Legislator Case Law & Legislation
1532/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against first defendant on causation grounds but dismisses second defendant's appeal.

Case Number 1532/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appellant's request to overturn the First Instance Court's dismissal of his lawsuit against a bank and a second defendant. The appellant argued that the bank's director was the necessary means for the embezzlement, a point the lower court incorrectly rejected regarding the first defendant. However, the Court found the second defendant's appeal inadmissible because the lower court had already ruled the claim legally unfounded against him. Consequently, the appeal was allowed against the bank, the case was remitted for retrial, and the bank was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 559, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible against a defendant only if the lower court's decision causes specific prejudice to them, and inadmissible if the claim was already rejected as legally unfounded against that specific party.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure legal interest requirement causation in tort necessary means doctrine admissibility of appeal legal costs allocation remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1532 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1532/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου- Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόκτιστο Πιπερόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Π. του Ν., κατοίκου ... και ήδη .... Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/ΤΜ/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 636/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η από 27-2-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 636/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αρ.7780Ε/2-11-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ. Λ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο αναιρεσίβλητο (άρθ. 568 παρ. 2,3,4 ΚΠολΔ). Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (αρθ.576 παρ. 2ΚΠολΔ).

Κατά τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ το έννομο συμφέρον αποτελεί την κύρια θετική προϋπόθεση, που πρέπει να υπάρχει στον αναιρεσείοντα για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένδικο μέσο και επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.

Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη.

Το έννομο συμφέρον, το οποίο απαιτείται για το παραδεκτό όχι μόνο γενικώς της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης (ΑΠ 98/2017), κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 567/2022, ΑΠ 1428/2019).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθ. 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον αυτό είναι δυνατόν να υπάρχει και όταν ο διάδικος, που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν απ' αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 22/2020, ΑΠ 6/2018, ΑΠ 640/2015).

Επομένως, σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισης της βλαπτικής για τον πρώτο, πρωτόδικης απόφασης και εν συνεχεία έρευνας και παραδοχής κατ' ουσίαν της αγωγής του, είναι απαράδεκτη η τυχόν ασκηθείσα ακολούθως αίτηση αναίρεσης αυτού κατά του αναιρεσιβλήτου, ως προς τον οποίο νίκησε, εφόσον δεν επικαλείται τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό του για την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν διαλαμβάνει στο οικείο δικόγραφο συγκεκριμένους λόγους (πλημμέλειες) που τον αφορούν (ΑΠ 1194/2021, ΑΠ128/2018, ΑΠ706/2017).

Εν όψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου ως προς τον οποίο ο αναιρεσείων νίκησε στη δευτεροβάθμια δίκη, αφού η έφεσή του κατ' αυτού και εν συνεχεία η αγωγή του έγιναν δεκτές, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ο ως άνω αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον για την άσκησή της και δεν διαλαμβάνει λόγο αναίρεσης που αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ούτε δε και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ευνοϊκή διάταξη υπέρ του τελευταίου κατά του αναιρεσείοντος, δεδομένου μάλιστα ότι ρητά αναφέρει ότι προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου μόνον "κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση (του) ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη" Έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω της ερημοδικίας του δεύτερου αναιρεσίβλητου.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.

Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ.

και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ'υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ221/2022, ΑΠ780/2019, ΑΠ 368/2011, ΑΠ 355/2013).

Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για της ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει και ν' αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας, έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (ΑΠ 1359/2019, AΠ 2259/2014, ΑΠ 530/2014).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 7/2006).

Παράβαση συνεπώς που ελέγχεται με την ως άνω διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποτελεί η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 221/2022, ΑΠ 983/2019).

Ελέγχεται δηλαδή με το συγκεκριμένο λόγο αν ορθώς απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της, ισχυρίσθηκε ότι ήταν επί πολλά έτη πελάτης της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας, στην οποία εργαζόταν ως υπάλληλος, κατέχοντας τη θέση του διευθυντή, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, με τον οποίο, στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τη συγκεκριμένη τράπεζα, συνδεόταν με μακροχρόνια γνωριμία.

Ότι στις 17-6-2010 μετέβη στο υποκατάστημα της πρώτης αναιρεσίβλητης προκειμένου να συζητήσει με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο το θέμα των καθυστερημένων δανείων που είχε λάβει, καθώς και το ενδεχόμενο χρηματοδότησης του καταστήματος ... που επρόκειτο να ιδρύσει στη Νάουσα Ημαθίας η επιχείρηση "...", της οποίας ήταν διαχειριστής και κύριος μέτοχος.

Ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος του σύστησε να εκταμιεύσει από το λογαριασμό που τηρούσε στο υποκατάστημα της πρώτης αναιρεσίβλητης το ποσό των 71.000 ευρώ και να του τα παραδώσει, ώστε αυτός να τα κατανείμει προς εξόφληση στις υπάρχουσες οφειλές του και να τοποθετήσει στο λογαριασμό του εκ νέου το τυχόν υπόλοιπο.

Ότι αυτός (αναιρεσείων) έχοντας εμπιστοσύνη στον ίδιο λόγω της γνωριμίας τους, αλλά και λόγω της αξιοπιστίας που του ενέπνεε η θέση του ως διευθυντή της πρώτης αναιρεσίβλητης, συναίνεσε στην προτροπή του, προχώρησε σε ανάληψη του ποσού των 71.000 ευρώ που διατηρούσε στον με αριθμό ... λογαριασμό που διατηρούσε στο υποκατάστημα της πρώτης αναιρεσίβλητης και παρέδωσε τούτο σε μετρητά στον δεύτερο αποκλειστικά και μόνο προς εξόφληση των δανειακών υποχρεώσεών του στην πρώτη.

Ότι, ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, όμως όπως πληροφορήθηκε ο αναιρεσείων στις αρχές Ιουλίου του 2010, δεν προχώρησε στην εξόφληση των οφειλών του (αναιρεσείοντος), αλλά υπεξαίρεσε για ίδιον όφελος το άνω ποσό. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι αναιρεσίβλητοι οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρον (η πρώτη ως προστήσασα τον δεύτερο που λόγω της άνω περιγραφομένης αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς τον ζημίωσε) ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της ανωτέρω ζημίας που υπέστη, το υπεξαιρεθέν ποσό, όπως αυτό περιορίστηκε σε 70.000 ευρώ, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 28/ΤΜ/2014 απόφασή του, εκδοθείσα ερήμην του δεύτερου αναιρεσίβλητου, απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη στο σύνολό της. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας ωσαύτως ερήμην του δεύτερου αναιρεσίβλητου, με την 636/2018 απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε αυτήν ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και αφού εξαφάνισε την άνω απόφαση ως προς αυτόν και ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν (με το τεκμήριο ομολογίας εκ της ερημοδικίας), αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση 74.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοσή της.

Eιδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό ελεγχο μέρος ότι "... Η αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται σ' αυτή, καθόσον αφορά την πρώτη εναγόμενη είναι μη νόμιμη. Ειδικότερα η ζημιογόνος πράξη του δεύτερου εναγόμενου, προστηθέντος από την πρώτη εναγόμενη τράπεζα, διευθυντή του υποκαταστήματός της, έλαβε χώρα επ' ευκαιρία της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ήτοι της ευθύνης της διοίκησης του καταστήματος και της εύρυθμης και σύμφωνα με τις οδηγίες και τους κανόνες της Τράπεζας της Ελλάδος, λειτουργίας του καταστήματος.

Όμως μεταξύ της ενέργειας αυτού, που προκάλεσε τη ζημία στον ενάγοντα, και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, δεν υφίσταται εσωτερική συνάφεια υπό την έννοια ότι ο ενάγων, ο οποίος ανέλαβε από τον τραπεζικό λογαριασμό του που τηρούσε στην εναγόμενη τράπεζα το ποσό των 71.000 ευρώ σε μετρητά και το παρέδωσε στον δεύτερο εναγόμενο υπάλληλο (διευθυντή) αυτής, για να πληρώσει, όπως διατείνεται, τα δάνεια που είχε λάβει από την ίδια, θα μπορούσε να δώσει εντολή σε οποιονδήποτε τρίτο γνωστό του, ουδόλως σχετιζόμενο με την τράπεζα, να εκτελέσει την ως άνω εντολή του και να πληρώσει τα δάνειά του με την καταβολή μετρητών.

Η θέση δηλαδή που κατείχε ο δεύτερος εναγόμενος στην εναγόμενη τράπεζα δεν αποτέλεσε το μέσο και δη το αναγκαίο για να τελέσει την αδικοπραξία, σύμφωνα με όσα ιστορούνται στην αγωγή, αφού αυτή (αδικοπραξία) κατέστη δυνατόν να τελεστεί λόγω των προσωπικών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ του ενάγοντος και του δεύτερου εναγόμενου και ανεξάρτητα από την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον τελευταίο, τον οποίο βαρύνει προσωπικό πταίσμα...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο αξιολογώντας την αγωγή όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη, την απέρριψε ως μη νόμιμη, για έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δεύτερου αναιρεσίβλητου και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την πρώτη, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως , καθόσον τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ευθύνης από πρόστηση της (πρώτης) αναιρεσίβλητης τράπεζας.

Ειδικότερα, υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά, δηλαδή ότι: α) οι συναλλαγές του αναιρεσείοντος με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο είχαν ως αιτία και βάση, πέραν της μακροχρόνιας γνωριμίας τους στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την τράπεζα Πειραιώς και τη θέση του επί σειρά ετών ως διευθυντή του τοπικού καταστήματος, η οποία εμπνέει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, β) η όποια συναλλαγή μαζί του εντασσόταν στο πλαίσιο της διευθυντικής του θέσης στο κατάστημα, γ) το γεγονός ότι εμπιστεύθηκε τον δεύτερο αναιρεσίβλητο αφήνοντας σ' αυτόν τα μετρητά χρήματα, (που όπως εκθέτει στην αγωγή, ο τελευταίος του συνέστησε να εκταμιεύσει από τον τηρούμενο στην πρώτη αναιρεσίβλητη λογαριασμό και να του τα παραδώσει προκειμένου να τα μοιράσει στις δανειακές του υποχρεώσεις, εξοφλώντας τις οφειλές του και καταθέτοντας όσα χρήματα θα περίσσευαν στο λογαριασμό του), βρισκόταν σε απόλυτη συνάρτηση και συνάφεια με την ιδιότητά του ως υπαλλήλου και δη διευθυντή της πρώτης αναιρεσίβλητης, δ) ότι έχοντας εμπιστοσύνη στον ίδιο αλλά και στη θέση του διευθυντή που κατείχε, συναίνεσε στην ανωτέρω προτροπή του, προχώρησε στην ανάληψη του επίδικου ποσού και το παρέδωσε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο σε μετρητά, αποκλειστικά και μόνο προς εξόφληση των δανειακών του υποχρεώσεων προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, θεμελιώνεται η ύπαρξη εσωτερικής (αιτιώδους) συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας (υπεξαίρεσης) του προστηθέντος της πρώτης αναιρεσίβλητης ως υπαλλήλου της, που ενήργησε επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του και κατά κατάχρηση των καθηκόντων του ως διευθυντή, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, και της συγκεκριμένης υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, αφού χωρίς την πρόστηση στην εν λόγω θέση (που υπήρξε κατά τα εκτιθέμενα το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αποδιδόμενης υπεξαίρεσης), τα μέσα και τις ευκαιρίες που του χορήγησε η πρώτη αναιρεσίβλητη (απευθείας επικοινωνία με τους πελάτες της, ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης με αυτούς ως εκ της συγκεκριμένης θέσεως) και ο ίδιος (δεύτερος αναιρεσίβλητος) χρησιμοποίησε για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν, δεν θα γινόταν δυνατή η τέλεση της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.

Ως εκ των ανωτέρω τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά ήσαν επαρκή για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων για τη νομική θεμελίωσή της σ' αυτές, ενόψει του ότι η παράδοση των μετρητών στον δεύτερο αναιρεσίβλητο έλαβε χώρα κατόπιν της προτροπής του ιδίου ως εκ της διευθυντικής θέσεώς του προς τον ζημιωθέντα για την κατανομή (υπό την πρόδηλη έννοια του καταλογισμού με τις αντίστοιχες τραπεζικές πράξεις) του αναληφθέντος ποσού στις οφειλές του στην τράπεζα, δηλαδή περιστατικά που δηλώνουν ότι η πρόστηση από την πρώτη αναιρεσίβλητη στην επίμαχη θέση υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της εν λόγω αδικοπραξίας και δεν αφορούσε απλή (υλική) πράξη εξόφλησης συγκεκριμένου χρέους, την οποία κατ' εντολή του αναιρεσείοντος θα μπορούσε να αναλάβει οποιοσδήποτε τρίτος, όπως εσφαλμένα υπέλαβε το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή.

Συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά δεν συνέτρεχε ο απαιτούμενος κατά το άρθρο 922 ΑΚ όρος της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως του δεύτερου αναιρεσίβλητου και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την πρώτη αναιρεσίβλητη, υπό την έννοια ότι η θέση του διευθυντή δεν αποτέλεσε κατά τα ιστορούμενα το αναγκαίο μέσο για να τελέσει ο ανωτέρω την υπεξαίρεση, εσφαλμένα απέριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, είναι βάσιμος.

Ο δεύτερος όμως αναιρετικός λόγος με τον οποίον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, με την αιτίαση της "ύπαρξης ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με το ζήτημα της κρίσης ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο ερευνά την ουσία της υπόθεσης, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω, εφόσον η αγωγή απορρίφθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος ως νομικά αβάσιμη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την από 2-6-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση αυτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 183, 191παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-2-2020 αίτηση του Γ. Τ. για αναίρεση της με αριθμό 636/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Αναιρεί την με αριθμό 636/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και, Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ