Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence regarding property ownership and possession. Appeal rejected as facts were considered and evidence evaluation errors do not justify reversal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court ignored his claim of ownership through long-term possession, while the defendants contended the court properly evaluated technical reports and official documents. The court ruled that since the lower court did consider the submitted arguments and evidence, and any errors related to weighing proof do not constitute grounds for appeal, the appeal was invalid.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8, 11, 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the claim that the court of first instance failed to consider relevant matters is inadmissible if the court actually considered them and rejected them for any reason, as this implies independent consideration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1533 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1533/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γαβρά.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ... . Ο μεν 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Πρωτόγερο, οι δε 2η και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γκαρίκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2000 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1201/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία παράπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας. Στη συνέχεια ασκήθηκαν οι αγωγές: α) 19-5-2003 των ήδη 2ης και 3ου αναιρεσίβλητων και β) 19-3-2004 του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1000/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8712/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-4-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-3-2008 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ,αποδίδεται στο Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος, περί κτήσης από αυτόν της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες στον λόγο αυτό διακατοχικές πράξεις συνεχώς από το έτος 1965 έως και το 2003. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του εν λόγω διαδίκου, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως αβάσιμος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως το Δικαστήριο να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, όπως εκτιμήθηκε, από την ανωτέρω διάταξη, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη κτισμάτων στο επίδικο ακίνητο πριν από το έτος 1983 και έτσι απέρριψε τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι προ του έτους 1983 υπήρχαν κτίσματα στο επίδικο ακίνητο, ότι εκείνος κατοικούσε σ' αυτό, και ότι, συνακόλουθα, απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην παραδοχή ότι ο αναιρεσείων δεν έγινε ποτέ κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, την χωρίς όρκο κατάθεση του ήδη αναιρεσείοντος, τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ενώπιον Ειρηνοδίκη, καθώς επίσης και των εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Επομένως, στις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού τούτου μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματοιγωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δε δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τα άρθρ. 355, 415, 270 παρ.4, 524 παρ. 1.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται η διενέργεια αυτοψίας και η εξέταση των διαδίκων, ως συμπληρωματικό αποδεικτικό μέσο αν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αν δεν αποδείχθηκαν εντελώς από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθεί υπόψη σχετικό αίτημα του διαδίκου ή αυτό απορριφθεί ρητώς ή σιωπηρώς.
Συνακόλουθα, η, επικαλούμενη, με το δεύτερο λόγο, δεύτερο μέρος, αναίρεσης παράλειψη του Εφετείου να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αυτοψίας και την εξέταση των διαδίκων, ως συμπληρωματικό αποδεικτικό μέσο, επί των αναφερομένων στον λόγο αυτό αναίρεσης ζητημάτων, για τα οποία υπέβαλε σχετικό αίτημα ο αναιρεσείων, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αφού μάλιστα ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι εν προκειμένω απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, και πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ.10 KΠολΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικώς με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, ως δικαστικά τεκμήρια, και τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο αναίρεσης έγγραφα, ήτοι την από 16-9-2005 τεχνική έκθεση του αγρονόμου, τοπογράφου-μηχανικού ..., το ...
έγγραφο της Δ/σης Πολεοδομίας της Νομαρχίας ... και το από 11-4-1983 έγγραφο του Δημόσιου Ταμείου ... . Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αποδίδονται ως πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν περιέχει αιτιολογίες αναφορικώς με τις παραδοχές του, ότι το επίδικο ακίνητο κατείχε και νεμόταν από το έτος 1954 έως το έτος 1990 η δικαιοπάροχος των διαδίκων ..., ασκώντας σ' αυτό τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του και ειδικότερα το επισκεπτόταν τακτικά, το είχε περιφράξει, το είχε αποτυπώσει σε τοπογραφικά διαγράμματα και το εκμίσθωνε σε ανθοκαλλιεργητές, καθόσον δεν παρατίθενται σ' αυτήν, σχετικά έγγραφα για το θέμα αυτό ή συγκεκριμένες καταθέσεις μαρτύρων ή σκέψεις, από τις οποίες να προκύπτει πως κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας στην ως άνω παραδοχή, με αντιπαράθεση των αποδεικτικών στοιχείων των διαδίκων, ούτε περιέχεται σχολιασμός των καταθέσεων των μαρτύρων του αναιρεσίοντος, των σχετικών με την άσκηση από εκείνον πράξεων διακατοχής επί του επιδίκου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι εν λόγω πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας, οι οποίες δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-4-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8712/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Mαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ