1532/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6 Οκτωβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ως και την από 25 Δεκεμβρίου 2003 ομοία της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 15/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της επί της οποίας εξεδόθη η 877/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 22 Ιουνίου 2010 κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Legislator headnote
AI generated1532/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Kατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 1532 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1532/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Ε. Μ., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Βλάσση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6 Οκτωβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ως και την από 25 Δεκεμβρίου 2003 ομοία της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 15/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της επί της οποίας εξεδόθη η 877/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 22 Ιουνίου 2010 κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 62/16-10-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 15/11-1-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης .
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 4013Β'/17-6-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καβάλας Λ. Φ. προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου Σπυρίδωνος Βλάσση, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 62/16-10-2008 αίτηση για αναίρεση της 15/11-1-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, μετά την έκδοση επ' αυτής της 877/2010 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε η συζήτηση αυτής λόγω μη νομότυπης κλητεύσεώς της και κατά την δικάσιμο εκείνη (15-3-2010) απολιπομένης αναιρεσείουσας, επικυρωμένο αντίγραφο της από 22-6-2010 κλήσεως του αναιρεσίβλητου, με τη συνημμένη πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (19-9-2011), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (19-9-2011).
Kατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με την κρινόμενη 62/16-10-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 15/11-1-2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με τις (α) 4138/τπ/384/6-10-2003 και (β) 3979/τπ/371/25-12-2003 αγωγές Ι. του αναιρεσίβλητου και
ΙΙ. της αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, σειρά και αρίθμηση με την οποία στη συνέχεια θα αναφέρονται, εδιώκετο η λύση του υφισταμένου μεταξύ των διαδίκων γάμου, με θεμελίωσή τους στην διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ (ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως γιά λόγους που αφορούν στο πρόσωπο του εναγομένου). Επί των εν λόγω αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε, κατά παραδοχή τους, η 101/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (i) 190/15-6-2004 και (ii) 192/16-6-2004 ομοίως συνεκδικαζόμενες εφέσεις των διαδίκων, η 15/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, ελλείψει του απαιτουμένου στο πρόσωπο αυτών, με την δικονομική ιδιότητα του εκκαλούντος, εννόμου συμφέροντος.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά του κεφαλαίου αυτής που αναφέρεται στην απόρριψη της με στοιχ. (ii) εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία εδιώκετο η απόρριψη της με στοιχ. (α) αγωγής του δι' αυτής εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσίβλητου, εναντιώνεται η κατά τούτο φερομένη ως ηττηθείσα αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσον ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από τον ποιο από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρό κλονισμό, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, γιατί με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που καθένας τους επιδίωκε με εκείνη από τις αγωγές αυτές που έχει ασκηθεί απ' αυτόν.
Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.
Συνεπώς ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως είτε κατ' άρθρο 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης είτε κατ' άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης. Κατά μείζονα δε λόγο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης από τον ένα μόνο διάδικο, κατά της τελεσίδικης απόφασης και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου συζύγου του, γιατί με την παραδοχή της δικής του αγωγής, (δηλαδή του διαδίκου του άσκησε την αναίρεση) επήλθε λόγω του αμετάκλητου της απόφασης ως προς την αγωγή του αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει πλέον ένδικο αντικείμενο.
Το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αναίρεσης, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση, αν και στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ.
Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές η ένδικη αίτηση αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη γιά έλλειψη στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας του απαιτούμενου προς τούτο εννόμου συμφέροντος κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 68, 73, 577 παρ. παρ. 1, 2). Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την 62/16-10-2008 αίτηση για αναίρεση της 15/11-1-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ