Supreme Court partially allows appeal regarding interest on back-payments, remanding case for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a final judgment regarding back-payments and interest. The appellants argued that the respondent's refusal to pay interest violated constitutional rights and contract law, while the respondent contended the payments were not contractual obligations. The court ruled that the respondent had the right to revoke the voluntary payments and that the non-payment of interest constituted a refusal of debt rather than an abuse of rights, thus overturning the original decision on interest but remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 281 of the Civil Code; Article 288 of the Constitution: The court established that the refusal to pay interest on previously revoked voluntary payments constitutes a denial of debt rather than an abuse of rights, provided the payments were not made regularly over a long period to imply a tacit agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1533 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1533/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) ...., 2) ...., 3) ...., 4) ...., 5) ...., 6) ...., 7) ...., 8) ...., 9) ...., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ...., 14) ....και 15) ...... Εκπροσωπήθηκαν όλες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κεράνη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΕΒΟ – ΠΥΡΚΑΛ» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ Ε.Β.Ο. Α.Ε.», δυνάμει του νόμου 3195/2003 («Ρύθμιση θεμάτων συγχώνευσης εταιριών ΕΒΟ ΑΕ – ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ») και της υπ΄ αριθμ. 3456/28-12-2003 συμβολαιογραφικής πράξεως συγχωνεύσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Αργυρώς Σεργάκη – Παπαδογιάννη, η οποία δημοσιεύθηκε κατά νόμον (ΦΕΚ 418/20-1-2004 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Πολυχρονίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαρτίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 968/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3594/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 25-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή όλων των λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, με το ν. 43/1975 συστήθηκε, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής αναπτύξεως (ΕΤΒΑ), η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ελληνική Βιομηχανία Αεροπορικού Υλικού» (ΕΒΑΥ), της οποίας την πλειοψηφία των μετοχών διατήρησε το Ελληνικό Δημόσιο(άρθρ. 1 παρ. 1 και 2). Με το ν. 696/1977 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν. 43/1975», η ως άνω εταιρία μετονομάστηκε σε «Ελληνική Αεροπορική Εταιρία Α.Ε.» (Ε.Α.Β.) και ορίστηκε στον τελευταίο αυτό νόμο ότι «Η Ε.Α.Β.
απολαύει απάντων των δικονομικών προνομίων, ως εάν είναι το Δημόσιον»(άρθρ. 6) και «...αποτελεί επιχείρησιν κοινής ωφελείας …» (άρθρ. 7). Ακολούθως, σε εκτέλεση διατάξεων του ν. 43/1975 και των άρθρων 4, 5, 6, 7 και 11 του ν. 696/1977 ιδρύθηκε, με το Π.Δ. 514/1977, η εταιρία με την επωνυμία «Ελληνική Βιομηχανία Όπλων (Ε.Β.Ο.) Α.Ε.», αρχικώς εναγομένη, η οποία ως εκ του διέποντος αυτήν νομικού καθεστώτος του ν. 2414/1996 (και των σχετικών μεταγενέστερων νόμων) είναι δημόσια επιχείρηση, ανήκει κατά πλειοψηφία στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και τελεί υπό τον έλεγχο του Κράτους.
Την εταιρία αυτή διαδέχθηκε ήδη καθολικώς (ν. 3195/2003) η αναιρεσίβλητη. Από τις διατάξεις αυτές, όμως, δεν συνάγεται ότι η τελευταία απολαμβάνει και τα παρεχόμενα στο Δημόσιο προνόμια από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του δ/τος της 26/6-7-1944 «περί του κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», όπως είναι η διάταξη του άρθρου 21 αυτού, κατά την οποία «ο νόμιμος και ο της υπερημερίας πάσης οφειλής του Δημοσίου τόκος ορίζεται σε 6% ετησίως».
Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, αντίθετα, ότι για τα, ειδικώς αναφερόμενα, και καταβληθέντα από την εναγομένη στις ενάγουσες κονδύλια κεφαλαίου της από 21-3-2001 αγωγής, για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 μέχρι 20-11-2000, οφείλονται νόμιμοι (ποσοστού 6% ετησίως)τόκοι από την επίδοση της ως άνω αγωγής μέχρι 9-5-2001 που καταβλήθηκε μέρος μόνο των αιτηθέντων κονδυλίων, και όχι ο νόμιμος τόκος υπερημερίας (άρθρ. 345-346 Α.Κ.
και 109 Εισ. Ν.Α.Κ.), παραβίασε (με εσφαλμένη εφαρμογή) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 696/1977, 21 του Κ.Ν.Δ.Δ. και 345-346 Α.Κ., 109 Εισ. Ν.Α.Κ.. Γι' αυτό ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. 2. Επειδή, η αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθ.ΕΟΚ, επιβάλλει στον εργοδότη όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους μισθωτούς του που παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.
Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια ή οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Διαφορετικά, αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων μισθωτών που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ., 3 παρ. 2 του Ν. 2190/1929, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Δ.Σ. που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή υπέρ τα ελάχιστα όρια αυτού, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στο μισθωτό κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας του, τακτικά και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης εργασίας αυτού.
Όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή με την προεκτεθείσα έννοια, ο εργοδότης αποφασίζει μονομερώς την χορήγησή της, με την καταβολή όμως αυτής κατά τρόπο σταθερό και επί μακρό χρόνο, χωρίς επιφύλαξη για την διακοπή της, καταρτίζεται με τον εργαζόμενο που την αποδέχεται σιωπηρή σύμβαση περί τακτικής καταβολής της, ως μισθού, οπότε η παροχή αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον εργοδότη, εκτός εάν είχε επιφυλάξει ρητώς για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεώς της ή αν η παροχή είχε χορηγηθεί από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα εργασίας, ή αν χορηγήθηκε προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως, οι οποίες έπαυσαν να υπάρχουν.
Εάν όμως ο εργοδότης καταβάλει ορισμένη παροχή σε εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, δεν μπορεί όπως αναφέρθηκε να τεθεί θέμα οικειοθελούς παροχής και συνακόλουθα αναλήψεως από αυτόν συμβατικής υποχρεώσεως έναντι των εργαζομένων που εισέπραξαν την παροχή αυτή, για την συνέχιση της καταβολής της. Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα :
Οι ενάγουσες – αναιρεσείουσες προσελήφθησαν, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόρίστου χρόνου, και υπηρετούν ως γραμματείς σε διάφορες διευθύνσεις της εναγομένης ΕΒΟ Α.Ε. - της οποίας ήδη καθολικός διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη - η οποία είναι δημόσια επιχείρηση. Στις 22-12-1997, με την 61/ΑΜ/φα απόφασή του ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης καθόρισε ότι «το επίδομα ευθύνης εφαρμόζεται και στις γραμματείς του Δ/ντος Συμβούλου λόγω ιδιαιτερότητος», το όρισε δε στο ποσό των 50.000 δραχμών μηνιαίως και το εισέπραξαν η ....από 1-1-1997 και η ....από 1-10-1997, αφού έκτοτε κατείχε τη θέση γραμματέως του Δ/ντος Συμβούλου, και συνέχισαν να το εισπράττουν.
Στη συνέχεια οι επτά(7) πρώτες από τις ενάγουσες με την υπ' αριθ. κατ. 1745/8-7-98 αγωγή τους και οι υπόλοιπες οκτώ (8) με την υπ' αριθ. κατ. 1744/8-7-98 αγωγή τους ζήτησαν, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, να χορηγηθεί και σ' αυτές το εν λόγω επίδομα για το διάστημα από 1-1-1997 έως 30-6-1998. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι 6447 και 6451/2000 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες δέχθηκαν τις άνω αγωγές, αντιστοίχως, κατέστησαν δε και αμετάκλητες.
Ακολούθως όλες οι παραπάνω ενάγουσες άσκησαν, νέες, τις ένδικες (αριθ. κατ. 464/28-3-2001 και 1328/3-7-2001) αγωγές, τις οποίες κοινοποίησαν στην εναγομένη στις 2-4-2001 και 11-7-2001, αντιστοίχως. Η εναγομένη στις 29-11-2000 κατέβαλε τα επιδικασθέντα αμετακλήτως ποσά του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 έως 30-6-1998 και στις 9-5-2001(μετά την κοινοποίηση της πρώτης από τις ένδικες αγωγές) τα ποσά των 50.000 δρχ.
το μήνα για το από 1-7-1998 έως 20-11-2000 χρονικό διάστημα, στην κάθε μία από τις ενάγουσες. Για τον υπόλοιπο χρόνο, δηλαδή από 22-11-2000 έως 30-6-2001 ισχυρίζεται ότι ουδέν οφείλει, αφού πράγματι στις 21-11-2000 ο τότε Δ/νων Σύμβουλός της ανακάλεσε την από 22-12-1997 ΑΠ61/ΑΜ/φα απόφασή του περί χορηγήσεως επιδόματος ευθύνης στις δύο(ως άνω) γραμματείς και έκτοτε (από 21-11-2000) καμία γραμματέας δεν εισπράττει το εν λόγω επίδομα και κατ' ουδένα τρόπο έγινε κακή εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης που εφεξής χάνει τη νόμιμη έδρασή της.
Αφού, μετά την ως άνω ημερομηνία (21-11-2000), όπως προαναφέρθηκε, το εν λόγω επίδομα δεν χορηγείται σε καμία από τις γραμματείς που εργάζονται στις διάφορες διευθύνσεις της εναγομένης, η οποία άσκησε το νόμιμο δικαίωμά της διακόπτοντας την καταβολή της εν λόγω παροχής και κατ' αυτό τον τρόπο επήλθε η μισθολογική εξομοίωση των εναγουσών γραμματέων με τις δύο γραμματείς του Δ/ντος Συμβούλου.
Ακολούθως δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι η ως άνω παροχή είναι οικειοθελής και ελευθέρως ανακλητή, αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απέκτησε τον χαρακτήρα μισθού και όρου των ατομικών συμβάσεων των δύο γραμματέων και κατέληξε ότι η αναιρεσίβλητη εδικαιούτο να προβεί στη διακοπή της εν λόγω παροχής προς τις ενάγουσες, χωρίς να απαιτείται να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα αυτό και χωρίς να παραβιάζεται το δεδικασμένο των άνω αποφάσεων, οι οποίες είχαν επίσης χαρακτηρίσει την παροχή του επιδόματος ως οικειοθελή και ελευθέρως ανακλητή.
Βάσει αυτών των παραδοχών, το Δικαστήριο της ουσίας, επικύρωσε κατά τούτο την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια, και απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό. Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, παρά τις εσφαλμένες κατά ένα μέρος αιτιολογίες του, κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα. Ειδικότερα οι προαναφερόμενες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δέχθηκαν ότι οι αναιρεσείουσες παρείχαν κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα τις ίδιες υπηρεσίες και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τις δύο γραμματείς του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης και επιδίκασαν έτσι σ' αυτές την οικειοθελή παροχή που είχε δοθεί ως επίδομα ευθύνης στις άνω γραμματείς, με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Από της παραπάνω αποφάσεις, άρα, παραγόταν δεδικασμένο για το δικαίωμα των αναιρεσειουσών να λάβουν, λόγω άνισης μεταχειρίσεως αυτών, την πιο πάνω οικειοθελή παροχή, για το τότε επίδικο χρονικό διάστημα, αλλά και για μεταγενέστερα διαστήματα, εφόσον δεν θα είχε επέλθει κατ' αυτά καμία μεταβολή του νομικού καθεστώτος και των πραγματικών περιστατικών που στήριζαν το δικαίωμα.
Από τις 20-11-2000 όμως, που η αναιρεσίβλητη ανακάλεσε το επίδομα που είχε χορηγήσει οικειοθελώς στις δύο γραμματείς του διευθύνοντος συμβούλου, μεταβλήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που στήριζαν τις αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσειουσών και έπαυσε έτσι να ισχύει για τις αξιώσεις αυτές το ως άνω δεδικασμένο.
Επομένως μετά την παραπάνω ημερομηνία (20-11-2000) και ανεξάρτητα από το αν η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα να ανακαλέσει το επίδομα που χορηγούσε τακτικά κάθε μήνα στις δύο γραμματείς – το ζήτημα αυτό αφορά στην αναιρεσίβλητη και τις δύο γραμματείς και πριν κριθεί ότι οι τελευταίες δικαιούνται το επίδομα και μετά την ανάκληση τούτου δεν επηρεάζει τις σχέσεις των παρόντων διαδίκων - οι αναιρεσείουσες δεν δικαιούνται να ζητήσουν την πληρωμή τούτου, με βάση το δεδικασμένο των άνω αποφάσεων ή με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Συνεπώς οι σχετικές αξιώσεις τους, που δεν προβλέπονται από διατάξεις νόμου ή ΣΣΕ, θα μπορούσαν να θεμελιωθούν μόνο σε τυχόν υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δηλαδή μόνο αν γινόταν δεκτό ότι κατά τον χρόνο ανακλήσεως του επιδόματος από την αναιρεσίβλητη υπήρχε ήδη και συμβατική υποχρέωση αυτής για την καταβολή τούτου στις αναιρεσείουσες.
Με βάση όμως τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταρτίστηκε ποτέ τέτοια σύμβαση. Οι καταβολές από την αναιρεσίβλητη α)στις 20-11-2001 (συγχρόνως με την γενόμενη από αυτή ανάκληση του επιδόματος) των επιδομάτων που επιδικάστηκαν στις αναιρεσείουσες με τις τελεσίδικες αποφάσεις 6447 και 6451/2000 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και β)στις 9-5-2001 (μετά την επίδοση στις 2-4-2001 της πρώτης των ενδίκων αγωγών) του μέρους των ζητούμενων επιδομάτων που κάλυπταν τα επιδόματα του χρονικού διαστήματος από 1-7-1998 μέχρι τις 20-11-2000 που έγινε η ανωτέρω ανάκληση, δεν καθιστούν καταρχήν το εν λόγω επίδομα οικειοθελή παροχή της αναιρεσίβλητης προς τις αναιρεσείουσες και πολύ περισσότερο οι καταβολές αυτές και η είσπραξη των αντίστοιχων ποσών από τις τελευταίες δεν δημιουργούν συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για την τακτική καταβολή τους σ' αυτές.
Και τούτο, διότι οι ως άνω καταβολές έγιναν σε εκτέλεση τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων την ημέρα που δηλώθηκε η ανάκληση του επιδόματος ή μετά την κοινοποίηση στην αναιρεσίβλητη της πρώτης των ένδικων αγωγών για τα ασφαλώς οφειλόμενα μέχρι της ανακλήσεως – βάσει του δεδικασμένου των άνω αποφάσεων – επιδόματα και συνεπώς δεν έγιναν κατά τρόπο σταθερό (κάθε μήνα) για μακρό χρονικό διάστημα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για την ύπαρξη σιωπηρής συμφωνίας των διαδίκων περί της καταβολής τους.
Κατ' ακολουθία, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά τις εσφαλμένες αιτιολογίες της, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 β΄ του Συντάγματος, 288, 653 του Α.Κ. και 7 του Ν. 2112/1920 και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ.
Τέλος ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση και παραβίαση του άρθρου 281 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί. Καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, εάν η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα να ανακαλέσει την προαναφερόμενη οικειοθελή παροχή αυτής προς τις δύο γραμματείς, δεν το άσκησε καταχρηστικά, ενώ αν δεν είχε τέτοιο δικαίωμα δεν τίθεται θέμα καταχρηστικής ασκήσεως τούτου.
Εξάλλου, καθόσον αφορά στις αναιρεσείουσες, η μη καταβολή των επιδομάτων μετά την ανάκληση της οικειοθελούς παροχής, δεν αποτελούσε άσκηση δικαιώματος, αλλά άρνηση της οφειλής προς αυτές, η οποία δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Κατόπιν αυτών και των όσων εκτέθηκαν για την βασιμότητα του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε στις αναιραισείουσες τόκους από της επιδόσεως της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, λόγω της εν μέρει νίκης αυτών (άρθρ. 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3594/2003, τελεσίδικη, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, που ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2006. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ