Supreme Court allows appeal against final judgment due to procedural error in service of decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against a final judgment, remanding the case for retrial. The lower court incorrectly dismissed the appeal as time-barred because the State had accepted the contested decision, which the Supreme Court found erroneous. The Court held that the State's acceptance of the decision constituted a waiver of the appeal right, rendering the subsequent appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 299, 573(1), 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; The State's acceptance of a contested final decision constitutes a clear waiver of the right to appeal, making any subsequent appeal inadmissible due to lack of legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1532 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1532/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πολυχρόνη Καραστεργίου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βουράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-1999 αγωγή τoυ ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8316/2000 μη οριστική, 3219/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4594/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-11-2008 αίτησή τoυ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 9-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικατική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι).Για το παραδεκτό της ασκήσεως της από 12.11.2008 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου έχει προσκομισθεί αντίγραφο της 1282/1.12.2008 γνωμοδότησης του αρμοδίου (Δ) τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999) .
ΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297,298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, που καθιστά την μετά από αυτήν (αποδοχή) ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεώς της, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και συνεπώς μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ.
ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου διαδίκου, είτε σιωπηρά με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Προκειμένου όμως περί του Δημοσίου η αποδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως και η εκ τούτου παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως κατ' αυτής ενδίκου μέσου πρέπει να εκδηλωθεί σαφώς και με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, όπως αυτό προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3086/2002 "περί οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", με το οποίο ορίζεται ότι για την παραίτηση του Δημοσίου από της ασκήσεως ενδίκων μέσων πρέπει να υπάρξει γνωμοδότηση της αρμοδίας επιτροπής ή τμήματος του Ν.Σ.Κ.
Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ότι το δημόσιο παραιτήθηκε σιωπηρώς από της ασκήσεως της υπό κρίση αναιρέσεως διότι το Τμήμα Δικαστικών Δαπανών της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ν.Σ.Κ με το 114852/3.1.2007 έγγραφό του έδωσε εντολή στην αρμόδια Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε σ' αυτόν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IΙΙ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1, 518 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ και 10 του Κ.Δ/τος 26-6/10.7.1944, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επομένη της νόμιμης επίδοσης της απόφασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η έφεση ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά δε το άρθρο 532 του ίδιου Κώδικα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της.
Τη συνδρομή ή μη του εμπροθέσμου της έφεσης εξετάζει αυτεπαγγέλτως το Εφετείο, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, αν δε διαπιστώσει ότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα την απορρίπτει ως απαράδεκτη. Για την έναρξη και διαδρομή της γνήσιας αυτής προθεσμίας απαιτείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις περί επιδόσεως διατάξεις των άρθρων 94, 122, 123 επ.
και 139 του Κ.Πολ.Δ, ήτοι επί δικών με υποχρεωτική σύμπραξη δικηγόρου, δια δικαστικού επιμελητού και κατόπιν παραγγελίας διδομένης προς τον τελευταίο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου κάτω από το έγγραφο που επιδίδεται. Δεν αποτελεί δε "κοινοποίηση" κατά τις διατάξεις αυτές η τυχόν υποβολή κεκυρωμένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως δι' αναφοράς ή αιτήσεως του διατελέσαντος διαδίκου προς την Διοίκηση επί τω τέλει της εφαρμογής της ή ικανοποιήσεως άλλου συναφούς αιτήματος.
Επομένως, σε περίπτωση που η εκδοθείσα απόφαση περιήλθε στο Δημόσιο μόνο κατά ένα από τους παραπάνω τελευταίους τρόπους και όχι δια κοινοποιήσεως κατά τις διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, η προθεσμία των τριάντα ημερών προς άσκηση εφέσεως δεν κινείται και το εμπρόθεσμο ή μη της από αυτό ασκούμενης εφέσεως κρίνεται αποκλειστικά από την πάροδο ή μη της προθεσμίας των τριών ετών από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν έχει σημασία η τυχόν γνώση της δημοσίευσης της απόφασης και του περιεχομένου της, από τον δικαιούμενο να ασκήσει έφεση.
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 3219/2006 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε στις 30.1.2007, η δε εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε, μαζί με άλλη απόφαση και έγγραφα, στο αναιρεσείον, όπως προκύπτει από την 9279/1.9.2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., την 1.9.2006.
Ακολούθως το εφετείο έκρινε ότι, ενόψει των ανωτέρω, η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, διότι από της επιδόσεως της αποφάσεως και μέχρι της ασκήσεως της εφέσεως είχε παρέλθει χρονικό διάστημα περίπου πέντε μηνών και έτσι απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Στην κρίση του αυτή το Εφετείο προήλθε, μολονότι έκρινε ότι η παραγγελία προς επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν είναι γραμμένη στο τέλος αυτής, αλλά σε άλλο έγγραφο και συγκεκριμένα στο τέλος της προσκομιζομένης μετ' επίκληση από 1.9.2006 αίτησης του εφεσιβλήτου προς το εκκαλούν, στο κείμενο της οποίας διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων και τα εξής " σας γνωστοποιούμε τις εν χρήσει αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις: 1) υπ' αριθ. 3219/8.6.2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) ...3)...
με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο ...", στο τέλος δε αυτής υπάρχει παραγγελία προς επίδοση που υπογράφεται από τον εφεσίβλητο και το δικηγόρο Σωτήριο Χριστοδούλου, ως πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος, όμως σε προκαταρκτική εξέταση, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών αρνήθηκε ότι έδωσε εντολή για την επίδοση της απόφασης αυτής και υποστήριξε ότι η υπογραφή, κάτω από την παραγγελία που υπάρχει στην επίδοση δεν είναι δική του, εφόσον όμως το εκκαλούν (ήδη) διότι το αναιρεσείον παρέλαβε την εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς να προτείνει ήδη "ότι η έλλειψη ή η ελαττωματικότητα της παραγγελίας προς επίδοση επέφερε βλάβη στο πρόσωπό του, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της επιδόσεως, η τελευταία (επίδοση) είναι έγκυρη".
Κρίνοντας όμως έτσι το εφετείο έσφαλε, γιατί κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη η υποβολή της προσβαλλομένης 3219/2006 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια της κοινοποιήσεως, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, της από 1.9.2006 αιτήσεως, μαζί και με άλλα έγγραφα, στο αναιρεσείον, δεν έθεσε σε κίνηση την προθεσμία των τριάντα ημερών και έτσι το εμπρόθεσμο ή μη της εφέσεως έπρεπε να κριθεί αποκλειστικά από την πάροδο ή μη της προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού ουδεμία σημασία είχε η τυχόν γνώση της δημοσίευσης της απόφασης και του περιεχομένου της, από το δικαιούμενο να ασκήσει έφεση ελληνικό Δημόσιο, το οποίο είχε επικαλεσθεί επικουρικώς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών του, και τη συνδρομή βλάβης, δια της αναφοράς των λόγων, συνεπεία των οποίων δεν μπόρεσε να τηρήσει την εν λόγω προθεσμία των τριάντα ημερών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, κατά τους διαλαμβανομένους στο σύνολο του δικογράφου της λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 4594/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσειόντος, την οποία ορίζει σε δύο τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ