1533/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Δημήτριο Τίγγα, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1533/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και (γγ) η υποχρέωση εις ολόκληρο καταβολής (i) του ισόποσου σε ευρώ του εν λόγω ποσού και επιπρόσθετα (ii) στον πρώτο το ισόποσο σε ευρώ150.000 δρχ., ως αποθετική του ζημία και επιπρόσθετα το ποσό των 293,470,00 ευρώ και στην δεύτερη εκείνο των 44021,00 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αποδιδομένη στους εναγομένους άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη με τη μορφή απάτης.
Full text
Απόφαση 1533 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1533/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Δημήτριο Τίγγα, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Τ. του Κ. και 2. Σ. συζ. Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα 2.Γ. Ψ. Τ., κατοίκου ... και 3. Ε. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αθανάσιο - Μιλτιάδη Κόκκινο και Νικόλαο Ανδριόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την απο 27 Ιανουαρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5982/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5082/2006 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1741/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 1390/2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Μαΐου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 19 Αυγούστου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 502/12-5-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 1390/15-3-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 502/12-5-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1390/15-3-210 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με το 33261/2055/28-2-2003 δικόγραφο αγωγών οι δι'αυτής ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εδίωκαν πλην άλλων, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, (α) να κηρυχθούν άκυρες οι ... και 664-1/1994 συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, τις οποίες κατάρτισε ο πρώτος ως πρωτοφιλέτης και η δεύτερη τούτων ως εγγυήτρια με την τράπεζα Κρήτης, της οποίας καθολική διάδοχος υπήρξε από το έτος 1999 η πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, λόγω πλάνης τους και απάτης, που προκλήθηκε από τους προστηθέντες υπαλλήλους αυτής, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων, και (β) να αναγνωρισθεί (αα) η απελευθέρωση της δεύτερης των εναγόντων από την εγγύηση κατά το άρθρο 862 ΑΚ, για το λόγο ότι από υπαιτιότητα των εναγομένων δεν κατέστη δυνατή η ολική εξόφληση του πράγματι συνομολογηθέντος δανείου λόγω χρεώσεως αυτού με τόκους αλληλόχρεου λογαριασμού αντί στεγαστικού δανείου, (ββ) η υποχρέωση της εναγομένης τράπεζας υπολογισμού των τόκων από 9-10-1995 με βάση κυμαινόμενο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για την αγορά επαγγελματικής στέγης που εφάρμοσε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με προκύπτουσα από την αιτία αυτή διαφορά ποσού 28.064.731 δρχ.
και (γγ) η υποχρέωση εις ολόκληρο καταβολής (i) του ισόποσου σε ευρώ του εν λόγω ποσού και επιπρόσθετα (ii) στον πρώτο το ισόποσο σε ευρώ150.000 δρχ., ως αποθετική του ζημία και επιπρόσθετα το ποσό των 293,470,00 ευρώ και στην δεύτερη εκείνο των 44021,00 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αποδιδομένη στους εναγομένους άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη με τη μορφή απάτης.
Επί των εν λόγω υποκειμενικώς (ΚΠολΔ74 περ.1) και αντικειμενικώς σωρευομένων (ΚΠολΔ 218παρ.1) και με στοιχ.(α) και (β) χαρακτηριζομένων αγωγών εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 5982/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 8064/21-9-2005 εφέσεως των εναγόντων, με τους με ιδιαίτερο, 484/10-4-2006, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά με στοιχ. (α) και (β) κεφάλαια αυτής και εξέταση κατά τούτο κατ'ουσίαν της υποθέσεως, η 5082/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά μερικής παραδοχή των με στοιχ. (α), β (γγ,ii) αγωγών, αξιολογώντας παράλληλα ως αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών και με στοιχ.
β (αα),(ββ) και (γγi) αγωγών, μετά την ακύρωση των προσβαλλόμενων συμβάσεων, κατά παραδοχή της με στοιχ. (α) αγωγής. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλαν οι κατά τούτο ηττηθέντες εφεσίβλητοι με αιτίαση αναιρέσεως, κατ' αποδοχή της οποίας και των διατυπούμενων δι' αυτών λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 (με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψε αν το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του περί πλάνης των εναγόντων κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, που συνήψαν με την Τράπεζα Κρήτης έλαβε υπόψη την 378/1995 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης) και 9 ΚΠολΔ (λόγω υπολογισμού της αποθετικής ζημίας του πρώτου των αναιρεσειόντων με διαφυγόντα κέρδη 40.000.000 δρχ.
ετησίως αντί του αιτούμενου με την αγωγή των 30.000.000 δρχ) αναιρέθηκε με την 1741/2009απόφαση του Αρείου Πάγου κατά τα με στοιχ. (α) και (β) κεφάλαια αυτής και παρέπεμψε κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της, κατά την οποία επακολούθησε η προσβαλλόμενη 1390/2010 απόφαση του εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εναγόντων καιτά την απεύθυνσή της κατά των με στοιχ. (α) και β (αα, γγ ii) κεφαλαίων της πρωτοβάθμιας αποφάσεως.
Παράλληλα κατά παραδοχή της κατά την κατεύθυνσή της κατά των λοιπών με στοιχ. β(ββ, γγ i) κεφαλαίων αυτής, κατά τούτο εξαφάνισή της και εξέταση κατ'ουσίαν της υποθέσεως, απέρριψε ομοίως τις αντίστοιχες με στοιχ. β(ββ, γγi) αγωγές, αντίθετα από την πρωτοβάθμια απόφαση ως μη νόμιμες. Την περί πραγμάτων κρίση της στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως δίκης, οι οποίες εκτιμώνται μόνες και σε συνδυασμό μεταξύ τους, κατά το μέτρο γνώσεως και αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με τις προτάσεις των ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τον σχηματισμό δικαστικών τεκμηρίων (από τα έγγραφα που προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι θα ληφθούν υπόψη μόνο εκείνα που αυτοί επικαλούνται στις σελίδες 4,5, 7 και 8 του κυρίου σώματος των ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεων αυτών και όχι τα λοιπά έγγραφα που είτε απλά προσκομίζονται χωρίς επίκληση, είτε αναφέρονται στις κατ' αντιγραφή πρωτόδικες προτάσεις αυτών, αποδείχθηκαν πλήρως, κατά την κρίση του.
Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το καλοκαίρι του έτους 1995 ο πρώτος των εναγόντων, ο οποίος δραστηριοποιείτο από πολλών ετών στην πόλη του Αγρινίου στον τουριστικό τομέα, ως τουριστικός πράκτορας, ήρθε σε επαφή με τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, διευθυντή και υποδιευθυντή αντίστοιχα του υποκαταστήματος Αγρινίου της τότε Τράπεζας Κρήτης, της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη από το έτος 1999 η πρώτη των εναγομένων Τράπεζα, ζητώντας να χρηματοδοτηθεί με το ποσό των 25.000.000 δραχμών για την αγορά ενός ισογείου καταστήματος μεθ' υπογείου, συνολικής επιφανείας 90 τμ, κειμένου στην πόλη του Αγρινίου επί της οδού ....
προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τον ίδιο ως γραφείο τουριστικών ταξειδίων. Η διάρκεια της χρηματοδοτήσεων θα ήταν δεκαετής, με κυμαινόμενο επιτόκιο, που την περίοδο εκείνη ανερχόταν σε 24% ετησίως, και το ποσό της χρηματοδοτήσεως θα επιστρεφόταν σε εξαμηνιαίες δόσεις του 1.250.000 δραχμών η καθεμία κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων, αρχής γενομένης μετά την πάροδο εξαμήνου από την κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως.
Προς εξασφάλιση της Τράπεζας θα χορηγείτο από τον πρώτο των εναγόντων προσημείωση υποθήκης επί του πιο πάνω καταστήματος και επί ενός οικοπέδου, ιδιοκτησίας του, επιφανείας 404 τμ επί της οδού ... στην περιοχή ... στην πόλη του Αγρινίου, ενώ επίσης θα εγγυάτο την εξόφληση αυτού και η δεύτερη των εναγόντων, σύζυγος του πρώτου.
Την περίοδο εκείνη η Τράπεζα Κρήτης, όπως προκύπτει από το με αριθ. ... έγγραφο της προς τον πρώτο των εναγόντων, δεν είχε θεσπίσει ειδικά επιτόκια για την αγορά επαγγελματικής στέγης, παρά το γεγονός ότι ήδη από το έτος 1991 επιτρεπόταν η χρηματοδότηση επαγγελματιών για την αγορά παγίων εγκαταστάσεων, με όρου:
που θα καθορίζονταν από τις ίδιες τις Τράπεζες, δυνάμει της με αριθμό ... Πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 1266/1982. όπως ορθώς επισημαίνουν οι εκκαλούντες στους πρώτο και δεύτερο λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Για τον λόγο αυτό η Τράπεζα Κρήτης, όπως και άλλες εμπορικές Τράπεζες, προέβαιναν στην χρηματοδότηση των επαγγελματιών για την αγορά παγίων εγκαταστάσεων, όπως ακινήτων για την στέγαση των επιχειρήσεων τους.
με το άνοιγμα πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό υπέρ των πελατών τους. Τούτο επιβεβαιώνουν ουσιαστικά στις καταθέσεις των αμφότεροι οι εξετασθέντες μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως. Έτσι μετά την έγκριση των όρων της χρηματοδοτήσεως του πρώτου ενάγοντος, κατόπιν υποβολής σχετικής εγγράφου αιτήσεως αυτού προς την Τράπεζα Κρήτης, καταρτίσθηκε η με αριθμό 664/9 Οκτωβρίου 1995 έγγραφη σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό για ποσό 30.000.000 δραχμών.
Στην σύμβαση αυτή, με βάση προεκτυπωμένους στο έντυπο αυτής όρους, ο υπολογισμός και η εξόφληση των τόκων θα γινόταν στις 31/3 30/9 και 31/12 κάθε έτους (ανά τρίμηνο) και είχε συμφωνηθεί ο εκτοκισμός (ανατοκισμός) των τόκων σε καθυστέρηση, σύμφωνα με τους όρους της υπ1 αριθ. 289/30-10-1980 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής (όροι 2 και 8 της ως άνω συμβάσεως).
Η σύμβαση αυτή υπογράφηκε από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, ως εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της Τράπεζας Κρήτης αφενός και από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, ως πιστούχο και εγγυήτρια αντίστοιχα, σε κάθε σελίδα αυτής. Αμέσως μετά την κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως εκταμιεύθηκε από την Τράπεζα Κρήτης το ποσό των 25.000.000 δραχμών προ τον πρώτο ενάγοντα και με το ποσό αυτό αγοράσθηκε από τον πρώτο των εναγόντων το πιο πάνω κατάστημα για την στέγαση της επιχειρήσεως αυτού.
Την ίδια ημέρα (9 Οκτωβρίου 1995) εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου Αγρινίου ο πρώτος των εναγόντων και συνήνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης μέχρι του ποσού των 50.000.000 δραχμών επί των πιο πάνω ακινήτων του (οικοπέδου και αγορασθέντος καταστήματος) υπέρ της Τράπεζας Κρήτης, προς εξασφάλιση απαιτήσεως της ύψους 40.000.000 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων, απορρέουσας από την ως άνω με αριθμό ...
σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Έτσι κατά παραδοχή σχετικής αιτήσεως της Τράπεζας Κρήτης, εκδόθηκε η με αριθμό 378/9-10-1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, βάσει της οποίας ενεγράφη προσημείωση υποθήκης επί των πιο πάνω ακινήτων υπέρ της ως άνω Τράπεζας στον τόμο 155 και με αριθ. 100 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου.
Ο πρώτος ενάγων όμως, αρχικά δεν κατέβαλε κανένα ποσό στην Τράπεζα Κρήτης για κεφάλαιο ή για τόκους μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Νοεμβρίου του 1996, με συνέπεια να έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όχι μόνο οι δύο πρώτες δόσεις για την εξόφληση του κεφαλαίου, αλλά και οι δεδουλευμένοι τόκοι, που λόγω της υπερημερίας του πρώτου ενάγοντος, άρχισαν να ανατοκίζονται.
Για τον λόγο αυτό και, επειδή υπήρχε κίνδυνος υπερβάσεως του πιστωτικού ορίου των 30.000.000 δραχμών που αναγραφόταν στην ως άνω με αριθμό ... σύμβαση λόγω και του μεγάλου ύψους των επιτοκίων την περίοδο εκείνη, καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων η με αριθμό 664-1/29 Ιουνίου 1996 σύμβαση αυξήσεως της πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, τροποποιητική της αρχικής, για ποσό 20.000.000 δραχμών ακόμη, με συνέπεια το πιστωτικό όριο να ανέλθει σε 50.000.000 δραχμές.
Από την πλευρά.ο πρώτος ενάγων θα άρχιζε τις καταβολές προς την Τράπεζα, όπως πράγματι συνέβη. Την ανωτέρω σύμβαση υπέγραψαν σε κάθε σελίδα της τα πρόσωπα που είχαν υπογράψει και την αρχική. Περί της καθυστερήσεως αυτής και του λόγου καταρτίσεως της ως άνω τροποποιητικής συμβάσεως είναι σαφής η περί τούτου κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, υπαλλήλου της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα Αγρινίου.
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ανωτέρω συμβάσεις είναι προϊόν εξαπατήσεως των από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, ως αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας Κρήτης, οι οποίοι χορήγησαν σε αυτούς λευκά έντυπα προς υπογραφή, τα οποία αυτοί υπέγραψαν εν λευκώ, πειθόμενοι στις ψευδείς διαβεβαιώσεις αυτών ότι αυτά αφορούν κατάρτιση συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου για την αγορά επαγγελματικής στέγης, ύψους 25.000.000 δραχμών, με κυμαινόμενο επιτόκιο που συμφωνήθηκε για την περίοδο εκείνη σε 18%.
δεκαετούς διάρκειας. καταβλητέου σε εξάμηνες τοκοχρεολυτικές δόσεις η πρώτη, και για την συμπλήρωση του φακέλου δανειοδοτήσεως η δεύτερη, και ότι στην συνέχεια οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων συμπλήρωσαν τα σχετικά έντυπα κατά το δοκούν, ενώ εάν οι ενάγοντες γνώριζαν την πραγματική κατάσταση δεν θα συνήπταν τις πιο πάνω συμβάσεις πιστώσεως με .ανοικτό λογαριασμό, των οποίων οι όροι είναι δυσμενέστεροι για τον δανειολήπτη εκείνων των συμβάσεων τοκοχρεωλυτικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο για την αγορά επαγγελματικής στέγης.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες συμβλήθηκαν με την Τράπεζα Κρήτης γνωρίζοντας ότι η χρηματοδότηση του πρώτου εξ αυτών για την αγορά επαγγελματικής στέγης με ποσό της τάξεως των 25.000.000 δραχμών, υπέρ του οποίου εγγυήθηκε η δεύτερη εξ αυτών σύζυγος του, θα ελάμβανε χώρα μέσω συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Ειδικότερα στο πληροφοριακό δελτίο και αίτηση παροχής πιστώσεως προς την Τράπεζα Κρήτης, που φέρει την μη αμφισβητούμενης γνησιότητας υπογραφή του πρώτου ενάγοντος, στο προεκτυπωμένο τμήμα με την ένδειξη "είδος αιτουμένης πιστώσεως" στην πρώτη σελίδα αναγράφεται η προεκτυπωμένη επίσης φράση "χρηματοδοτήσεις σε ανοικτό τρεχούμενο λογαριασμό α) με εμπράγματη ασφάλεια" και έχει συμπληρωθεί χειρόγραφα μόνο το ποσό της αιτουμένης χρηματοδοτήσεως.
Σε κανένα σημείο του ως άνω δελτίου, το οποίο φέρει προεκτυπωμένα το κείμενο της αιτήσεως, τα προσωπικά στοιχεία (είδος επιχείρησης, τίτλος αυτής, διεύθυνση αυτής και κατοικία διευθυντή) του εκάστοτε αιτούντος, το είδος της αιτουμένης πιστώσεως και ερωτήσεις σχετικές με την λειτουργία και την οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως του αιτούντος δεν υπάρχει προεκτυπωμένη ένδειξη συμβάσεως τοκοχρεολυτικού δανείου για αγορά παγίας εγκαταστάσεως διακριτή της ως άνω ενδείξεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό (βλ αυτήν).
Ακολούθως οι καταρτισθείσες με αριθμούς ... και ... συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, που φέρουν σε κάθε σελίδα τους τις μη αμφισβητούμενης γνησιότητας υπογραφές των εναγόντων, είναι προεκτυπωμένες και φέρουν με εμφανή κεφαλαία γράμματα στην αρχή αυτών και αμέσως μετά τον λογότυπο της Τράπεζας την ένδειξη "ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΣ ΔΙ' ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ" η πρώτη και "ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΑΥΞΗΣΕΩΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΣ ΔΙ' ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ" η δεύτερη, ούτως ώστε να μην μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία σε εκείνον που υπογράφει το σχετικό έντυπο και ιδίως στον έμπειρο στις συναλλαγές επί σειρά ετών τουριστικό πράκτορα, πρώτο των εναγόντων και στην επίσης απασχολούμενη στην επιχείρηση αυτού δεύτερη των εναγόντων, σύζυγο του.
ως προς το είδος της καταρτιζόμενης με την Τράπεζα Κρήτη: πιστωτικής συμβάσεως και ως προς τους επί μέρους προεκτυπωμένους όρους αυτών. Ακόμη και εάν τα ως άνω έντυπα υπογράφηκαν εν λευκώ από τους ενάγοντες, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να μην γίνει από αυτούς αντιληπτό το είδος της καταρτιζόμενης συμβάσεως, ως συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, που ήταν προεκτυπωμένο με κεφαλαία γράμματα στην αρχή αυτών.
Στο σημείο αυτό ο μάρτυρας ανταποδείξεως καταθέτει μετά λόγου γνώσεως ότι οι ανωτέρω συμβάσεις υπογράφηκαν ενώπιον του ιδίου (μάρτυρα) και ότι ο ίδιος αποκλείει να υπέγραψαν αυτές οι ενάγοντες, χωρίς να τις αναγνώσουν. Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος δεν έχει άμεση γνώση των συνθηκών υπό τις οποίες καταρτίσθηκαν οι ανωτέρω συμβάσεις, εφόσον, όπως ο ίδιος καταθέτει, διατηρεί φιλική σχέση με τους ενάγοντες και στα πλαίσια αυτής έλαβε γνώση της υποθέσεως το έτος 2000.
Αλλά ούτε και από το με αριθμό ... υπηρεσιακό σημείωμα της πρώτης εναγομένης Τράπεζας. που με επίκληση προσκομίζουν οι εκκαλούντες προκύπτει το αντίθετο, ως αβασίμως αυτοί ισχυρίζονται, αφού στο σημείωμα αυτό το υποκατάστημα Αγρινίου περιορίζεται απλώς στο να επισημάνει ότι ορισμένα σημεία (και όχι όλα) των επίδικων συμβάσεων δεν ήταν συμπληρωμένα.
Επίσης σαφής και κατηγορηματική αναφορά στο είδος της συμβάσεως, ως συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, γίνεται και στην με αριθμό 378/9-10-1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία. κατά παραδοχή σχετικής αιτήσεως της πιστοδότριας Τράπεζας Κρήτης, επιτράπηκε η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στα πιο πάνω δύο ακίνητα του πρώτου ενάγοντος.
Ο τελευταίος παρέστη αυτοπροσώπως κατά την συζήτηση της αιτήσεως και παρέσχε την συναίνεση του για την εγγραφή της πιο πάνω προσημειώσεως, λαμβάνοντας και πάλι γνώση κατά την προφορική διαδικασία για το είδος της συμβάσεως που καταρτίσθηκε, αφού, όπως είναι γνωστό γίνεται μνεία, από τον Δικαστή, ενώπιον του οποίου λαμβάνει χώρα η σχετική διαδικασία, ιδίως στα επαρχιακά Δικαστήρια, έστω και επιγραμματικούς, του είδους της πιστωτικής συμβάσεως, του ποσού για το οποίο γίνεται η εγγραφή της προσημειώσεως και των ακινήτων του καθού επί των οποίων θα γίνει η εγγραφή και ερωτάται ο καθού δανειολήπτης, εάν συμφωνεί.
Ούτε επίσης ήταν δυνατό το ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου χορηγήσεων να είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών σε ποσοστό 18% ετησίως κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως, ως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αφού τα τραπεζικά επιτόκια χορηγήσεων την περίοδο εκείνη κυμαίνονταν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εξωτραπεζικά δικαιοπρακτικά επιτόκια, που καθορίζονταν διοικητικώς, ανέρχονταν από 31-7-1995 σε 27% ετησίως (με αριθμό 2365/27-7-1995 ΠΔ/ΤΕ). Από τα ανωτέρω σαφώς αποδεικνύεται, ότι οι ενάγοντες γνώριζαν αφενός, μεν, ότι η χρηματοδότηση του πρώτου εξ αυτών για την αγορά του πιο πάνω καταστήματος ως επαγγελματικής στέγης θα ελάμβανε χώρα μέσω ανοίγματος πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, αφετέρου δε τους λόγους καταρτίσεως της αυξητικής συμβάσεως στην αρχική σύμβαση, όταν κατήρτισαν τις ανωτέρω συμβάσεις.
Οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων δεν προέβησαν, στα πλαίσια των καθηκόντων τους ως υπαλλήλων της Τράπεζας Κρήτης, σε ενέργειες εξαπατήσεως των εναγόντων με σκοπό την δημιουργία πλάνης σε αυτούς αποβλέπουσας στην κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό. Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι η Τράπεζα Κρήτης και στην συνέχεια η πρώτη εναγομένη Τράπεζα υποσχέθηκε στους ενάγοντες ότι θα μεταβάλει τους όρους των συμβάσεων που είχαν καταρτισθεί σε συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, αλλά αντιθέτως ενέμεινε στην εγκυρότητα των πιο πάνω συμβάσεων, με την διευκρίνηση ότι οι ως άνω πιστώσεις είχαν ανοίγει με σκοπό την χρηματοδότηση του πρώτου ενάγοντος με ποσό 25.000.000 δραχμών για την αγορά επαγγελματικής στέγης, απορρίπτοντας στα σχετικά έγγραφα της, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες, τους αντιθέτους ισχυρισμούς του πρώτου ενάγοντος.
Στο σημείο αυτό πρέπει επίσης να σημειωθούν τα ακόλουθα: α) μετά την έκδοση της προαναφερθείσας με αριθμό ... Πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία επιτράπηκε η χρηματοδότηση επαγγελματιών για την κτήση παγίων εγκαταστάσεων με όρους που καθόριζε ελευθέρως κάθε πιστωτικό ίδρυμα στα πλαίσια της εμπορικής του πολιτικής, με την επιφύλαξη των ισχυόντων ελαχίστων (και όχι μεγίστων) ορίων επιτοκίων που ισχύουν κάθε φορά, οι πιστοδότριες Τράπεζες και συνεπώς και η Τράπεζα Κρήτης είχαν την ευχέρεια να καθορίσουν τα ίδια επιτόκια χορηγήσεων τόσο σε συμβάσεις τοκοχρεολυτικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο, όσο και σε συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, β) ο εκτοκισμός (ανατοκισμός) των τόκων σε καθυστέρηση είχε επιτραπεί να γίνεται από τα πιστωτικά ιδρύματα από την πρώτη ημέρα καθυστερήσεως χωρίς κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό, δυνάμει της με αριθμό 289/30-10-1980 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής που είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 6 του Ν. 1083/1980 και ίσχυε κατά την κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων, υπό την προϋπόθεση ότι ο εκτοκισμός είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και δεν εξαρτάτο από το είδος της πιστωτικής συμβάσεως, όπως φαίνεται να υπολαμβάνουν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες.
γ) ναι μεν επί συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό παρέχεται η δυνατότητα στο πιστωτικό ίδρυμα να κλείσει τον λογαριασμό οποτεδήποτε θελήσει, σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 2 του από 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 Ν. Δ/τος "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", πλην όμως και στην περίπτωση καθυστερήσεως στην καταβολή οιασδήποτε τοκοχρεωλυτικής δόσεως επί τοκοχρεωλυτικού δανείου παρέχεται η δυνατότητα με συμβατικό όρο, που υπάρχει σε όλες τις συμβάσεις δανείου με Τράπεζες, όπως είναι κοινώς γνωστό (άρθρο 336 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
να καταγγελθεί η σύμβαση και να ζητηθεί η καταβολή και του άληκτου μέρους του οφειλομένου κεφαλαίου. Τέλος για το άνοιγμα πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό αρκεί να υπάρχει απλώς η δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές και δεν ενδιαφέρει εάν κατά την διάρκεια λειτουργίας του έγιναν αποστολές και από τα δύο μέρη (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός) ή εάν ένα μόνο από τα μέρη προέβη σε αποστολές (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός) Συνακόλουθα νομίμως η Τράπεζα Κρήτης και στην συνέχεια η καθολική διάδοχος αυτής πρώτη των εναγομένων Τράπεζα προέβαινε στον υπολογισμό των οφειλομένων συμβατικών τόκων, βάσει του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου χορηγήσεων, ανά τρίμηνο όπως είχε ορισθεί συμβατικά στις ανωτέρω συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, καθώς και στον ανατοκισμό των σε καθυστέρηση τόκων αρχικά ανά τρίμηνο και μετά την εφαρμογή του Ν. 2601/1998 από 1-7-1998 ανά εξάμηνο, ενώ δεν συντρέχει λόγος απελευθερώσεως της δεύτερης των εναγόντων από την εγγύηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 862 του ΑΚ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή κατά το κεφάλαιο ακυρώσεως των με αριθ. ... και 664-1/1996 συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό που κατήρτισαν οι ενάγοντες, ως πρεοτοφειλέτης ο πρώτος και εγγυήτρια η δεύτερη με την Τράπεζα Κρήτης, λόγω πλάνης και απάτης.
που προκλήθηκε σε αυτούς από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, υπαλλήλων της πιστοδότριας Τράπεζας, και συνακόλουθα το παρεπόμενο αίτημα μη καταλογισμού τόκων ανά τριμηνία και εκτοπισμού των οφειλομένων τόκων ανά τρίμηνο, ως και το αίτημα απελευθερώσεως της εγγυήτριας, δεύτερης ενάγουσας, ως συνέπεια της επικαλούμενης ακυρωσίας των πιο πάνω συμβάσεων, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, ως προς την δυνατότητα καταρτίσεως συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου την επίδικη χρονική περίοδο, που αντικαθίσταται με την παρούσα".
Κατά της τελευταίας αυτής εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες και με την έννοια αυτή ερευνώνται στην συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:
Ι. κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ'ΚΠολ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338,339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρονται η αναιρετική αιτίαση. Με το πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά την διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, στα οποία διατυπώνονται συμπληρωμένη και ασυμπλήρωτη η ...
σύμβαση, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του αγωγικού τους ισχυρισμού ότι η εν λόγω σύμβαση υπήρξε προϊόν πλάνης τους, που προκλήθηκε με απάτη των αναιρεσίβλητων. Από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι κατά τον σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς της έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, εκτιμώμενη σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, η οποία εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από την επάλληλη αιτιολογία της " Ακόμη και εάν τα ως άνω έντυπα υπογράφηκαν εν λευκώ από τους ενάγοντες, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να μην γίνει από αυτούς αντιληπτό το είδος της καταρτιζόμενης συμβάσεως, ως συμβάσεως πιστώσεως με τον ανοικτό λογαριασμό, που ήταν προεκτυπωμένο με κεφαλαία γράμματα στην αρχή αυτών" προκύπτει ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν ικανά να διαφοροποιήσουν το αποδεικτικό της πόρισμα για αρνητική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη των θεμελιωτικών της με στοιχ. (α) αγωγής πραγματικών περιστατικών.
ΙΙ. Κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.πολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αξιολόγηση ή η μη αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικά στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο όχι όμως και τα απλά νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούσαν την κατ' ουσίαν απόρριψη των με στοιχ. (α) και β (αα, γγ, ii) αγωγών των αναιρεσειόντων. Δεν δημιουργείται η αποδιδόμενη αντίφαση από την παράλληλη παραδοχή της ότι ορισμένοι όροι της συμβάσεως ήταν ασυμπλήρωτοι, χωρίς να τους προσδιορίσουν, δοθέντος ότι κατά τον κυρίαρχο αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, στον οποίο εθεμελιώνοντο οι φερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις τους, η πλάνη τους συνίσταντο ότι συνομολόγησαν σύμβαση χορηγήσεως στεγαστικού δανείου με επιτόκιο 18% κυμενόμενο αντί εκείνης της πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό με επιτόκιο 24%, η οποία τελικά καταρτίστηκε, η αρνητική αξιολόγηση του οποίου από ουσιαστική άποψη με πληρότητα και χωρίς αντίφαση διαγράφεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος.
Επομένως η προσβαλλόμενη με τον απομέναντα προς έρευνα δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 140.1-42, 147-149ΑΚ, ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 502/12-5-2010 αίτηση για αναίρεση της 1390/15-3-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΤΕΑΣ