμένου στη θέση Άγιος Δημήτριος, έτσι περιήλθε στους τελευταίους με καθολική διαδοχή η νομή του επίδικου ακινήτου το οποίο έκτοτε είχαν αυτοί στη φυσική τους εξουσία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946 και ανεξάρτητα από την ύπαρξη αυτής στη συνέχεια, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκούσαν δε επ' αυτού τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Είναι γεγονός ότι ο εκκαλών Δήμος σ' όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την κατά το έτος 1993 σύνταξη της άνω πράξεως τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, το οποίο και τώρα δεν αμφισβητεί, ισχυρίζεται όμως ότι το επίδικο ακίνητο αφέθηκε στην κοινή χρήση με τη θέληση των εναγόντων, με αποτέλεσμα να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου, ως δημοτική οδός.
Τέτοια θέληση όμως των εναγόντων σιωπηρή ή ρητή να αφεθεί το επίδικο στην κοινή χρήση ουδόλως αποδείχθηκε, αντίθετα οι ενάγοντες από το έτος 1948 επιδιώκουν να λάβουν την αποζημίωση για τη γενόμενη λόγω της ρυμοτομίας απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου, το οποίο δεν μπόρεσαν οι ενάγοντες να αξιοποιήσουν λόγω της εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου και επειδή δεν ήταν δυνατή η καθ' οιονδήποτε τρόπο επέμβαση, αφού ο εκκαλών δεν επέτρεπε ακόμη και την περιτοίχησή του.
Άλλωστε σε όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε οι ενάγοντες εκδήλωναν την πρόθεσή τους να εξουσιάζουν το επίδικο ασκώντας τις προαναφερόμενες πράξεις νομής αλλά και τις παρακάτω, οι οποίες είναι δηλωτικές της θέλησης εξουσιάσεως του ακινήτου αυτού με διάνοια κυρίου. Συγκεκριμένα: 1- Με το υπ' αριθ. 1700/1948 έγγραφο των ασκούντων την πατρική εξουσία γονέων επί των ανηλίκων τότε εναγόντων, ζητήθηκε από το Δήμο Παγασών η καταβολή αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση του επιδίκου λόγω ρυμοτομίας και το εν λόγω δικαίωμα τους αναγνωρίζει ο Δήμος με τα από 25-2-1948, 8-7-1948 και 8-10-1948 έγγραφα του που απευθύνει στους γονείς των εναγόντων. 2- Τη σύνταξη της άνω με αριθ. 11/1959 πράξης τακτοποιήσεως μετά από αίτηση των εναγόντων και των άνω υπ' αριθ. 337/1961, 1163/67 και 528/1975 αποφάσεων του Προέδρου Πρωτοδικών Βόλου, του Πρωτοδικείου Βόλου και του Συμβουλίου Επικρατείας. 3- Την άσκηση της υπ' αριθ. 180/1980 αίτησης κατά του Ν.
Ζ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθούν προσωρινά νομής τμήματος του επιδίκου πλησίον της οδού ..., επί της αιτήσεως δε αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 254/1980 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, 4- Την άσκηση της 560/1983 αγωγής κατά του εκκαλούντος για την αναγνώριση της κυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου, η οποία τελικώς απερρίφθη με την άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου μετά από μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα. 5- Την άσκηση εκ μέρους των εναγόντων της υπ' αριθ.
κατ. 91/1982 αγωγής κατά της Α. Ζ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 62/1991 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία οι ενάγοντες αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι του τμήματος εμβαδού 100 τ.μ. του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Όλες οι άνω πράξεις νομής εκ μέρους των εναγόντων με διάνοια κυρίου είναι δηλωτικές της θέλησης εξουσιάσεως του επίδικου ακινήτου, τη νομή του οποίου αυτοί δεν απώλεσαν αφού δεν είναι απαραίτητη για την άσκηση αυτής η συνεχής φυσική εξουσίαση του πράγματος.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω το επίδικο ακίνητο δεν έλαβε το χαρακτήρα του κοινοχρήστου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε βούληση των εναγόντων σιωπηρή συναγόμενη από τις ενέργειες τους ή ρητή να αφεθεί αυτό στην κοινή χρήση, αλλά αντίθετα το ακίνητο αυτό χαρακτηρίστηκε δημοτική οδός από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως Βόλου, γι' αυτό ο περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμός του εκκαλούντος ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Επίσης ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων εγκατέλειψε το επίδικο ακίνητο με πρόθεση να καταστεί αυτό αδέσποτο, με συνέπεια να περιέλθει η κυριότητα του επιδίκου στο Δημόσιο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι είναι αληθής. Αντίθετα ο δικαιοπάροχος των εναγόντων μέχρι του επισυμβάντος το έτος 1941 θανάτου του, ως προαναφέρεται, είχε στη φυσική του εξουσία το επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.
Μετά το θάνατο δε αυτού και μέχρι της εισαγωγής του ΑΚ στις 23-2-1946, οι ενάγοντες, αφού απέκτησαν τη νομή του με καθολική διαδοχή, είχαν το εν λόγω ακίνητο στη φυσική τους εξουσία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και στη συνέχεια μέχρι το έτος 1993 ανεξάρτητα από την ύπαρξη αυτής, αποκτήσαντες έτσι την κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δικαίωμα το οποίο ο εκκαλών Δήμος δεν αμφισβήτησε από το έτος 1948 αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή του προς αποζημίωση των εναγόντων, πλην όμως πρόσφατα με τη σύνταξη της άνω πράξης αμφισβητεί πλέον το δικαίωμα αυτό των εναγόντων.
Με βάση τα ανωτέρω και τη διατυπωθείσα εκ μέρους του εκκαλούντος αμφισβήτηση του δικαιώματος της κυριότητας των εναγόντων, η αξίωση των τελευταίων να ζητήσουν την αναγνώριση του δικαιώματος τους αυτού δεν είναι αντίθετη με τους κανόνες του άρθρου 281 ΑΚ, και τούτο γιατί ουδόλως αποδείχθηκε, ως αβάσιμα ο εκκαλών ισχυρίζεται, ότι η οδός ...
υπήρξε ιδιωτική οδός αφεθείσα από τους ενάγοντες για τη διέλευση απεριόριστου αριθμού ανθρώπων και στη συνέχεια κατέστη με τη βούληση των εναγόντων δημοτική οδός αλλά αντίθετα οι ενάγοντες ουδέποτε παραιτήθησαν των σχετικών αξιώσεων τους κατά του εκκαλούντος.
Συνεπώς ο περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων ισχυρισμός του εκκαλούντος ελέγχεται αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του α.ν.1539/1938 περί δημόσιων κτημάτων και 21 του ν.δ.της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝ του ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διατάξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.δ/τος 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ...", που άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 7 αυτού, από 2.12.1968 που αφορούν στη νομή των αδέσποτων ακινήτων και στη συμπλήρωση -στις 2.12.1968-του χρόνου χρησικτησίας των ακινήτων των Ο.Τ.Α., τις οποίες το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής τους, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του σχετικά με το ότι το επίδικο ουδέποτε είχε τεθεί στην κοινή χρήση με τη θέληση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων- και (ότι) δεν δημιουργήθηκε πραγματική κατάσταση σχετικά με τέτοια χρήση ούτε διατηρήθηκε επί μακρόν με την ανοχή τους και την απόρριψη ως εκ τούτου του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος από το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 και την παραδοχή ως βάσιμης και κατ'ουσίαν της αγωγής, α)τις οκτώ (8) αεροφωτογραφίες του ΥΠΕΧΩΔΕ, οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 17.8.1993 μέχρι 6.8.1987, β)τους τίτλους ιδιοκτησίας και τις οικοδομικές άδειες των παροδίων, τα οποία εμφανίζουν όλα τα οικόπεδα να έχουν πρόσωπο στην οδό ..., γ) την απόφαση 65/21.2.1928 του Δημοτικού Συμβουλίου Παγασών για την ονοματοδοσία της οδού ..., δ) τον πίνακα συμβολαίων των παρόδιων ιδιοκτησιών, ε) τη με αριθμό Π. 62/2068/335/1991 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ζ) τις με αριθμό πρωτ. 3710/6.9.1994 βεβαιώσεις της ΔΕΥΑΜΒ περί ακώλυτης διέλευσης διαμέσου του επιδίκου των υπόγειων δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης, των μεν σωληνώσεων της ύδρευσης προ εικοσιπέντε (25) ετών περίπου, του δε κεντρικού αγωγού αποχέτευσης προ δεκατεσσάρων (14) ετών περίπου, και η)τη με αριθμό πρωτ. 6830/12.7.1975 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας, η οποία έκρινε ενστάσεις κατά της τότε 3/1975 πράξης αναλογισμού και είχε δεχθεί ότι "...
η οδός ... καταστάσα κοινόχρηστος από πολλώ ετών εξυπηρετεί την δια ταύτης διέλευσιν παντός ...". Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος - όπως αυτός ορθά εκτιμάται - και τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όχι χωρίς απόδειξη αλλά από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, την ένορκη βεβαίωση .../12.11.2009 ενώπιον της συμβολαιογράφου Βόλου Σουζάνας Ψαρογιώργου, που έχει ληφθεί με πρόταση του ήδη αναιρεσείοντος μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων του και από όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποία προβάλλεται ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχτηκε τα προεκτεθέντα και απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος από το άρθρο 28 του ν.1337/1983, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα νομικής αιτίας, ως τέτοιας νοούμενης της διάταξης νόμου η οποία αποτελεί τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του δικαστή. Επομένως, δεν υπάρχει η αξιούμενη από τις άνω διατάξεις για την ύπαρξη δεδικασμένου νομική αιτία, όταν επί διεκδίκησης ακινήτου στη μία δίκη η κυριότητα στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο (άρθρο 1033 ΑΚ) και στην άλλη στην έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου το οποίο απορρέει από την 625/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, εφόσον με αυτήν κρίθηκε αμετακλήτως ότι η από 15.11.1993 διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, η άσκηση της οποίας είχε προηγηθεί της ένδικης διεκδικητικής του επίδικου επίσης ακινήτου αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, είχε ως βάση (όχι την έκτακτη χρησικτησία αλλά μόνο) τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής και αναίρεσε την 192/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, έτσι, δέχτηκε την ένδικη αγωγή, ενώ, λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου, ως άνω, έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη.
Όμως, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν υπάρχει δεδικασμένο, προεχόντως, εξαιτίας της μη ύπαρξης ταυτότητας νομικής αιτίας για το δικαίωμα κυριότητας που κρίθηκε στα πλαίσια της δίκης που προηγήθηκε και αυτής που πρόκειται, που σημαίνει, ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.12.2010 αίτηση του Ο.Τ.Α. "Δήμου Βόλου" για αναίρεση της 509/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡOΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ