Legislator Case Law & Legislation
1532/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding statutory severance pay claims.

Case Number 1532/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 101 individuals against a labor court decision regarding their statutory severance pay. The appellants argued that the lower court failed to comply with a binding Supreme Court precedent concerning the calculation of severance for fixed-term employment contracts. The court ruled that the lower court correctly applied the binding precedent and therefore the appeal lacked legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 180 para. 1, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 480 of the Code of Civil Procedure in conjunction with Article 22 of Law 3639/1957: A lower court's compliance with a binding Supreme Court decision on a legal issue precludes the establishment of an appeal ground under Article 559 no. 18 of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
binding precedent severance pay fixed term contract appeal dismissal statutory benefits labor law court compliance

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 180 para. 1, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 480 of the Code of Civil Procedure in conjunction with Article 22 of Law 3639/1957
Articles 52 no. 18 of the Code of Civil Procedure
Article 5 para. 12 of Law 1738/1987
Article 28 para. 5 of Law 2579/1998
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice no. 134423/8.12.1992

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1532 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1532/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Σ. του Α., (σύμφωνα με το ………Διαζευκτήριο της Ιεράς Μητρόπολις………), 2.Μ. Κ. του Κ., 3.Θ. Κ. του Χ., 4.Ε. Κ. του Ε., 5. Μ. Σ. του Α. (σύμφωνα με την 292/9-7-1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας), 6.Σ. Κ. του Π., 7.Θ. Κ. του Β., 8.Θ. Κ. του Σ., 9. Φ. Κ. του Σ., 10. Α. Κ. του Α., 11. Ν. Κ. του Χ., 12. Φ. Κ. του Ι., 13. Σ.

Κ. του Δ., 14. Μ. Κ. του Π., 15.Ε. Κ. του Α., 16.Ε. Κ. του Θ., 17. Χ. Κ. του Λ., 18. Θ. Κ. του Γ., 19.Μ. Κ. του Γ., 20. Σ. Κ. του Η., 21.Ε. Λ. του Π., 22. Μ. Λ. του Α.,-23. Α. Λ.-Τ. του Κ., 24. Ξ. Μ. του Ε., 25. Δ. Μ. του Ι., 26.Χ. Μ. του Μ., 27. Χ. Μ. του Ν., 28.Α. Μ. του Γ., 29.Ε. Μ. του Π., 30.Μ. Μ. του Γ., 31. Κ. Μ. του Κ., 32. Β. Μ. του Γ., 33.Ε. Μ. του Χ., 34. Ά. Μ. του Χ., 35. Χ. Μ. του Κ., 36.Ε. Ν. του Λ., 37.

‘Α. Ν. του Α., 38. Σ. Ν. του Δ., 39.Ε. Ν. του Γ., 40. Κ. Ν. του Σ., 41. Μ. Ν. του Σ., 42. Δ. Ν. του Χ., 43. Σ. Ξ. - Α. του Α., 44.Ε. Ο. του Π., 45.Α. Π. του Ν., 46. Α. Π. του Γ., 47. Ε. Π. του Α., 48. Ε. Π. του Θ., 49. Δ. Π. του Τ., 50. Χ. Π. του Γ., 51. Κ. Γ. του Γ., 52. Ε. Φ. του Κ., 53. Β. Φ. του Σ., 54. Μ. Α. του Δ., 55. Γ. Ε. του Π., 56.Μ. Ε. του Γ., 57.Α. Κ. του Κ., 58.Δ. Κ. του Π., 59. Γ. (Ι.) Μ. του Π., 60.

Α. Μ. του Α., 61. Α. Σ. του Ν., 62. Α. Σ. - Κ. του Β., 63.Π. Σ. του Ν., 64. Κ. Χ. του Γ., 65.Ε. Σ. του Ο., 66. Σ. Α. του Α., 67. Α. Κ. του Σ., 68. Ε. Κ. του Α., 69. Φ. Μ. του Δ., 70.Ε. Τ. - Μ. του Α., 71. Γ. Β. του Χ., 72.Α. Ε. του Ν., 73. α) Α. Χ. του Κ., β)Σ. Χ. του Α. και γ)Φ. Χ. του Α., (ως νομίμων κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Β. -Χ. του Δ.), 74. Μ. Κ. - Α. του Μ., 75.Κ.

Μ. - Ρ. του Γ., 76.Μ. Μ. του Κ., 77.Μ. Μ. του Γ., 78. Ά. Π. - Σ. του Κ., 79. Χ. Σ. του Ε.. 80. Μ. Σ. - Ξ. του Ι., 81. Μ. Κ. του Χ., 82. Β. Κ. του Σ., 83. Φ. Δ. του Κ., 84. Ε. Δ. του Γ., 85. Σ. Κ. του Κ., 86. Σ. Ν. του Γ., 87.Ε. Κ. του Γ., 88. Β. Σ. του Ν., 89. Γ. Τ. του Ι., 90. Ν. Π. - Μ. του Α., 91. Ν. Μ. του Α., 92. Μ. Σ. του Ε., 93.Α. Μ. του Δ., 94. Ε. Γ. - Ν. του Γ., 95.’Α. Μ. του Ι., 96. Γ. Τ. - (Κ. Α.) του Χ., 97.

Μ. Μ. του Κ., 98.Κ. Δ. του Α., 99.Δ. Α. του Χ., 100. Ε. Μ. του Σ. και 101.Ε. Σ. του Μ., κατοίκων …….., εκ των οποίων οι με α/α 4η,12η,31η,38η,45η,47η,49η,50η,72η,74η,78η,81η,84η και 98η δεν παραστάθηκαν. Όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Θωμά Καζάκου πληρεξουσίου Νομικού Συμβούλου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 91/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντίθετων εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν η 984/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 23-5-2016 αίτηση αναίρεσης και οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 9-6-2016 αίτησή τους. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αιτήσεις αναίρεσης, εκδόθηκε η 1010/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 5104/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2020 αίτηση και τους από 14-10-2022 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην αντίθετη περίπτωση η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. …….έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Μ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την αρχική δικάσιμο της 7.12.2021 και με αναβολή εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15.11.2022), φέρεται να επιδόθηκε με επίσπευση όλων των αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Παναγιώτη Καμπίτη.

Σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι 4η, 12η, 31η, 38η, 45η, 47η, 49η, 50η, 72η, 74η, 78η, 81η, 84η και 98η των αναιρεσειουσών δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τη δικάσιμο αυτή, ενώ παρέστησαν οι λοιποί εκ των εκατόν ενός (101) αναιρεσειόντων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον έτερο πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Δημήτριο Βασιλείου, δια δηλώσεως του άρθ. 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (βλ.

εξουσιοδοτήσεις - ιδιωτικά έγγραφα αυτών με βεβαίωση αρμοδίως του γνησίου της υπογραφής τους). Κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Τμήμα του Αρείου Πάγου έρευνα του φακέλου της δικογραφίας, ουδόλως προκύπτει η παροχή πληρεξουσιότητας προς κάποιον από τους άνω δικηγόρους εκ μέρους των ως άνω απολειπομένων και φερομένων ως επισπευδουσών αναιρεσειουσών, προκειμένου αυτός να επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και για λογαριασμό τους έτσι ώστε ο ως άνω δικηγόρος να τις εκπροσωπήσει και αυτές, εγκύρως, μαζί με τους λοιπούς (παριστάμενους) επισπεύδοντες - αναιρεσείοντες, κατά την παρούσα δικάσιμο κατά την οποία οι τελευταίοι παραστάθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, δια του ως άνω δικηγόρου.

Επομένως, η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης από τις απολειπόμενες ως άνω αναιρεσείουσες, κατά την παρούσα δικάσιμο δεν είναι έγκυρη και εν όψει της μη προκύπτουσας τυχόν κλητεύσεώς τους από τους λοιπούς διαδίκους (αναιρεσίβλητο και παριστάμενους αναιρεσείοντες) για να παρασταθούν στη συζήτηση, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία και απουσιάζουν, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτές και περαιτέρω να προχωρήσει η συζήτησή της, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, [ογδόντα επτά (87) πλέον, συνολικά], που παρίστανται νομίμως.

Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των 4ης, 12ης, 31ης, 38ης, 45ης, 47ης, 49ης, 50ης, 72ης, 74ης, 78ης, 81ης, 84ης και 98ης απουσών αναιρεσειουσών ως προς τις οποίες κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης τους και υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτούς δεν είναι οριστική (ΟλΑΠ 4/2013).

Με την, από 12.11.2020 και με αριθμό κατάθεσης 618/59/27.1.2021, αίτηση αναίρεσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, και όπως παραδεκτά το επώνυμο της 1ης αναιρεσείουσας διορθώνεται στο ορθό Σ. του Α., σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ……Διαζευκτήριο της Ιεράς Μητρόπολης………, και της 5ης αναιρεσείουσας διορθώνεται στο ορθό Σ.

Μ., σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 292/9.7.1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 5104/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά την αναίρεση με την υπ' αριθμ. 1010/2018 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού της υπ' αριθμ. 984/2016 απόφασης του ίδιου Εφετείου.

Με την ως άνω προσβαλλόμενη5104/2019 απόφαση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών α) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18.2.2015 και με αριθμ. κατάθεσης 1233/2015 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς τις: 1η, 2η, 10η, 11η, 22η, 25η, 26η, 27η, 31η, 44η, 45η, 50η, 85η και 90η των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, β) απέρριψε κατ' ουσία την από 4.2.2015 και με αριθμό κατάθ. 765/2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και γ) έκανε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή την από 18.2.2015 και με αριθμ.

κατάθεσης 1233/2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και μετά την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 91/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκδίκασης της από 21.3.2010 και με αριθμό κατάθεσης 2011/6.4.2011 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, 1) Απέρριψε την αγωγή ως προς τις: 4η, 5η, 6η, 7η, 15η, 16η, 17η, 18η, 20η, 21η, 24η, 32η, 33η, 34η, 36η, 37η, 40η, 42η, 48η, 53η, 54η, 56η, 57η, 58η, 59η, 60η, 62η, 65η, 74η, 83η, 87η, 89η, 92η, 94η, 98η, και 101η ενάγουσες και 2) Δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, παραδεκτά και εμπρόθεσμα (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ισχύει από 1.1.2022 ( Ν.4842/2021και Ν.4912/2022), ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 14.10.2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι επιδόθηκαν στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στις 14.10.2022, σύμφωνα με την υπ' αριθμ.

…….έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Π.. Κ., δηλαδή τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (15.11.2022). Πρέπει, επομένως, αφού συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της αποφάσεως και, επομένως, και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα.

H έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει οπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.

Με την αναίρεση της αποφάσεως, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αιτήσεως, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ.

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν κεφάλαιο επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 387/2018).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή, και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ` αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής. (ΟλΑΠ 15/2011).

Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ` ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 534/2015, 1708/2014).

Κατά δε το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική (ΑΠ 1392/2022, 387/2021,199/2012, 411/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).

Τέλος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, με την οποία ορίζεται ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους.

Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με την προβλεπομένη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης τους στην οποία αυτοί εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.

Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ, και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίσθηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάσσονται από το χρόνο της κατατάξεώς τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές που δεν έλαβαν εξαιτίας μόνο του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017).

Η διάταξη αυτή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α του Ν. 3320/2005 δεν αντιβαίνει στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, και ειδικότερα στη ρήτρα 4 σημείο 1 αυτής με την οποία ορίζεται ότι "όσον αφορά τις συμβάσεις απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους" και της οποίας (ρήτρας) μπορεί να γίνεται άμεση επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αφού αυτή είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής (ΔΕΚ της 15.4.2008 υπόθ.

Impact C 268/06, ΔΕΚ της 22.12.2010 Inglessias Torres C 456/09). Και τούτο διότι κυρίως δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η απαιτουμένη από τη ρήτρα αυτή συγκρισιμότητα των επίμαχων συνθηκών απασχόλησης, για τη συνδρομή της οποίας λαμβάνεται υπόψη σύνολο παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, ώστε τα άτομα αυτά να μπορεί να θεωρηθεί ότι ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την έννοια ότι ασκούν πανομοιότυπη ή παρόμοια με αυτούς εργασία, αφού στην περίπτωση που η εργασία που πραγματοποίησε ο εργαζόμενος με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν αντιστοιχεί στην εργασία των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η ρήτρα αυτή, δεδομένου ότι η διαφορετική μεταχείριση αφορά διαφορετικές καταστάσεις (ΔΕΚ της 14.9.2016 υπόθ.

Diego Porras C 596/14 σκέψεις 40, 41, ΔΕΚ της 18.10.2012 υπόθ. Valenza C 302, 304/11 σκέψεις 42, 43). Για τη συνδρομή δε της ανωτέρω προϋπόθεσης της συγκρισιμότητας δεν αρκεί η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η αμοιβή αυτών δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διέθεταν τα ίδια προσόντα και εργάζονταν υπό τις ίδιες συνθήκες, χωρίς την ειδική μνεία συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αναφορά των δραστηριοτήτων και καθηκόντων εκατέρας των δύο πλευρών για να ερευνηθεί εάν υπήρξε παραβίαση της ρήτρας αυτής ή όχι (ΑΠ 866/2015).

Πολλώ δε μάλλον που στη κρινόμενη υπόθεση και κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες προσελήφθησαν για να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου δεκάμηνης διάρκειας για τον καθαρισμό των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) [όπως αυτή ίσχυε ως εκ του κρίσιμου χρόνου, πριν τη τροποποίησή της αρχικά με το άρθρο 35 παρ. 4 του Ν. 3577/2007 και στη συνέχεια με το άρθρο 36 του Ν. 3699/2008, ήτοι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων], στην οποία προβλεπόταν ρητά ότι ειδικά για τα σχολεία ο καθαρισμός των σχολείων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης γίνεται (μόνο) από καθαρίστριες που εκτελούν το έργο αυτό με σύμβαση μίσθωσης έργου, η οποία συνάπτεται μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και καθεμιάς από αυτές και καλύπτει ένα διδακτικό έτος και ότι συμβάσεις αυτές υπογράφονται από τον αντίστοιχο νομάρχη και από την κάθε καθαρίστρια και προβλέπουν αμοιβή ανά αίθουσα, το ετήσιο ύψος της οποίας προσδιορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 15 του μεταγενέστερου Ν. 1894/1990 "Για την Ακαδημία Αθηνών και άλλες εκπαιδευτικές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 110) ορίσθηκε ότι οι συμβάσεις των καθαριστριών των σχολείων υπογράφονται από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων γραφείων εκπαίδευσης και όπου δεν υπάρχουν γραφεία εκπαίδευσης από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων διευθύνσεων εκπαίδευσης.

Επί πλέον στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η ανωτέρω νομοθετική επιλογή της κατάρτισης συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας για τον καθαρισμό των σχολείων, κατά το μέρος που ανάγεται στον χρόνο μετά την παρέλευση του χρόνου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), δεν παρίσταται αυθαίρετη, αλλά δικαιολογείται από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των συμβάσεων αυτών, κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 στοιχ.

α της Οδηγίας (ΔΕΚ της 23.4.2009 υπόθ. Αγγελιδάκη C 378 - 380/07 σκέψη 96, ΔΕΚ (διάταξη) της 24.4.2009 υπόθ. Κούκου C 519/08 σκέψη 45, ΔΕΚ της 26.1.2012 υπόθ. KucuK C 586/2010 σκέψη 27 και 31, ΔΕΕ της 26.2.2015 υπόθ. Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου C 238/14 σκέψη 47), αφού οι υπηρεσίες αυτές, ως απαραίτητη δραστηριότητα κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών για τη λειτουργία της εκπαίδευσης (καθαρισμός σχολικών κτηρίων), δεν επιβάλλει την πρόσληψη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μόνιμου τακτικού προσωπικού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά μπορεί να επιτευχθεί εξίσου και με τη κατάρτιση συμβάσεων μίσθωσης έργου, είτε αυτές συνάπτονται με νομικά πρόσωπα (πχ εταιρείες καθαρισμού), είτε με φυσικά πρόσωπα.

Και τούτο διότι η κατάρτιση ανανεουμένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας, έστω και αν αυτή λαμβάνει χώρα κατ' επανάληψη ή και μόνιμα, εφόσον τούτο δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια του άρθρου 5 σημείο 1 στοιχ. α της Οδηγίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πλαίσιο αυτής που αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 2 αυτής (πρβλ περίπτωση επί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ της 26.1.2012 υπόθ.

KucuK C 586/2010). Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι και με τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 4 του Ν. 3577/2007 και στη συνέχεια του άρθρου 36 του Ν. 3699/2008, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 113 παρ.5 του Ν. 1892/1990 και οι οποίες εκδόθηκαν σε χρόνο μετά την προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70, ορίσθηκε και πάλι ότι ο καθαρισμός των σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μπορεί να καλυφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, για τις περιπτώσεις που οι ανάγκες καθαρισμού δεν καλύπτονται από το προσωπικό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις [τοιαύτη προϋπόθεση δεν έθετε η διάταξη του άρθρου 113 παρ.5 του Ν. 1892/1990 υπό την ως άνω αρχική της διατύπωση, αυτή δε τέθηκε προφανώς μετά τη σύσταση οργανικών θέσεων καθαριστριών σχολικών κτηρίων και την κατάταξη σε αυτές καθαριστριών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείουσες και ο 46ος αναιρεσείων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004], που συνάπτονται όχι μόνο με συνεργεία καθαρισμού, αλλά και με καθαριστές/καθαρίστριες.

Αλλά και με πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις, μεταβατικού χαρακτήρα, όπως οι διατάξεις του άρθρου 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 72 του Ν. 4369/2016 ή του άρθρου 81 του Ν. 4413/2016 (ΦΕΚ Α 148) ορίσθηκε ότι οι ανάγκες καθαρισμού και φύλαξης δημοσίων υπηρεσιών γίνεται με συμβάσεις έργου ή μίσθωσης υπηρεσιών με φυσικά πρόσωπα που δεν απασχολούν προσωπικό και εργάζονταν ή εργάζονται αυτοπροσώπως με τη φύλαξη ή καθαριότητα των πιο πάνω υπηρεσιών ή απασχολούνταν σε εταιρείες στις οποίες είχε ανατεθεί ο εν λόγω καθαρισμός ή η φύλαξη.

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το ότι στην προκειμένη περίπτωση εντάχθηκαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και για τον εφεξής χρόνο σε συσταθείσες οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ` εφαρμογή της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 που εκδόθηκε σε εφαρμογή της Οδηγίας, διότι η διάταξη αυτή του άρθρου 11, παραπέμποντας για την εφαρμογή της στη διάταξη μόνο του άρθρου 5 παρ. 1 αυτού που αφορά την απαγόρευση κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι και στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 αυτού, που επιτρέπει την κατ' εξαίρεση κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον τούτο δικαιολογείται για αντικειμενικούς λόγους, όπως προβλέπει άλλωστε η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α της Οδηγίας και μάλιστα χωρίς η τελευταία να θέτει χρονικούς περιορισμούς, είναι στο σημείο αυτό ευνοϊκότερη της Οδηγίας για τους απασχολουμένους.

Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 σημείο 1 της ως άνω Οδηγίας, η Οδηγία καθορίζει το ελάχιστο όριο προστασίας, χωρίς να εμποδίζει την εισαγωγή ευνοϊκότερων διατάξεων για τους εργαζομένους, όπως συμβαίνει εν προκειμένω (Ολ. ΑΠ 9/2017, 16/2017, ΑΠ 241/2022, 139/2020, 515/2019). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 984/2016 απόφασή του έκρινε ότι με βάση τη διάταξη του εδαφίου β της παρ.4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, οι απασχοληθέντες με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναιρεσείουσες, και 46ος αναιρεσείων για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσιβλήτου, που έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας και των οποίων η αμοιβή δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες , δικαιούνται και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο των αποδοχών που προκύπτουν από το Ν. 3205/2003, τις οποίες λαμβάνει το απασχολούμενο με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να μπορεί να εξαχθεί αντίθετο συμπέρασμα από τη διάταξη του εδαφίου α της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 "καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στη γένεση της αξίωσης των κατατασσομένων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλαδή για μια άλλη αξίωση θεμελιουμένη σε διαφορετική νομική βάση" ...

Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1010/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος έκρινε ότι " Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, με την οποία ορίζεται ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με την προβλεπομένη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης τους στην οποία αυτοί εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής".

Κατόπιν αυτού, έκρινε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είχε δεχθεί τα αντίθετα, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου ( άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ) τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 εδ. α του Ν. 3320/2005, την οποία δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέα στη προκειμένη περίπτωση και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον δεν αρκούσε η αόριστη αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι οι αναιρεσίβλητοι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με αντικείμενο τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που κάλυπταν σταθερές πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου και έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας, λάμβαναν αμοιβή που "δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγόμενου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες", αφού δεν διαλαμβάνεται σε αυτήν σε ποια κατηγορία εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αναφέρεται και πoιo είναι το αντικείμενο δραστηριότητας, τα καθήκοντα και οι όροι της εργασίας αυτής, ούτως ώστε να λάβει χώρα η σχετική σύγκριση.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε από το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το αμέσως παραπάνω αναφερόμενο περιεχόμενο της 1010/2018 αναιρετικής απόφασης προκύπτει ότι η αναίρεση της εν λόγω δευτεροβάθμιας απόφασης είναι μερική και εντοπίζεται α) στο μέρος αυτής που επιδίκασε διαφορές αποδοχών των εκκαλούντων - εναγόντων για το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και β) στο μέρος κατά το οποίο αφαίρεσε από το ποσό των απαιτήσεων των εκκαλούντων - εναγόντων της περιόδου από 1.4.2007 έως 31.12.2007 ολόκληρο το αναλογούν στο έτος 2007 ποσό και όχι μέρος αυτού.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την έκδοση της 984/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατάσταση μόνο ως προς τα συγκεκριμένα αιτήματα της αγωγής, που αφορούν α) τις διαφορές αποδοχών των εναγόντων για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους, σε σχέση με τις νόμιμες αποδοχές αντίστοιχων εργαζομένων της ειδικότητάς τους που ανήκαν στο τακτικό προσωπικό, συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις εργασίας που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου (πρώτος και δεύτερος λόγοι Α' έφεσης) και β) τις απαιτήσεις των εναγόντων της περιόδου από 1.4.2007 έως 31.12.2007, καθώς και το εν γένει ύψος των απαιτήσεων αυτών (έκτος και έβδομος λόγοι Β' έφεσης), αφού κατά τα λοιπά η απόφαση έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη.

Επομένως, α) η από 4.2.2015 και με αριθ. κατάθεσης 765/2015 (Α') έφεση των εναγόντων και β) η από 18.2.2015 και με αριθ. κατάθεσης 1233/2015 (Β') έφεση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν εκ νέου ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των σχετικών λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.

Με το περιεχόμενο, ωστόσο, που εκτέθηκε ανωτέρω και σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρονται στην πλειοψηφούσα σκέψη της αναιρετικής απόφασης, η κρινόμενη αγωγή, κατά το κύριο αίτημά της να επιδικασθούν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, ως οφειλόμενες για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές, που καταβάλλονταν από το εναγόμενο στους αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητας των εναγόντων, οι οποίοι ανήκαν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, συνυπολογιζομένου και του χρόνου απασχόλησης των εναγόντων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου, είναι (ως προς όλες τις νομικές βάσεις που επιχειρείται να θεμελιωθεί) μη νόμιμη, δεδομένου ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων δεν έχουν ως χρόνο κατάρτισής τους τη χρονολογία κατάρτισης των επιμέρους διαδοχικών συμβάσεων έργου, που ο κάθε ενάγων είχε συνάψει με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά χρόνος κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου είναι η ημεροχρονολογία έκδοσης της πράξης κατάταξης των εναγόντων στις κενές οργανικές θέσεις προσωπικού του εναγομένου.

Από και με την έκδοση, δηλαδή, της πράξης κατάταξης, που αφορά τον κάθε ενάγοντα, συντελείται η ένταξή του στον οικείο φορέα και θεωρείται ότι επέρχεται η μετατροπή της σύμβασής του σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004. Επομένως, από τότε ο κάθε ενάγων δικαιούται τις αποδοχές του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες συνυπολογίζεται και ο χρόνος εργασίας του με συμβάσεις μίσθωσης έργου.

Κατόπιν τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με τη με αριθμό 91/2015 οριστική του απόφαση έκρινε την αγωγή μη νόμιμη για το προ της κατάταξης των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένων συνεπώς των περί του αντιθέτου πρώτου και δεύτερου συναφών λόγων της Α' έφεσης (έφεσης των αναιρεσειόντων).

Επομένως, η Α' έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της .... Περαιτέρω, με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν, κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 113 παρ. 5 Ν. 1892/1990, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες της Α' έφεσης, εκ των οποίων ογδόντα έξι (86) είναι και εφεσίβλητοι της Β' έφεσης (έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου), προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο της Α' έφεσης - εκκαλούν της Β' έφεσης Ελληνικό Δημόσιο και απασχολήθηκαν μέχρι την κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 Π.Δ. 164/2004 και του άρθρου 1 Ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Μετά την πρόσληψή τους και επί σειρά ετών απασχολήθηκαν με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως "μίσθωσης έργου". Στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο για παροχή υπηρεσιών, που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του "έργου", αλλά στην έννοια της εξαρτημένης εργασίας, η οποία κάλυπτε σταθερές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου, όπως κρίθηκε από το αρμόδια όργανα αυτού και από το ΑΣΕΠ.

Ειδικότερα, μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 11 Π.Δ. 164/2004 οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις για τη θεώρηση των συμβάσεών τους ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επί των αιτήσεων αυτών απεφάνθη θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Ελληνικού Δημοσίου και το ΑΣΕΠ και με τις 132333/Δ4/7.12.2006 και 2928/Δ4/10.1.2007 αποφάσεις του ΥΠΕΠΘ κατετάγησαν σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι και αμειβόμενοι έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου.

Από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε επίσης ότι, δεκτών γενομένων εν μέρει ως βάσιμων κατ' ουσίαν της ένστασης παραγραφής, που προβλήθηκε παραδεκτά από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής, που προβλήθηκε παραδεκτά από τους ενάγοντες, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 οι αξιώσεις των 1ης, 2ης, 4ης, 6ης, 10ης, 11ης, 12ης, 13ης, 14ης, 16ης, 17ης, 22ης, 23ης, 25ης, 26ης, 27ης, 29ης, 30ης, 33ης, 34ης, 35ης, 38ης, 43ης, 44ης, 45ης, 49ης, 54ης, 55ης, 56ης, 57ης, 58ης, 59ης, 60ης, 61ης, 62ης, 63ης, 64ης, 66ης, 67ης, 68ης, 69ης, 70ης, 72ης, 73ης, 74ης, 75ης, 76ης, 77ης, 78ης, 79ης, 80ης, 82ης, 83ης, 84ης, 85ης, 86ης, 88ης, 89ης, 91ης, 92ης, 94ης, 97ης, 98ης, 99ης, 100ης και 101ης των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.3.2007, διότι για πρώτη φορά άσκησαν τις αξιώσεις τους με την 494/2009 αγωγή τους, που επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο την 1.4.2009.

Επίσης, όπως έγινε δεκτό κατά την - ήδη αμετάκλητη κρίση - του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις αιτούμενες διαφορές αποδοχών πρέπει, εκτός από το βασικό μισθό του αντίστοιχου κλιμακίου, να προστεθούν τα επιδόματα εορτών και αδείας, το επίδομα κινήτρου αποδοτικότητας και το οικογενειακό επίδομα για όσους εκ των εναγόντων είναι έγγαμοι εξαιρουμένων των 1ης, 3ης, 4ης, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 10ης, 12ης, 14ης, 15ης, 17ης, 31ης, 33ης, 34ης, 35ης, 38ης, 40ης, 42ης, 45ης, 47ης, 48ης, 50ης, 51ης, 54ης, 56ης, 57ης, 58ης, 59ης, 60ης, 63ης, 65ης, 66ης, 67ης, 69ης, 72ης, 76ης, 81ης, 83ης, 85ης, 89ης, 92ης, 93ης, 98ης, 99ης και 101ης εναγουσών, οι οποίες δεν απέδειξαν την ύπαρξη γάμου κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, καθώς και της ειδικής παροχής των 176 ευρώ".

Ούτω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού Α) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18.12.2015 έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις: 1η, 2η, 10η, 11η, 22η, 23η, 25η, 26η, 27η, 31η, 44η, 45η, 50η, 85η και 90η των εναγουσών (ήδη αναιρεσειουσών), Β) απέρριψε κατ' ουσία την από 4.2.2015 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, Γ) δέχθηκε κατ' ουσία την από 18.2.2015 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 91/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την αγωγή ως προς τις: 4η, 5η, 6η, 7η, 15η, 16η, 17η, 18η, 20η, 21η, 24η, 32η, 33η, 34η, 36η, 37η, 40η, 42η, 48η, 53η, 54η, 56η, 57η, 58η, 59η, 60η, 62η, 65η, 74η, 83η, 89η, 92η, 94η, 98η και 101η ενάγουσες - αναιρεσείουσες και δέχθηκε την αγωγή εν μέρει κατ' ουσία ως προς τις λοιπές ενάγουσες - αναιρεσείουσες και 46ο αναιρεσείοντα αναγνωρίζοντας ότι το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά με τον νόμιμο τόκο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημά της να επιδικασθούν στους ενάγοντες - αναιρεσείοντες διαφορές αποδοχών για τον πριν την έκδοση της πράξης κατάταξης στον οικείο φορέα, χρόνο οπότε και συντελείται η ένταξη και επέρχεται η μετατροπή της σύμβασής τους σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.

α και β του ν. 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ", συμμορφούμενο, έτσι, ως δικαστήριο της παραπομπής προς την υπ' αριθμ. 1010/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς το ανωτέρω νομικό ζήτημα, η οποία αναίρεσε την προγενέστερη υπ' αριθμ. 984/2016 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λόγω παραβίασης α) με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.

β του Ν. 3320/2005, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και β) με τη μη εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4εδ.α του Ν.3320/2005, η οποία ήταν εφαρμοστέα, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την κατηγορία εργαζομένων, ποιο είναι το αντικείμενο δραστηριότητας, τα καθήκοντα και οι όροι της εργασίας αυτής.

Και τούτο, διότι: α) ο χρόνος κατάρτισης των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων - αναιρεσειόντων είναι η ημεροχρονολογία έκδοσης της πράξης κατάταξης των εναγόντων στις κενές οργανικές θέσεις προσωπικού του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, και β) από και με την έκδοση της πράξης κατάταξης, που αφορά τον κάθε ενάγοντα, συντελείται η ένταξή του στον οικείο φορέα και θεωρείται ότι επέρχεται η μετατροπή της σύμβασής του σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, με συνέπεια να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 παράγρ. 4 εδ.β του ν.3320/2005, καθ' όσον τις αποδοχές της θέσεως στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, και ο πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων της ρήτρας 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω απορρίψεως της αγωγής τους κατά τούτο, ως μη νόμιμης (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2019, 295/2017).

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 648επ. ΑΚ και 6 του Ν.765/1943,που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.

Ν. 3320/2005, της ΚΥΑ αριθμ. Οικ.2/7093/0022, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 Ν.3205/2003, των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν.1082/1980, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν.539/1945 και 3 παρ.16 του Ν. 4504/1966, καθ' όσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν επιδίκασε επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξη των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι το ως άνω ζήτημα της νομιμότητας της ένδικης αγωγής ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες έχει κριθεί με την 1010/2018 αναιρετική απόφαση, κατά τρόπο δεσμευτικό, όχι μόνο για το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο), που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανέρχεται η υπόθεση με νέα αίτηση αναίρεσης κατά της εν λόγω αποφάσεως.

Επιπλέον, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ' όσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων για το χρονικό διάστημα πριν τη 1.4.2007 έχουν υποκύψει σε παραγραφή. Εξ άλλου ο δεύτερος πρόσθετος λόγος για παραβίαση των από τους αριθμούς 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθ' όσον αριθμητικώς απλώς γίνεται η επίκληση των διατάξεων που τους προβλέπει, χωρίς προσδιορισμό συγκεκριμένου σφάλματος της νόμιμης βάσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 319/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 18 του ΚΠολΔ, διότι: παραβίασε τη δέσμευση της, με αριθμό 1010/2018, απόφασης του Αρείου Πάγου, όσον αφορά το προγενέστερο της κατάταξής τους χρονικό διάστημα, δικαίωμά τους να αναζητήσουν τις παροχές που δεν έλαβαν εξ αιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους ως σύμβασης μίσθωσης έργου, δηλαδή επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια.

Σύμφωνα, όμως, με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, το επιλαμβανόμενο, μετά την αναίρεση, δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την πιο πάνω αναιρετική απόφαση και συμμορφούμενο προς αυτήν, όσον αφορά το επιλυθέν νομικό ζήτημα, ορθά έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι δεσμεύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, και ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος των παρόντων αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ σε συνδυασμό του άρθρου 22 ν. 3639/1957 (ΦΕΚ Α' 79), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 52 αριθμ. 18 ΕισΚΠολΔ, 5 παρ.12 ν.1738/ 1987 (ΦΕΚ Α' 200), 28 παρ. 5 ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Α' 31) και την υπ' αριθμ. 134423/8.12.1992 (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους: 4η, 12η, 31η, 38η, 45η, 47η, 49η, 50η, 72η, 74η, 78η, 81η, 84η και 98η αναιρεσείουσες.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τις ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσείουσες.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 12.11.2020 και με αριθμό εκθ. καταθ.618/59/2021 αίτηση των λοιπών αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5104/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ