Legislator Case Law & Legislation
1532/2012 AI generated

1532/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1532/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φ. Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-1997 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Α. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/1998 μη οριστική, 202/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-5-2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1532/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι δε καταχρηστική η άσκηση της πληρεξουσιότητας, όταν οι πράξεις, που επιχείρησε με βάση αυτή ο αντιπρόσωπος, εμπίπτουν μεν στα όρια της δοθείσας πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή του σκοπού για τον οποίο δόθηκε αυτή, ώστε να προκύπτει, ότι ο αντιπροσωπευόμενος ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη.

Keywords

AI generated
deportation despite health issues adoption of incapacitated adults deprivation of parental authority unreasonableness of expulsion return of the child invalidity proceedings and surrender
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1532 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1532/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φ. Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ο. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χριστακόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Φ. θυγ. Δ. Ν., 2. Δ. Π. του Ν. και 3. Κ. Π. του Ν. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-1997 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Α. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/1998 μη οριστική, 202/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-5-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 216, 218, 219, 200 και 281 ΑΚ συνάγεται, ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητας συμφώνως προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και ότι η πληρεξουσιότητα, σαν δικαίωμα, υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ.

Είναι δε καταχρηστική η άσκηση της πληρεξουσιότητας, όταν οι πράξεις, που επιχείρησε με βάση αυτή ο αντιπρόσωπος, εμπίπτουν μεν στα όρια της δοθείσας πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή του σκοπού για τον οποίο δόθηκε αυτή, ώστε να προκύπτει, ότι ο αντιπροσωπευόμενος ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη.

Η κατάχρηση του δικαιώματος, απαγορευμένη από το άρθρο 281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου, δηλαδή παράνομη πράξη. Εφόσον δε η άσκηση του δικαιώματος αποτελεί δικαιοπραξία, αυτή ως αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη του νόμου είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης με αυτή το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Ο αρχικός ενάγων Α. Μ., στη θέση του οποίου μετά το θάνατό του υπεισήλθε ο αναιρεσείων Ο. Μ. εκ διαθήκης κληρονόμος του, διέμενε με τη σύζυγό του στην ιδιόκτητη οικία τους επί της οδού ...

στα Χανιά. Το έτος 1986, μετά τον απρόσμενο θάνατο του μοναδικού γιου του Ι. που συνέβη στις 10-3-1986, γνωρίστηκε στενότερα με τη γειτόνισσά του πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη. Το 1993 η σύζυγός του Π., που ήταν κατάκοιτη και δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, μετοίκησε στο σπίτι μιας ανιψιάς της, η οποία έκτοτε τη φρόντιζε και μάλιστα για το λόγο αυτό η θεία της μεταβίβασε το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ως άνω οικίας στην οδό ..., αφού το υπόλοιπο 1/2 ανήκε στον σύζυγό της και αρχικό ενάγοντα.

Ο αρχικός ενάγων, κατά το χρόνο που μετακόμισε η σύζυγός του ήταν ηλικίας 86 ετών (γεννήθηκε το 1906), έπασχε από ΡΑRΚΙΝSΟΝ, πολυαρθρίτιδα, ισχιαιμική καρδιοπάθεια και ανεύρυσμα στη θωρακική αορτή και είχε αρχίσει να καταβάλλεται σωματικά αλλά και ψυχολογικά λόγω και του θανάτου του γιου του, διατηρούσε όμως ακμαίες τις πνευματικές του δυνάμεις.

Μετά τη μετοίκηση της συζύγου του, η πρώτη εναγομένη ανέλαβε να τον φροντίζει και να τον περιποιείται αφιλοκερδώς. Το 1995 ο αρχικός ενάγων υπέγραψε το .../1995 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χανίων Ειρήνης Βρετουδάκη, δυνάμει του οποίου παρείχε στην πρώτη εναγομένη την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να πωλήσει σε οποιονδήποτε, ακόμα και στον εαυτό της, με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες ακίνητα του ιδίου ή της συζύγου του.

Η σχετική εντολή της συζύγου του, του είχε δοθεί με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο το 1987. Δυνάμει του παραπάνω ειδικού πληρεξουσίου (.../1995), η εναγομένη στις 31-8-1995 πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στο γιο της Κ. Π. (τρίτο εναγόμενο) και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, με το .../1995 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Ειρήνης Βρετουδάκη, το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου του αρχικού ενάγοντος και συγκεκριμένα ενός οικοπέδου εκτάσεως 2.000 τ.μ.

κειμένου στον Άγιο Ονούφριο Κοινότητας Κουνουπιδιανών, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 2.000.000 δραχμών, που όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο καταβλήθηκε πριν τη σύνταξη του συμβολαίου και εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου. Στη συνέχεια με το .../3-1-1996 πωλητήριο συμβόλαιο της αυτής συμβολαιογράφου πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον ανήλικο τότε γιο της Δ.

Π. (δεύτερο εναγόμενο) και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, που εκπροσωπήθηκε από την ίδια, το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου του αρχικού ενάγοντος και συγκεκριμένα ενός οικοπέδου εκτάσεως 512,75 τ.μ. μαζί με την οικία του, όπου διέμενε αυτός, επιφανείας 122 τ.μ., κειμένου στην οδό ..., αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 10.000.000 δραχμών, που όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο, καταβλήθηκε πριν από τη σύνταξη του συμβολαίου και εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου.

Να σημειωθεί ότι πριν την ως άνω μεταβίβαση του ποσοστού του επί της οικίας της οδού ... και συγκεκριμένα το Μάρτιο του έτους 1995, ο αρχικός ενάγων είχε παραστεί αυτοπροσώπως στο συμβολαιογραφείο της συμβολαιογράφου Ειρήνης Βρετουδάκη για τη μεταβίβαση ολόκληρης της οικίας στην πρώτη εναγομένη. Δεν ολοκληρώθηκε όμως η μεταβίβαση αυτή, διότι διαπιστώθηκε ότι το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του ακινήτου τούτου είχε μεταβιβασθεί προγενέστερα από τη σύζυγό του, στην οποία ανήκε κατά το ποσοστό αυτό, γεγονός που αγνοούσε ο αρχικός ενάγων.

Το καλοκαίρι του 1996 η πρώτη εναγομένη, επικαλούμενη προσωρινή αδυναμία της να φροντίζει τον αρχικό ενάγοντα, του συνέστησε τη Δ. Μ., την οποία προσέλαβε αυτός αντί αμοιβής 100.000 δραχμών μηνιαίως. Η τελευταία, πληροφορηθείσα προφανώς ότι ο αρχικός ενάγων είχε προβεί σε μεταβιβάσεις ακινήτων του προς την πρώτη εναγομένη και με την ελπίδα ότι θα μπορούσε ο αρχικός ενάγων να μεταβιβάσει και σ' αυτήν κάποιο περιουσιακό του στοιχείο με αντάλλαγμα να τον φροντίζει εφόρου ζωής του, ενήργησε έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο Χανίων όπου διαπίστωσε ότι τα ακίνητά του είχαν ήδη μεταβιβασθεί και ενημέρωσε τους συγγενείς του (νυν ενάγοντα-ανιψιό του), οι οποίοι και απομάκρυναν την πρώτη εναγομένη και μετά από λίγους μήνες και τη Δ.

Μ. και ανέλαβαν οι ίδιοι τη φροντίδα του αρχικού ενάγοντος. Οι ως άνω δύο μεταβιβάσεις εντάσσονται εντός των ορίων της δοθείσας πληρεξουσιότητας και εντολής στην πρώτη εναγομένη με το .../1995 πληρεξούσιο και είναι σύμφωνες με τα συμφέροντα του αρχικώς ενάγοντος. Όπως αποδείχθηκε ο τελευταίος έτρεφε πραγματική αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τους εναγομένους, καθόσον η πρώτη απ' αυτούς τον φρόντιζε αφιλοκερδώς επί δύο έως τρία έτη, αφού οι στενοί συγγενείς του, λόγω και του ότι διέμεναν στην Αθήνα, δεν του προσέφεραν αυτή τη φροντίδα, ήταν, επομένως φυσιολογικό να θελήσει να μεταβιβάσει στην ίδια ή στα παιδιά της περιουσιακά του στοιχεία, με τίμημα που υπολείπεται και της αντικειμενικής τους αξίας, εκπληρώνοντας έτσι την ηθική του υποχρέωση έναντι της πρώτης εναγομένης.

Για το λόγο αυτό χορήγησε στην πρώτη εναγομένη την παραπάνω ειδική πληρεξουσιότητα δυνάμει του .../2-8-1995 ειδικού πληρεξουσίου, να πωλήσει σε οποιοδήποτε τρίτο ή ακόμη και στον εαυτό της, με αυτοσύμβαση, με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιεσδήποτε συμφωνίες και όρους, οποιοδήποτε από τα ακίνητά του, οπουδήποτε και αν βρίσκονται.

Η πρώτη εναγομένη, δυνάμει αυτής της πληρεξουσιότητας, μεταβίβασε στα παιδιά της (δεύτερο και τρίτο των εναγομένων) τα προαναφερθέντα ακίνητα. Το ότι υπήρχε απόλυτη συμφωνία των πράξεων της πρώτης εναγομένης με την αληθή βούληση του αρχικού ενάγοντος και τα συμφέροντά του, δεν καταχράστηκε δηλαδή η πρώτη ενάγουσα την δοθείσα σ' αυτήν πληρεξουσιότητα, αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των εναγομένων, οι οποίοι έχουν άμεση γνώση, διότι γνώριζαν τον αρχικό ενάγοντα και τα αισθήματα της αγάπης και ευγνωμοσύνης που έτρεφε προς τους εναγομένους.

Ο δεύτερος μάλιστα απ' αυτούς, ήταν ο δικηγόρος του, που παρέστη κατά την υπογραφή των συμβολαίων. Οι καταθέσεις αυτές ενισχύονται και από τις με ημερομηνία 31-8-1995 και 30-1-1996 υπεύθυνες δηλώσεις, που υπέγραψε (δεν αμφισβητείται η υπογραφή του) πριν την υπογραφή των συμβολαίων ο αρχικός ενάγων και στις οποίες δηλώνει ότι εισέπραξε από την πρώτη εναγομένη το τίμημα (2.000.000 δρχ.

την πρώτη φορά και 10.000.000 δρχ. τη δεύτερη) και ουδεμία άλλη απαίτηση έχει απ' αυτές. Προσέτι στη δεύτερη ως άνω υπεύθυνη δήλωση μεριμνά ο αρχικός ενάγων όπως διατηρήσει το δικαίωμα χρήσεως της μεταβιβασθείσας οικίας μέχρι τέλους της ζωής του. Οι ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις εκτιμώνται ελευθέρως, ως εξώδικες ομολογίες διαδίκου.

Επίσης, οι καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων ενισχύονται και από την 3325/2001 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι εναγόμενοι υπεξαίρεσης του συνολικού ποσού των 12.000.000 δραχμών που αφορούσε το τίμημα των παραπάνω πωλήσεων, αφού το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων εισέπραξε το τίμημα και αθωώθηκε επί πλέον η πρώτη εναγομένη της πράξεως της απιστίας, αφού δέχθηκε ότι δεν ζημίωσε τον αρχικό ενάγοντα με τις επίδικες μεταβιβάσεις.

Αντιθέτως, οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του ενάγοντος, ζούσαν το κρίσιμο χρονικό διάστημα στην Αθήνα, μακριά από τον συγγενή τους αρχικό ενάγοντα, με τον οποίον δεν είχαν στενή επαφή και επομένως δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν τη βούλησή του σχετικά με τον τρόπο διάθεσης της περιουσίας του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, (κατά την ερευνώμενη βάση της), με την οποία ο αρχικώς ενάγων ζητούσε την ακύρωση, λόγω κατάχρησης πληρεξουσιότητας, των επίδικων συμβάσεων πώλησης που καταρτίστηκαν με τα προαναφερθέντα .../1995 και .../1996 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Χανίων Ειρήνης Βρετουδάκη και, επικουρικώς, την καταβολή αποζημίωσης ποσού 64.000.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της ως άνω καταχρηστικής άσκησης της πληρεξουσιότητας και της συνακόλουθης αδικοπραξίας των εναγομένων, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της μη καταχρηστικής ασκήσεως της προαναφερόμενης πληρεξουσιότητας, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.

2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί, τους οποίους οι διάδικοι δεν είχαν προβάλλει παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, ως εκ του περιεχομένου του, αποδίδει αληθώς πλημμέλεια μόνο από τον αριθ.8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ.1,11 και 19 που αναφέρεται στο αναιρετήριο), μέμφεται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτά από τους αναιρεσιβλήτους.

Ειδικότερα (ο αναιρεσείων) αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δέχθηκε, χωρίς οι αναιρεσίβλητοι να προβάλουν παραδεκτά στο Εφετείο σχετικούς ισχυρισμούς, τα ακόλουθα, κατά ακριβή αντιγραφή: "Ο αρχικός ενάγων έτρεφε πραγματική αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τους εναγομένους, καθόσον η πρώτη απ' αυτούς τον φρόντιζε αφιλοκερδώς επί δύο έως τρία έτη, καθόσον οι στενοί συγγενείς του, λόγω και του ότι διέμεναν στην Αθήνα, δεν του προσέφεραν αυτή τη φροντίδα, ήταν επομένως φυσιολογικό να θελήσει να μεταβιβάσει στην ίδια ή στα παιδιά της περιουσιακά του στοιχεία, με τίμημα που υπολείπεται και της αντικειμενικής των αξίας, εκπληρώνοντας έτσι την ηθική του υποχρέωση έναντι της πρώτης εναγομένης.

Για το λόγο αυτό χορήγησε στην πρώτη εναγομένη την παραπάνω ειδική πληρεξουσιότητα δυνάμει του με αριθ. .../2-8-1995 ειδικού πληρεξουσίου, να πωλήσει σε οποιοδήποτε τρίτο ή ακόμη και στον εαυτό της με αυτοσύμβαση, με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιεσδήποτε συμφωνίες και όρους, οποιοδήποτε από τα ακίνητα του, οπουδήποτε κι αν βρίσκονται.

Η πρώτη εναγομένη, δυνάμει αυτής της πληρεξουσιότητας, μεταβίβασε στα παιδιά της (δεύτερο και τρίτο των εναγομένων) τα προαναφερθέντα ακίνητα. Το ότι υπήρχε απόλυτη συμφωνία των πράξεων της πρώτης εναγομένης με την αληθή βούληση του αρχικού ενάγοντος και τα συμφέροντα του, δεν καταχράστηκε δηλαδή η πρώτη ενάγουσα την δοθείσα σ' αυτήν πληρεξουσιότητα, αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των εναγομένων, οι οποίοι έχουν άμεση γνώση διότι γνώριζαν τον αρχικό ενάγοντα και τα αισθήματα της αγάπης και ευγνωμοσύνης που έτρεφε προς τους εναγομένους.

Ο δεύτερος μάλιστα απ' αυτούς, ήταν ο δικηγόρος του, που παρέστη κατά την υπογραφή των συμβολαίων. Οι καταθέσεις αυτές ενισχύονται και από τις με ημερομηνία 31-8-1995 και 30-1-1996 υπεύθυνες δηλώσεις, που υπέγραψε (δεν αμφισβητείται η υπογραφή του) πριν την υπογραφή των συμβολαίων ο αρχικός ενάγων και στις οποίες δηλώνει ότι εισέπραξε από την πρώτη εναγομένη το τίμημα (2.000.000 δρχ.

την πρώτη φορά και 10.000.000 δρχ. τη δεύτερη) και ουδεμία άλλη απαίτηση έχει απ' αυτές. Προσέτι στη δεύτερη ως άνω υπεύθυνη δήλωση μεριμνά ο αρχικός ενάγων όπως διατηρήσει το δικαίωμα χρήσεως της μεταβιβασθείσας οικίας μέχρι τέλους της ζωής του. Οι ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις εκτιμώνται ελευθέρως, ως εξώδικες ομολογίες διαδίκου.

Επίσης οι καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων ενισχύονται και από την με αριθ. 3325/2001 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Χανίων, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι εναγόμενοι υπεξαίρεσης του συνολικού ποσού των 12.000.000 δραχμών που αφορούσε το τίμημα των παραπάνω πωλήσεων, αφού το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων εισέπραξε το τίμημα και αθωώθηκε επί πλέον η πρώτη εναγομένη της πράξεως της απιστίας, αφού δέχθηκε ότι δεν ζημίωσε τον αρχικό ενάγοντα με τις επίδικες μεταβιβάσεις.

Αντιθέτως οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του ενάγοντος, ζούσαν το κρίσιμο χρονικό διάστημα στην Αθήνα, μακριά από τον συγγενή τους αρχικό ενάγοντα, με τον οποίον δεν είχαν στενή επαφή και επομένως δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν τη βούληση του σχετικά με τον τρόπο διάθεσης της περιουσίας του".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω που δέχθηκε το Εφετείο δε συνιστούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων στη βάση της αγωγής για κατάχρηση της ως άνω δοθείσας πληρεξουσιότητας και επιχειρήματα και συμπεράσματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

3.- Επειδή, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται, όπως προαναφέρθηκε σε προηγούμενη σκέψη, μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυσης του δικαιώματος που ασκήθηκε, ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, όχι όμως και η μη αναφορά και ο προσδιορισμός καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, ούτε και η αξιολόγηση του καθενός από αυτά, διότι αυτό δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 εδ.2 ΚΠολΔ, Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 11 περ. γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δε γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, είναι απαράδεκτος.

4.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα των αναιρεσιβλήτων, χωρίς οι τελευταίοι να τα επικαλεστούν νομίμως και ειδικότερα έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 5/2005 Εισηγητική Έκθεση του Εισηγητή του Πρωτοδικείου Χανίων, τις από 31-8-1995 και 30-1-1996 υπεύθυνες δηλώσεις του αρχικώς ενάγοντος και την 3325/2001 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις από 12-3-2007 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, που υπέβαλαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τις οποίες ως διαδικαστικό έγγραφο παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναιρεσίβλητοι (στις σελ. 2 και 3 αυτών) αναφέρουν ότι προσκομίζουν και επικαλούνται τα ως άνω έγγραφα.

5.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν.2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και έβδομο λόγους αναίρεσης από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής (ως προς τα αιτήματα ακύρωσης των επίδικων συμβάσεων λόγω καταχρηστικής ασκήσεως της πληρεξουσιότητας και καταβολής αποζημίωσης) και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων, με επιμέλεια του αρχικώς ενάγοντος, μαρτύρων Δ.

Χ. και Δ. Μ., που περιέχονται, η μεν πρώτη στην 37/2001 Εισηγητική Έκθεση του διορισθέντος με την 282/1998 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως Εντεταλμένου Δικαστή Ειρηνοδίκη Αθηνών, η δε δεύτερη στην 85/2000 Εισηγητική Έκθεση του διορισθέντος με την ίδια απόφαση ως Εισηγητή Πρωτοδίκη Παναγιώτη Γκλινού. Επίσης, με τον ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το ίδιο μέρος του (δεύτερο), ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με επιμέλειά του και συγκεκριμένα των Χ.

Χ. και Π. Χ., που περιέχονται στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αυτόν 47/2005 Εισηγητική Έκθεση του διορισθέντος με την 291/2005 προδικαστική απόφασή του ως Εντεταλμένου Δικαστή Ειρηνοδίκη Αθηνών. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της, ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις 5/2005 και 47/2005 Εισηγητικές Εκθέσεις των αναφερόμενων Δικαστών και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της δε γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων Χ.

Χ. και Π. Χ., που περιέχονται στην ανωτέρω 47/2005 Εισηγητική Έκθεση, την οποία ρητά μνημονεύει, καθώς και τις καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων Δ. Χ. και Δ. Μ., που περιέχονται στις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα Εισηγητικές Εκθέσεις, τις οποίες και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.

Σημειώνεται, ότι οι καταθέσεις των δύο τελευταίων μαρτύρων (Δ. Χ. και Δ. Μ.) λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, και κατά συνέπεια δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την (προηγηθείσα της προσβαλλόμενης) 291/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης εξαφανίστηκε, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος, η εκκαλούμενη 202/2003 οριστική απόφαση του (πρωτοβάθμιου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων (και συνακόλουθα και η συνεκκαλούμενη πιο πάνω 282/1998 προδικαστική απόφασή του) και τάχθηκαν, σε βάρος των διαδίκων, νέα θέματα απόδειξης.

6.- Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ο οποίος προτείνεται με διατύπωση επικουρικότητας σε σχέση με τον αμέσως ανωτέρω λόγο (από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι εσφαλμένως θεώρησε υποδεέστερες τις πιο πάνω καταθέσεις των μαρτύρων του σε σύγκριση με τα αποδεικτικά μέσα των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 409 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος και δεν υποχρεούται να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους που το οδήγησαν σε τέτοια ή άλλη εκτίμησή του.

7.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον Εισηγητών Δικαστών και περιέχονται στις αναφερόμενες Εισηγητικές Εκθέσεις, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την καταβολή του τιμήματος για την αγορά των επίδικων ακινήτων ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.

8.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 εδ'. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή, όχι όμως και οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους, όπως οι ενστάσεις και αντενστάσεις, η μη λήψη υπόψη των οποίων καλύπτεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι άφησε αδίκαστη αίτηση και ειδικότερα δεν απεφάνθη για τα αιτήματα που αφορούσαν την απόδοση των επίδικων ακινήτων, την καταβολή του συμφωνηθέντος για τις επίδικες πωλήσεις τιμήματος και την επιδίκαση της αποζημίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη αίτηση. Ειδικότερα, ως προς το αίτημα της απόδοσης των επίδικων ακινήτων αυτό ήταν απορριπτέο ως άνευ αντικειμένου, μετά την απόρριψη ως κατ'ουσίαν αβασίμου του αιτήματος της ένδικης αγωγής για ακύρωση (λόγω καταχρηστικής άσκησης της πληρεξουσιότητας) των καταρτισθεισών με τα ανωτέρω συμβόλαια συμβάσεων.

Επίσης, το (επικουρικό) αίτημα για καταβολή αποζημίωσης ποσού 64.000.000 δραχμών, (στην οποία περιλαμβάνεται και εκείνο του τιμήματος των 12.000.000 δραχμών), η οποία (αποζημίωση) συνδεόταν με την επικαλουμένη (με την ένδικη αγωγή) καταχρηστική άσκηση της πιο πάνω πληρεξουσιότητας και της συνακόλουθης αδικοπραξίας των εναγομένων, ήταν απορριπτέο ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, ενόψει των προαναφερθεισών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και δε χρειαζόταν ειδική αναφορά προς τούτο.

Άλλωστε, το αίτημα για την καταβολή του τιμήματος απερρίφθη εκ του πράγματος με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το τίμημα που αφορούσαν οι επίδικες πωλήσεις κατεβλήθη από τους αγοραστές στον πωλητή (αρχικό ενάγοντα).

9.- Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων είναι και τα εν γένει αποδεικτικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι έγγραφες υπεύθυνες κατά το Ν. 1599/1986 δηλώσεις των ίδιων των διαδίκων-δοθέντος ότι οι χάριν της δίκης γενόμενες υπεύθυνες αυτές δηλώσεις δεν αποτελούν καν αποδεικτικά μέσα, όταν έγιναν, όχι από τους διαδίκους, αλλά από τρίτους (ΟλΑΠ 8/1987).

Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' ορθή υπαγωγή, από τον αριθ.11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τις από 31-8-1995 και 30-1-1996 υπεύθυνες δηλώσεις του αρχικώς ενάγοντος, οι οποίες δεν αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος.

10.- Επειδή, ως "πράγμα" κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ θεωρείται και ο περί πλαστότητας εγγράφου ισχυρισμός του διαδίκου κατά του οποίου προσκομίζεται τούτο από τον αντίδικό του. Όμως για να γεννηθεί υποχρέωση του δικαστηρίου τους ουσίας να ερευνήσει τον προβληθέντα και αποτελούντα "πράγμα" ισχυρισμό θα πρέπει ο τελευταίος να προβάλλεται κατά τρόπο παραδεκτό.

Αν προτείνεται απαραδέκτως, τότε ο σχετικός ισχυρισμός θεωρείται ως μη προταθείς και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 463 ΚΠολΔ, όποιος προβάλλει ισχυρισμό για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς ο ισχυρισμός του είναι απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' ορθή υπαγωγή, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του την προταθείσα νομίμως ένσταση πλαστότητας του περιεχομένου των πιο πάνω δύο υπεύθυνων δηλώσεων του αρχικώς ενάγοντος για είσπραξη του τιμήματος που αφορούσαν οι επίδικες δύο πωλήσεις.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις από 12-3-2007 προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, ο ως άνω ισχυρισμός περί πλαστότητας (του περιεχομένου των υπεύθυνων δηλώσεων) δεν προβλήθηκε παραδεκτά, αφού δε γίνεται επίκληση των εγγράφων που αποδεικνύουν την πλαστότητα και αναφορά ονομαστικά των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων και, επομένως, θεωρείται ότι δεν προτάθηκε, με συνακόλουθη συνέπεια να μη ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Ο αναιρεσείων, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, κατά το ίδιο μέρος (δεύτερο), προσάπτει στο Εφετείο και τις αναιρετικές πλημμέλειες, α) από τον αριθ.11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή (και όχι και από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρεται στο αναιρετήριο), ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του τις πιο πάνω υπεύθυνες δηλώσεις, μολονότι αμφισβήτησε (και) τη γνησιότητα της υπογραφής του αρχικώς ενάγοντος και, επομένως, δεν αποτελούσαν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και β) από τον αριθ. 11 περ.

β' του ίδιου άρθρου, ισχυριζόμενος ότι κακώς λήφθηκαν υπόψη οι ανωτέρω υπεύθυνες δηλώσεις, διότι προσκομίστηκαν σε φωτοτυπία και όχι σε επικυρωμένο νομίμως αντίγραφο. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και ειδικότερα η μεν πρώτη, διότι, όπως από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου των ως άνω προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει δεν υπάρχει αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής του δηλούντος (αρχικώς ενάγοντος), όπως, άλλωστε, δέχθηκε το Εφετείο, η δε δεύτερη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι οι ως άνω δηλώσεις προσκομίστηκαν σε φωτοτυπία.

11.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-5-2008 αίτηση του Ο. Μ. για αναίρεση της 70/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ