Legislator Case Law & Legislation
1533/2007 AI generated

1533/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1533/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 864/2004, 873/2004 και 861/2004 αιτήσεις και ανταιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν.

Legislator headnote

AI generated

1533/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. 'Ελλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Keywords

AI generated
action to recover possession agricultural rent control rural land rights partial expropriation ownerless property agricultural structures
AI generated
419/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/10/2004, 10/12/2004 και 17/12/2004 αιτήσεις και ανταιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν.
82/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
539/2015
Κατά το άρθρο 13 παρ.
96/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
1239/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1533 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1533/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κατσαμπάνη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε. Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοκκινάκη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 864/2004, 873/2004 και 861/2004 αιτήσεις και ανταιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 131/2006 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του και τους από 29 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του λόγου αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Επειδή κατά το άρθρο 17 παρ.2 εδαφ, α' του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριουμένου. Εξάλλου, το άρθρο 13 του Ν.2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) ορίζει στην παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα, που απομένει στον ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση, που καθορίζει την αποζημίωση, προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.

Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικώς με τον Ν.2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους, που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. 'Ελλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση, που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού-που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη-υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση, που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνον την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη, που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, δεν θα αποκαθίστατο. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του π.δ. 24/31-5-1985 (ΦΕΚ Δ' 270), καθορίζονται οι όροι, που απαιτούνται για να είναι, κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, άρτια και οικοδομήσιμα τα εκτός ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών κείμενα γήπεδα.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι έτσι ιδρύεται ο εκ της διατάξεως αυτής λόγος αναιρέσεως, και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο ανωτέρω λόγος, αν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται με σαφήνεια. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, διότι περιέχει σιωπηρώς και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως.

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του αυτού ως άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος προς απόδειξη αγωγικής απαιτήσεως ή ουσιώδους ισχυρισμού του, τέτοιο δε αποδεικτικό μέσο είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και η δικαστική ομολογία, που γίνεται στα πλαίσια της δίκης για τον οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου (άρθρο 20 ΚΑΑΑ).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1086784/9374/0010/14-10-1999 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 778Δ/29-10-1999), κηρύχθηκε υπέρ του ΟΣΕ και με δαπάνες της αναιρεσίβλητης εταιρίας και για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή νέας σιδηροδρομικής γραμμής, κανονικού πλάτους και υψηλών ταχυτήτων, μεταξύ Κορίνθου-Πατρών στο τμήμα Κόρινθος-'Αγιος Βασίλειος (υποτμήμα) Α' Κόρινθος-Κιάτο, από χ.θ.0+000 έως χ.θ.21+200, αναγκαστική απαλλοτρίωση εδαφικής εκτάσεως μετά των επικειμένων της, συνολικού εμβαδού 1001.213,5 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Νομού Κορινθίας.

Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων ήταν και τα, κατά τα στοιχεία της οικείας κτηματογραφήσεως, υπ' αριθμ. ιδιοκτησίας ..... και ...... Α' ακίνητα, εμβαδού αντιστοίχως 531 και 297 τ.μ. και συνολικού 828 τ.μ., που φέρονταν ότι ανήκουν σε άγνωστους ιδιοκτήτες και χαρακτηρίζονταν το πρώτο ως αγρός με εσπεριδοειδή και το δεύτερο ως χέρσος αγρός, επί των οποίων αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ο αναιρεσείων, ο οποίος όμως ούτε κλήθηκε να παραστεί, ούτε παρενέβη στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης, καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση των απαλλοτριουμένων ακινήτων.

Στη συνέχεια όμως η ανωτέρω απαλλοτριωτική πράξη ανακλήθηκε εν μέρει με την υπ' αριθμ. 1087093/9749/ 0010/27-11-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 1092 Δ'/11-12-2002) με συνέπεια από το ανωτέρω ακίνητο να απαλλοτριώνεται τελικώς έκταση 94 τ.μ. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 1015292/1279/0010/28-2-2003 κοινή απόφαση των αυτών ως άνω Υπουργών και του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 219Δ'/12-3-2003) κηρύχθηκε συμπληρωματική της ανωτέρω απαλλοτρίωση, υπέρ του ΟΣΕ και με δαπάνες της αναιρεσίβλητης για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή των παράλληλων έργων της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής κανονικού πλάτους και υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου-Πατρών στο αυτό ως άνω τμήμα, εδαφικής εκτάσεως συνολικού εμβαδού 137.705 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Νομού Κορινθίας.

Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων, συνεχίζει το Εφετείο, περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. κτηματογραφήσεως ....... ακίνητο, εκτάσεως 2099 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του Κιάτου και φέρεται, ότι ανήκει στον αναιρεσείοντα. Το ακίνητο τούτο και η απαλλοτριωθείσα αρχικώς έκταση των 94 τ.μ. αποτελούν τμήματα του αυτού, εκτάσεως 9.900, 55 τ.μ., ακινήτου, το οποίο προέρχεται από συνένωση οκτώ αγροτεμαχίων, που αποκτήθηκαν νομίμως κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1972 έως 1999, με επαχθή αιτία, από τον φερόμενο ως ιδιοκτήτη αναιρεσείοντα.

Πρόκειται για αγρό φυτευμένο με μεγάλα δέντρα εσπεριδοειδών και μεγάλα και μικρά δέντρα βερυκοκιάς. Βρίσκεται εκτός του σχεδίου της πόλεως του Κιάτου και εντός ζώνης των 500 μέτρων, απέχει περί τα 200 μέτρα από την Εθνική Οδό Πατρών-Κορίνθου, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και έχει πρόσωπο στην επαρχιακή οδό Κιάτου-..........

Μετά την απότμηση των ως άνω απαλλοτριουμένων τμημάτων του, το μείζονος εκτάσεως ακίνητο του αναιρεσείοντος διαχωρίζεται σε δύο τμήματα, εμβαδού του ενός 1.219,91 τ.μ. και του άλλου 6.484 τ.μ. Το πρώτο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, πλην όμως εξακολουθεί να είναι, όπως και πρότερον, γεωργικώς εκμεταλλεύσιμο και μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως αποθηκευτικός χώρος, το δε άλλο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και πλήρως γεωργικώς εκμεταλλεύσιμο, ενώ για αμφότερα τα εναπομένοντα αυτά τμήματα δεν αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε ο ιδιοκτήτης του επικαλείται, ότι ένεκα της απαλλοτριώσεως αλλάζει ο τρόπος, με τον οποίο καλλιεργούνταν, ούτε στην περίπτωση αυτή εκθέτει τον τρόπο, με τον οποίο θα πρέπει να γίνεται στο μέλλον η καλλιέργειά τους, ούτε εκθέτει το είδος των ως άνω αγροτεμαχίων, ποτιστικού ή ξηρικού, μετά την απότμηση των απαλλοτριουμένων, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν πράγματι τα τμήματα αυτά, που απέμειναν, εξακολουθούν, ως επιδεκτικά καλλιέργειας, να έχουν ή όχι την ίδια αποδοτικότητα, που είχαν και πριν από την απαλλοτρίωση.

Αποδεικνύεται επίσης, ότι το δεύτερο αυτών αποκτά πρόσοψη σε τρεις οδούς, ενώ η υπερύψωση κατά ένα (1) έως τρία (3) μέτρα της όμορης προς αυτό οδού σε σχέση με το επίπεδο της επιφανείας του δεν συνεπάγεται συγκεκριμένη βλάβη του, αλλά αντιθέτως συνεπάγεται ωφελιμότητά του, αφού στην περίπτωση οικοδομήσεώς του το κατασκευαζόμενο κτίριο παίρνει ύψος από την υφιστάμενη όμορη οδό, γεγονός που συνεπάγεται επί πλέον ωφελίμους χώρους, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποθηκευτικοί ή σταθμεύσεως αυτοκινήτων.

Αντιθέτως δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ότι η περιοχή, στην οποίαν βρίσκονται τα εναπομένοντα εδαφικά αυτά τμήματα, είναι ή έχει καθιερωθεί κατά κάποιο νόμιμο τρόπο ως χώρος ή περιοχή προορισμένη για επαγγελματική και εμπορική χρήση, ουδ' αποδεικνύεται, ότι ευρίσκονται πλησίον της περιοχής, όπου έχουν ανεγερθεί εμπορικά καταστήματα, όπως ισχυρίζεται ο αιτών αναιρεσείων.

Και ναι μεν κατατίθεται από τον επ' ακροατηρίου του δικαστηρίου αυτού εξετασθέντα μάρτυρα, πολιτικό μηχανικό ........ και εκτίθεται στις ως άνω τεχνικές εκθέσεις, που προσκομίζει ο αιτών αυτός, ότι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για εμπορική-επαγγελματική χρήση, όμως κανείς αυτών δεν εκθέτει, ότι προορίζετο για τοιαύτη χρήση, κυρίως ή δευτερευόντως.

Τούτο σε συνδυασμό με το ότι το ακίνητο αυτό είναι, κατά τα εκτεθέντα, φυτευμένο με μεγάλα δένδρα εσπεριδοειδών και μεγάλα και μικρά δένδρα βερικοκιάς, κι επομένως καλλιεργείται με τα ανωτέρω καρποφόρα παραγωγικά δένδρα και ότι κανένας μάρτυρας κατέθεσε ο,τιδήποτε περί αυτού στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί του επικαλουμένου, υπό του αιτούντος ιδιοκτήτη του, προορισμού του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση, ως άνω, τμήματα του ακινήτου του. 'Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν, μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων, μεγαλύτερο τμήμα, εμβαδού 6.484 τ.μ., του ακινήτου του αναιρεσείοντος, λόγω μειώσεως της αξίας του.

Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι το τμήμα αυτό του ακινήτου είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν διευκρινίζει αν είναι τέτοιο κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, ούτε παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία, βάσει των οποίων το εδαφικό αυτό τμήμα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη περίπτωση.

Επίσης, δέχεται, ότι το ίδιο άνω εδαφικό τμήμα αποκτά πρόσοψη σε τρεις οδούς και ότι η υπερύψωση κατά ένα έως τρία μέτρα της όμορης προς αυτό οδού, σε σχέση με την επιφάνειά του, δεν συνεπάγεται βλάβη, αλλά ωφελιμότητα, αφού στην περίπτωση οικοδομήσεώς του το κατασκευαζόμενο κτίριο παίρνει ύψος από την υφιστάμενη όμορη οδό, γεγονός που συνεπάγεται επιπλέον ωφέλιμους χώρους, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποθηκευτικοί χώροι ή χώροι σταθμεύσεως αυτοκινήτων, αλλά δεν διευκρινίζει ποιές είναι οι τρεις αυτές οδοί, αν και οι τρεις είναι υπερυψωμένες ένα έως τρία μέτρα από την επιφάνεια του ακινήτου ή κάποια από αυτές και ποιά διέρχεται στο ίδιο ύψος με την επιφάνειά του, αν απαιτείται και είναι δυνατή η κατασκευή κόμβου στην υπερυψωμένη οδό, στην οποία αυτό φέρεται ότι έχει πρόσοψη, για την πρόσβαση στη μέλλουσα να ανεγερθεί οικοδομή, ούτε προσδιορίζει την απαιτούμενη επιπλέον δαπάνη για την κατασκευή υπερυψωμένης οικοδομής και την αξία των δημιουργηθησομένων χώρων, ώστε να διαπιστωθεί, ότι το ακίνητο έχει ωφέλεια και όχι βλάβη από το ότι έχει πλέον πρόσοψη σε υπερυψωμένη οδό.

Εξάλλου, ενώ δέχεται ότι το ίδιο αυτό τμήμα αποκτά πρόσοψη σε τρεις οδούς, αμέσως πιο κάτω αντιφατικώς, κάνει λόγο για μία όμορη προς αυτό οδό. Επίσης, ενώ δέχεται ότι το ίδιο αυτό εναπομείναν εδαφικό τμήμα προορίζεται, όπως και πριν από την απαλλοτρίωση, για γεωργική μόνο καλλιέργεια, όχι δε και για οικιστική ή επαγγελματική ή εμπορική χρήση, ούτε και δευτερευόντως, στη συνέχεια, αντιφατικώς, εστιάζει την ωφέλεια αυτού, από το ότι έχει πλέον πρόσοψη σε υπερυψωμένη οδό, στους ωφέλιμους χώρους που θα προκύψουν από την ανοικοδόμησή του.

Ενόψει των ανωτέρω ελλείψεων και αντιφάσεων της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του λόγου του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος εξετάζεται ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, καθώς και οι τρίτος κατά το πρώτο μέρος, και τέταρτος λόγοι από την ίδια αυτή αναιρετική πλημμέλεια είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κύριου αναιρετηρίου, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει προς απόδειξη του αιτήματος της ένδικης αιτήσεώς του για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το προαναφερόμενο, εκ 1212,91 τ.μ.

τμήμα του ακινήτου του, που απέμεινε μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος, και συγκεκριμένα τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, που έγινε με τη συνεκδικασθείσα αίτησή της, με την οποία ζήτησε και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το πιο πάνω εδαφικό τμήμα, λόγω της ζημίας, που υπέστη από την απαλλοτρίωση.

Όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από 10.12.2004 αίτησή της, η αναιρεσίβλητη εταιρεία ζήτησε με αυτή και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το προαναφερόμενο μικρό τμήμα του ακινήτου του αναιρεσείοντος, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, λόγω του ότι υπέστη από αυτή ζημία, που οφείλεται στο ότι το εδαφικό αυτό τμήμα δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.

Το Εφετείο, όμως, δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική αυτή ομολογία της αναιρεσίβλητης και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αίτηση του αναιρεσείοντος για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως και για το ως άνω εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του. Κατά συνέπεια, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

ΙΙ.- Επειδή με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως του κύριου δικογράφου, κατά το πρώτο μέρος, από την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στερείται εντελώς αιτιολογίας, άλλως ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα του ακινήτου του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά την πρώτη αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλομένη έχει αιτιολογία ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, καθόσον δε αφορά τη δεύτερη αιτίαση, προεχόντως, είναι αόριστος κι επομένως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται τα ελλείποντα στοιχεία, ούτε οι αντιφάσεις και από πού αυτές προκύπτουν, αλλά υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, ο αναιρετικός λόγος για παραβίαση των διδαγμάτων κοινής παρέχεται μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την εις αυτούς υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του αριθμού 12 του αυτού ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικώς με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, στην οποία τα αποδεικτικά μέσα εκτιμώνται ελευθέρως, κατ' άρθρα 19 παρ. 9 και 10, και 20 παρ. 6 και 8 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ).

Εν προκειμένω, με τον έκτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναιρέσεως του κύριου δικογράφου ψέγεται το Εφετείο, διότι παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων εδαφικών τμημάτων του αναιρεσείοντος, αφού, σύμφωνα με τα διδάγματα αυτά, κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από τις 17-4-2002, που το ίδιο Εφετείο έλαβε υπόψη ως σκοπητέο χρόνο για τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως για άλλο παρεμφερούς αξίας γειτονικό των επιδίκων ακίνητο έως τις 10-12-2003 και 7-12-2005, που έλαβε υπόψη ως κρίσιμους χρόνους για τον προσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριωθέντων, η αγοραία αξία αυτών αυξήθηκε τουλάχιστον κατά το ποσοστό του ετήσιου πληθωρισμού.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη, ότι δεν έλαβε υπόψη τα διαλαμβανόμενα στην προσδιοριζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφορικώς με την αξία των απαλλοτριωθέντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στην απόφαση ρητώς αναφέρεται ότι συνεκτιμήθηκε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και το ανωτέρω έγγραφο.

Επίσης, ο πέμπτος κύριος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμός 12 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικώς με την αγοραία αξία των απαλλοτριωθέντων δεν βρίσκει έρεισμα στις αποδείξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Επειδή μετά τα παραπάνω και δεδομένου ότι οι λοιποί κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως αναφέρονται στο αυτό ως άνω κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης, στο οποίο αφορούν οι γενόμενοι δεκτοί λόγοι κι επομένως, ως μη έχοντες πλέον αντικείμενο, παρέλκει η εξέτασή τους, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα του ακινήτου του αναιρεσείοντος, καθώς και ως προς τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα, που αφορούν την αμοιβή του δικηγόρου του, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 131/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και συγκεκριμένα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια τριάντα (1230) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ