Legislator Case Law & Legislation
1533/2008 AI generated

1533/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1533/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1533/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔικ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το δε διατακτικό συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1533 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1533/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καλουτσάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5265/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-1-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔικ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το δε διατακτικό συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ.

αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, απορρίφθηκε η από 1-11-2001 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη Τράπεζα να του καταβάλει το ποσό των 38.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ που είχε λάβει από την Κεντρική Τράπεζα ..... μέσω της Αμερικανικής Τράπεζας "CHASE MANHATTAN BANK N.Y." και να του χορηγήσει επίσημα αντίγραφα των αναφερομένων σ' αυτήν εγγράφων, έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, επειδή α) διαλαμβάνει ως αληθινά κατά περιεχόμενο το από 10-12-1999 TELEX της Κεντρικής Τράπεζας ....., σύμφωνα με το οποίο "η ανωτέρω αλλοδαπή Τράπεζα απάντησε κατ' αρχήν με το από 10-12-1999 TELEX της ότι δεν είχε λάβει τα άνω αποσταλέντα προς αυτήν έγγραφα, πλην όμως δεν είχε διεξαγάγει οποιαδήποτε πρόσφατη σχετική αλληλογραφία και ότι έχει την άποψη ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι πλαστά......." και δέχεται το περιεχόμενο της επιστολής αυτής της Κεντρικής Τράπεζας .....

παρότι στη συνέχεια αναφέρεται σε άλλο έγγραφο και ειδικότερα στο από 13-1-2000 έγγραφο με το οποίο η άνω αλλοδαπή Τράπεζα υποστηρίζει ότι τα άνω ..... έγγραφα είναι πλαστά και β) δεν εξηγεί επαρκώς και εμπεριστατωμένα γιατί το από 28-1-1993 έγγραφο της Αμερικανικής Τράπεζας "CHASE MANHATTAN BANK N.Y" προς την αναιρεσίβλητη συντάχθηκε από τη φερόμενη ως συντάκτρια αυτού, υπάλληλο της τράπεζας αυτής, Α, αφού η υπάλληλος αυτή υπηρετούσε σε κατάστημα της τράπεζας αυτής στην Αγγλία και ουδέποτε έχει υπηρετήσει στη ....., τόπος από το οποίο και στάλθηκε το άνω TELEX.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ως προς το παραπάνω ζήτημα.

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο, κατ' ορθήν εκτίμηση, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ. αιτίαση για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο α) του από 31-3-2000 εγγράφου της ίδιας ως άνω υπαλλήλου Α και β) του από 9-3-1998 εγγράφου της "CHASE MANHATTAN BANK N.Y", που συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον Β, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν τα οποία εκτιμούνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον από αυτά δεν συνάγεται άμεση απόδειξη", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση τούτων. Επίσης ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, που κατά τα λοιπά και υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ., αποδίδει στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου, δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ. προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων, ήτοι α) το από 1-12-1999 υπηρεσιακό σημείωμα της αναιρεσίβλητης, από τη Διεύθυνση Επιθεώρησης- Υποδ/νση Ελέγχου Μονάδων Εξωτερικού προς τη Διεύθυνση Διεθνών Δραστηριοτήτων β) το από 9-8-2000 (αριθμ. .....) υπηρεσιακό σημείωμα της Δ/νσης Διεθνών Δραστηριοτήτων της ΕΤΕ προς τη Διεύθυνση Επιθεώρησης της αναιρεσίβλητης γ) το από 17-1-2000 (αριθ. .....) υπηρεσιακό σημείωμα της Δ/νσης Διεθνών Δραστηριοτήτων της ΕΤΕ προς τη Διεύθυνση Επιθεώρησης- Υπ/νση Ελέγχου Μονάδων Εξωτερικού και δ) την από 11-7-2000 τηλεομοιοτυπία που εστάλη προς τον Γ, Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Διεθνών Δραστηριοτήτων της ΕΤΕ σε ερώτησή του, από την CHASE MANHATTAN BANK του ..... .

Ο λόγος αυτός πρέπει ν απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν τα οποία εκτιμούνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων εφ' όσον απ' αυτά δεν συνάγεται άμεση απόδειξη", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά.

Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔικ), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με την προβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αντιδίκου του από 11.500 ευρώ, χωρίς η αντίδικος να έχει προσκομίσει κατάλογο εξόδων ή να έχει ζητήσει εκκαθάριση αυτών, ενώ έπρεπε κατ' εφαρμογή του άρθρου 179, να συμψηφισθούν εν όλω τα δικαστικά έξοδα λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η κατά τα προεκτιθέμενα η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του συμψηφισμού εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δεν απαιτείται να αιτιολογηθεί ειδικά, ούτε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ. 191/2002, ΑΠ 250/1999, ΑΠ 864/1998).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-1-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 153/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ