1532/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1532/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, η διαιτητική συμφωνία, κατά τη διάταξη του άρθρου 869§2 ΚΠολΔικ και του άρθρου 28 Ν. 2735/66 (ο οποίος εφαρμόζεται, εν προκειμένω αφού πρόκειται για διεθνή διαιτησία) διέπεται από τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου για τις συμβάσεις. Ισχύει δε και έναντι της ενάγουσας ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αγοράστριας (όπως και έναντι των κληρονόμων των μεταποβιωσάντων συμβαλλομένων πωλητών) σύμφωνα με τον όρο 19° της Σύμβασης.
Full text
Απόφαση 1532 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1532/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, 5. Χ5, 6. Χ6 και 7. Χ7. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κίμωνα Βορίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Πετρελαιοειδών" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από την διάδοχο της μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της διασπασθείσας εταιρίας με την νέα επωνυμία "ΕΚΟ- ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μαντζουράνη που δήλωσε και στο ακροατήριο την παραπάνω συγχώνευση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2004 αγωγή (ακύρωσης διαιτητικής απόφασης) των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η 8445/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-2-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 1-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-12-2003 αγωγή της προς το Διαιτητικό Δικαστήριο του άρθρου 20 παρ.2 της από 29-10-1997 Σύμβασης Πώλησης Μετοχών μεταξύ των αναιρεσειόντων και της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΑΒΕΕΠ", η αναιρεσίβλητη εταιρία ζητούσε να της επιδικασθεί (νομιμοτόκως) συνολικό χρηματικό ποσό 987.768 ευρώ, ως αποζημίωση με βάση την σύμβαση, στην οποία ως αγοράστρια είχε συμβληθεί η δικαιοπάροχός της εταιρία. Με την απόφασή του -κατατεθείσα στο Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 34/2004- το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε μερικώς την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα και εδώ αναιρεσίβλητη εταιρία 861.660 ευρώ (νομιμοτόκως). Κατ' αυτής οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν αγωγή ακυρώσεως, επικαλούμενοι υπέρβαση εκ μέρους του Διαιτητικού Δικαστηρίου της περί διαιτησίας συμβατικής ρήτρας καθώς και αντίθεση της απόφασης προς την δημόσια τάξη. Η αγωγή ακυρώσεως απορρίφθηκε με την 8445/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως παραπονούνται ήδη, με την κρινόμενη αίτησή τους, οι ηττηθέντες διάδικοι.
Κατά το άρθρο 34 παρ.2 του Ν. 2735/1999 "Διεθνής Εμπορική Διαιτησία" (που εφαρμόζεται εν προκειμένω επειδή η διεξαχθείσα διαιτησία είναι διεθνής): "Διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί από το Δικαστήριο ... μόνο αν: α) ο ενάγων προβάλλει και αποδεικνύει ότι... η διαιτητική απόφαση αφορά διαφορά, που δεν εμπίπτει στη συμφωνία διαιτησίας ή περιέχει διατάξεις που υπερβαίνουν τα όρια της συμφωνίας.
β) το δικαστήριο που επιλαμβάνεται ύστερα από άσκηση αγωγής ακύρωσης κρίνει ... ότι η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς την διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 ΑΚ". Περιλαμβάνεται δε στην έννοια της δημοσίας τάξεως, κατά τις διατάξεις αυτές, το σύνολο των πρωταρχικής, βασικής και θεμελιώδους σημασίας αρχών και αντιλήψεων που αποτελούν τη βάση της νομικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της Πολιτείας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε αβασίμους τους προβληθέντες λόγους ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης και απέρριψε τη σχετική αγωγή των αναιρεσειόντων, δεχθέν τα ακόλουθα: "Στις 29-10-97 υπογράφηκε μεταξύ της εταιρίας "ΕΚΟ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ - ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΒΕΕ" ως αγοράστριας που εδρεύει στην Αθήνα (η οποία καθ' όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση, περιήλθε στη συνέχεια στην νυν εναγομένη) και των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Α και Β ως πωλητών, σύμβαση πώλησης του 100% των μετοχών της Κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΡETROLINA OVERSEAS LIMITED" (εφεξής "ΡETROLINA") με έδρα την Λάρνακα Κύπρου, της οποίας ήταν μόνοι μέτοχοι.
Στην τελευταία ανήκε το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της εδρεύουσας στην Αθήνα, θυγατρικής της εταιρίας, με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ" (εφεξής "ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ"). Δηλαδή στην αγοράστρια περιήλθε το μετοχικό κεφάλαιο και των δύο εταιριών. Στη συνέχεια, η εδρεύουσα στην Αθήνα εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" (τώρα εναγόμενη) ως οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω, αγοράστριας εταιρίας (ΕΚΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ-ΑΒΕΕ) άσκησε την από 15-12-03 αγωγή της κατά των νυν εναγόντων (τότε εναγομένων) πωλητών: 1) Χ1 ατομικώς και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος στο μεταξύ πωλητή Γ, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 ατομικώς και ως κληρονόμου του Γ, 5) Χ5 ως κληρονόμου του αποβιώσαντος στο μεταξύ πωλητή Α, 6) Χ6 ως κληρονόμου των πωλητών Β και Γ και 7) Χ7 ως κληρονόμου επίσης των πωλητών Β και Γ.
Με την αγωγή αυτή, ισχυρίστηκε μεταξύ των άλλων ότι με την παραπάνω σύμβαση πωλήσεως μετοχών, οι πωλητές ανέλαβαν την υποχρέωση για αποζημίωση της αγοράστριας για κάθε θετική ζημία της, σε περίπτωση φορολογικών και άλλων υποχρεώσεων μη εισπραξίμων απαιτήσεων κλπ και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (τώρα ενάγοντες) πωλητές (καθώς και οι κληρονόμοι - διαχειριστές της κληρονομιάς των μεταποβιωσάντων τριών πωλητών) να της καταβάλουν εις εκτέλεση της παραπάνω ρήτρας της σύμβασης, τα στην αγωγή αναφερόμενα ποσά.
Επί της αγωγής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη Διαιτητική Απόφαση από το Διαιτητικό Δικαστήριο το οποίο συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 20.2 και 20.3 της παραπάνω, από 29-10-97 Σύμβασης Πώλησης των Μετοχών. Με την απόφαση αυτή, με την οποία κρίθηκε επίσης ότι πρόκειται για διεθνή διαιτησία, επί της οποίας εφαρμόζεται ο Ν. 2735/99, το Διαιτητικό Δικαστήριο έκαμε δεκτή εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους τότε εναγόμενους πωλητές (νυν ενάγοντες) να καταβάλουν στην ενάγουσα (τώρα εναγόμενη) το συνολικό ποσό των 861.660 Ευρώ επιμεριστικά ο καθένας, κατά το ποσοστό της ευθύνης που του καταλόγισε, αντίστοιχα.
Με την ένδικη ακυρωτική αγωγή, προσβάλλεται η Διαιτητική Απόφαση για τους εξής λόγους: Α) Υπέρβαση της διαιτητικής ρήτρας του άρθρου 20 της από 29-10-97 Σύμβασης Πωλήσεως Μετοχών, σύμφωνα με το άρθρο 34.2 εδ. α', γγ' Ν. 2735/99. Β) Αντίθεση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης στη Διεθνή Δημόσια τάξη (αρθρ. 34.2, εδ.
β, ββ' Ν. 3735/99, αρθρ. 33 ΑΚ). Ως προς τον Α' λόγο ακύρωσης της Διαιτητικής Απόφασης όπως συμπληρώνεται με τις προτάσεις τους, περί υπέρβασης της διαιτητικής ρήτρας άρθρου 20 της Σύμβασης που παραπέμπει σε διαιτησία, διαφορές μεταξύ των αντισυμβαλλομένων μερών : οι ενάγοντες ισχυρίζονται ειδικότερα ότι το Διαιτητικό (Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση, αποφάνθηκε επί διαφοράς της εταιρίας ΕΚΟ - ΕΑΔΑ (εναγόμενης-τότε ενάγουσας) η οποία δεν ήταν, η κατά τη σύμβαση αγοράστρια εταιρία, αλλά ξένη προς τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου (20.2) που υποβάλλει σε διαιτητική επίλυση διαφορές μόνο μεταξύ των αντισυμβαλλομένων, δηλαδή της "ΕΚΟ - ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΒΕΕ" και των πωλητών.
Ότι σε κάθε περίπτωση η σύμβαση με το άρθρο 10° ρυθμίζει την υποχρέωση των πωλητών να αποζημιώσουν τηναντισυμβαλλόμενη τους αγοράστρια, μόνο αν η μεταβιβαζόμενη από αυτούς περιουσιακή αξία αποδεικνύεται ότι ήταν μικρότερη από ό,τι συμφωνήθηκε, λόγω αυξημένων υποχρεώσεων της "PETROLINA" ή της "ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ" και όχι αξιώσεις εκτός συμβατικής ρύθμισης, όπως απαιτούμενες από την ενάγουσα - εναγομένη, οι οποίες αφορούν καταβολές της ΕΚΟ - ΕΛΔΑ για οφειλές της "ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ" οι οποίες όμως προκλήθηκαν συνεπεία της απορρόφησης από την ΕΚΟ - ΕΛΔΑ, της ΕΚΟ και της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ.
Τα ποσά δε αυτά που κατέβαλε ήταν αποτέλεσμα δικής της εμπορικής δραστηριότητας (απορρόφηση ΕΚΟ και ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ), δεν σχετίζονται με τη σύμβαση και δεν υπάρχει υποχρέωσή τους, ως εκ τούτου, αποζημίωσης της ενάγουσας. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία από τη σύμβαση να επιληφθεί της εν λόγω διαφοράς και η απόφασή του, που λήφθηκε καθ' υπέρβαση των όρων της σύμβασης, είναι άκυρη.
Κατ' αρχήν, ως προς το πρώτο σκέλος του παραπάνω λόγου, όπως ορθά κρίθηκε και από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα "ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ" είναι από 1-4-1998 η καθολική διάδοχος, συνεπεία διασπάσεως δι' απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ - ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΕΚΟ ΑΒΕΕ" (αντισυμβαλλόμενη αγοράστρια) σύμφωνα με το Νόμο 2593/98 (συμβόλαιο .....
της Συμ/φου Αθηνών Μαρίας Κων/νου - Λιναρδάκη όπου καταρτίστηκε η σύμβαση και σχετική ανακοίνωση στο 1833/8-4-98 ΦΕΚ - ΤΕΥΧΟΣ ΑΕ - ΕΠΕ). Η ενάγουσα επίσης, από 1-11-99 είναι καθολική διάδοχος συνεπεία συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της Α.Ε. "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ - ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ (..... συμβολαίου Συμ/φου Αθηνών Θεοδ.
Χαλαζωνίτη και σχετική δημοσίευση στο 8781/2-11-99 ΦΕΚ) όπως τα περιστατικά αυτά, δεν αμφισβητήθηκαν από τους ενάγοντες πωλητές. Σε περίπτωση δε συγχωνεύσεως ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιορισμένης ευθύνης όπου γίνεται λόγος για "οιονεί καθολική διαδοχή" επέρχεται από το νόμο αυτοδίκαιη και χωρίς άλλη διατύπωση, υποκατάσταση της νέας εταιρίας (όταν η συγχώνευση γίνεται με τη μορφή συστάσεως νέας εταιρίας) ή εκείνης στην οποία έχει υπαχθεί η άλλη (όταν η συγχώνευση γίνεται με την μορφή της απορροφήσεως της μιας από την άλλη) στις υποχρεώσεις εκείνης που συγχωνεύτηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 παρ.2 Ν. 2190/20 "Περί Ανωνύμων Εταιριών".....
Επίσης, η διαιτητική συμφωνία, κατά τη διάταξη του άρθρου 869§2 ΚΠολΔικ και του άρθρου 28 Ν. 2735/66 (ο οποίος εφαρμόζεται, εν προκειμένω αφού πρόκειται για διεθνή διαιτησία) διέπεται από τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου για τις συμβάσεις. Ισχύει δε και έναντι της ενάγουσας ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αγοράστριας (όπως και έναντι των κληρονόμων των μεταποβιωσάντων συμβαλλομένων πωλητών) σύμφωνα με τον όρο 19° της Σύμβασης.
όπου εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Ελληνικό και όρο 17.10 αυτής ότι "η σύμβαση δεσμεύει και τους καθολικούς διαδόχους των Συμβαλλομένων μερών" (δεν προσκομίζεται η αντίστοιχη σελίδα -23η- της σύμβασης, στην οποία περιλαμβάνεται ο όρος 17ος, όμως δεν αμφισβητείται). Εξάλλου η ιδιότητα, της ενάγουσας - εναγομένης ως "οιονεί καθολικής διαδόχου" της αγοράστριας, ύστερα από συγχώνευση με απορρόφηση τμήματος της, την νομιμοποιεί να είναι διάδικος, αφού με την (οιονεί) καθολική διαδοχή η ενάγουσα υπεισήλθε, όσον αφορά τις απαιτήσεις που ανήκαν στο τμήμα που απορροφήθηκε, στη νομική θέση της αγοράστριας αλλά νομιμοποιείται και ως οιονεί καθολική διάδοχος (λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως) της εταιρίας ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ.
Συνακόλουθα, η ενάγουσα δεν είναι τρίτη ξένη προς τα συμβαλλόμενα μέρη εταιρία, όπως τα εννοεί ο όρος 20 της Σύμβασης, δεσμευομένη από τους όρους αυτής από την οποία αντλεί δικαιώματα και υποχρεώσεις, και ο σχετικός λόγος των εναγόντων (ως προς το πρώτο σκέλος του) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, ως προς το β' σκέλος του, ο εν λόγω ισχυρισμός κατά τον οποίο οι ενάγοντες - πωλητές θεωρούν, κατά τα παραπάνω, ότι δεν υφίσταται υποχρέωση τους για αποζημίωση της εναγόμενης "για ζημιές που προκλήθηκαν από πληρωμές που πραγματοποίησε η εναγόμενη, συνεπεία δικών της αποφάσεων και επιλογών" με σκοπό την εξόφληση υποχρεώσεων της εξαγορασθείσης εταιρίας "ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ" ως και της θυγατρικής της, στην Ελλάδα "ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ" (πέραν της αοριστίας του μιας και δεν προσδιορίζει πότε και ποιές ακριβώς είναι οι πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν και ποιές υποχρεώσεις εξοφλήθηκαν συγκεκριμένα της εξαγορασθείσης εταιρίας), ο ισχυρισμός αυτός είναι και αβάσιμος, αφού κατά τα προλεγόμενα η εναγόμενη εταιρία δεν είναι τρίτη προς την αγοράστρια εταιρία και σύμφωνα με το άρθρο 10.1 της σύμβασης, "οι πωλητές υποχρεούνται να αποζημιώσουν την αγοράστρια (επομένως και την ενάγουσα) πλήρως, για κάθε θετική ζημία που θα προκληθεί σ' αυτήν ή θα επέλθει από παράβαση Εγγυητικών Δηλώσεων ή των Διαβεβαιώσεων των Πωλητών ή από ανακρίβεια ή μη αλήθεια τους", ιδία δε οι πωλητές ανέλαβαν την υποχρέωση να αποζημιώσουν την αγοράστρια για α) οφειλές φορολογικών και κοινωνικοοικονομικών τελών, δασμών κλπ αναγομένων χρονικώς έως την υπογραφή της σύμβασης ή του Ισολογισμού Κλεισίματος (ως προς την "ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ"), οι οποίες δεν είχαν καταχωρηθεί στις οικονομικές καταστάσεις και τον Ισολογισμό ούτε είχαν γνωστοποιηθεί εγγράφως στην αγοράστρια με τις εγγυητικές δηλώσεις ή διαβεβαιώσεις κλπ.
β) αφανών - οφειλών από πράξεις, συναλλαγές ή παραλείψεις κλπ (εκτενέστερα παρακάτω στον Β' λόγο ακύρωσης). Τα παραπάνω σε συνδυασμό με το άρθρο 9° 1 και 2 όπου περιέχονται διαβεβαιώσει: των πωλητών ότι οι τελευταίες οικονομικές καταστάσεις και Ισολογισμός Κλεισίματος που εμφανίζουν ουσιωδώς τις οικονομικές συνθήκες και τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων των εταιριών ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ και PETROLINA καθώς και οι εγγυητικές δηλώσεις τους ότι είναι πλήρεις και αληθείς.
Στα πλαίσια δε αυτά που διαγράφονται από τη σύμβαση, και στα προβλεπόμενα χρονικά όρια, προέκυψαν οι απαιτούμενες αξιώσεις οι οποίες έγιναν δεκτές από το Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο ορθώς έκρινε ότι οι αγωγικές αυτές αξιώσεις σχετίζονται με την σύμβαση πωλήσεως όπως και η αγωγική αξίωση περί αποζημιώσεως της ενάγουσας (ΕΚΟ - ΕΛΔΑ) για πληρωμές υποχρεώσεων της "ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ", η οποία δεν βασίζεται σε δικές της επιχειρηματικές αποφάσεις, αλλά προέρχεται από τη σύμβαση υπό την έννοια ότι η ίδια (είναι) οιονεί καθολική διάδοχος της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ και της ΕΚΟ ΑΒΕΕ.
Με το Β' λόγο, περί αντίθεσης της απόφασης στη διεθνή δημόσια τάξη οι: ενάγοντες - πωλητές ισχυρίζονται ότι: το αίτημα της αγοράστριας να της επιδικασθούν, δυνάμει του άρθρου 10.2.1 της Σύμβασης Πώλησης των Μετοχών της PETROLINA ως αποζημίωση, φόροι, πρόστιμα και προσαυξήσεις που προέκυψαν ύστερα από τακτικό φορολογικό έλεγχο της εταιρίας ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ για τα οικονομικά έτη 1994-1998 και τις διαχειριστικές περιόδους (χρήσεις) 1993-1997 αντίστοιχα, εκφεύγει των ορίων της σύμβασης, γιατί γενεσιουργές αποζημιωτικής ευθύνης, δεν είναι κατά τη σύμβαση όλες οι φορολογικές επιβαρύνσεις αλλά αυτές που αφορούν διάστημα τριών ετών πριν από τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με τον συμβατικό όρο 9.2.
και επομένως είναι αβάσιμες οι αξιώσεις τους για τις διαχειριστικές περιόδους 1993-1994 συνολικού ύψους 209.939,60 €. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 9 της Σύμβασης περί των "Διαβεβαιώσεων της πωλήτριας" περίπτωση 2 "οι ως άνω Οικονομικές Καταστάσεις και Ισολογισμός Κλεισίματος είναι πλήρεις και αληθείς και εμφανίζουν ουσιωδώς τις οικονομικές συνθήκες και τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων της PETROLINA και της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ.
Συντάχθηκαν βάσει γενικώς αποδεκτών οικονομικών αρχών όπως εφαρμόζονται στην ΚΥΠΡΟ για την πρώτη και στην Ελλάδα για τη δεύτερη που εφαρμόστηκαν κατά τρόπο συνεπή κατά την τελευταία περίοδο των τριών χρόνων". Ότι από το άρθρο αυτό προκύπτει σαφώς ότι η ευθύνη τους δεν ανάγεται σε διάστημα απώτερο της τριετίας από τη σύναψη της σύμβαση;
και η Διαιτητική απόφαση με την οποία κρίθηκε - ερμηνεύθηκε αυθαίρετα ότι η διάταξη αυτή έχει "απλώς αφηγηματικό χαρακτήρα" και επιδίκασε τo παραπάνω κονδύλιο στην αγοράστρια, προσκρούει ευθέως στη διεθνή δημόσια τάξη, γιατί αγνόησε την πρωταρχικής και θεμελιώδους σημασίας αρχή, κοινωνικοοικονομικού χαρακτήρα, της δεσμευτικότητας των συμβάσεων, επιδικάζοντας μη οφειλόμενα ποσά.
Γι' αυτό η απόφαση πρέπει ν' ακυρωθεί. Ο ως άνω ισχυρισμός, πέραν του γεγονότος ότι αφορά, περί της ουσίας κρίση, και δεν προσκρούει όπως διατυπώνεται στη διεθνή δημόσια τάξη (όπως περί αυτής γίνεται στην αρχή λόγος) είναι και αβάσιμος δεδομένου ότι, περί των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων υπάρχει ρητή ρήτρα στη σύμβαση, άρθρο 10.2.1, κατά την οποία οι πωλητές υποχρεούνται να αποζημιώσουν την αγοράστρια και για : "κάθε υποχρέωση από φορολογία οιασδήποτε μορφής ή εισφορά για κοινωνική ασφάλιση ή τέλη δασμούς, πρόστιμο, ποινή ή οικονομικό βάρος οποιασδήποτε μορφής που ήθελε προκύψει κατόπιν ελέγχου ή πράξεως επιβολής δημόσιας ή άλλης αρχής κατά της ΕΤΑΙΡΙΑΣ - PETROLINA ή και της εταιρίας ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ σχετικά με πράξεις συναλλαγής ή παραλείψεις ή ως αποτέλεσμα πράξεων συναλλαγών ή παραλείψεων που έλαβαν χώρα, κατά ή προ της ημέρας της υπογραφής της Σύμβασης (προκειμένου περί της εταιρίας PETROLINA) και του Ισολογισμού Κλεισίματος (προκειμένου περί της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ) ή προκύπτουν από έσοδα ή κέρδη που προέκυψαν ή ελήφθηκαν κατά ή προ, της ημέρας που είτε δεν καταχωρήθηκαν σε λογαριασμούς των οικονομικών καταστάσεων της εταιρίας PETROLINA και του Ισολογισμού Κλεισίματος της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ είτε δεν γνωστοποιήθηκαν άλλως, εγγράφως από τους πωλητές στην Αγοράστρια δια των Εγγυητικών Δηλώσεων".
Στον όρο αυτό, όπου ρητά αναφέρεται η υποχρέωση των πωλητών για αποζημίωση της αγοράστριας για τις φορολογικές εκκρεμότητες της εξαγοραζόμενης εταιρίας, δεν τίθεται κανένας περιορισμός ως προς τον χρόνο πριν από τη σύναψη της σύμβασης που αυτές αφορούν. Ως εκ περισσού επομένως, προβάλλεται ως λόγος αντίθεσης προς τη δημόσια τάξη ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε περί του "αφηγηματικού (ή όχι) χαρακτήρα" της διατάξεως άρθρου 9.2 της σύμβασης στο οποίο αναφέρεται "περί της τελευταίας τριετίας" η οποία σε κάθε περίπτωση λήφθηκε υπόψη για τον προσδιορισμό του τιμήματος πωλήσεως των μετοχών, όπως προκύπτει σαφώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4.1.3 και 4.2.3 και 5 (Έλεγχος Ισολογισμού Κλεισίματος από την αγοράστρια) και 5.4 της σύμβασης πωλήσεως.
Σε κάθε (δε περίπτωση η διάταξη αυτή (9.2) δεν αναφέρεται στις παραπάνω υποχρεώσεις των πωλητών που ρυθμίζονται ειδικά με τον όρο 10.2.1 αλλά στις διαβεβαιώσεις της πωλήτριας για τον τρόπο τηρήσεως των οικονομικών καταστάσεων και Ισολογισμού Κλεισίματος της PETROLINA και ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ κατά την τελευταία τριετία όπως παραπάνω".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με τον αχθέντα ενώπιόν του πρώτο λόγο ακυρώσεως, που στηριζόταν στον ισχυρισμό ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε επί θεμάτων, για τα οποία δεν είχε δικαιοδοσία, υπερβαίνοντας διττώς την διαιτητική συμφωνία.
Επομένως είναι απορριπτέοι οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Ειδικότερα (1) Οι υπό στοιχεία 2α, 2γ, 2δ και 2ε λόγοι αναιρέσεως- παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και των άρθρων 34 Ν. 2735/1 999. 69 παρ.1 κν 2190/1920, 287, 361, 173 κα, 200 ΑΚ, στην πραγματικότητα αφορούν την ουσιαστική κρίση του Εφετείου, αφού υπό διάφορες διατυπώσεις αποδίδει σ' αυτό σφάλματα περί την ερμηνεία της διαιτητικής ρήτρας. (2) Ο υπό στοιχ. 2β' λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 πλημμέλεια ερμηνεύοντας εσφαλμένα το άρθρο 69 παρ.2 κ.ν. 2190/1920, προβάλλεται αλυσιτελώς.
Τούτο δε διότι ο νομικός κανόνας στον οποίο στήριξε το Εφετείο την κρίση του για αυτοδίκαιη υποκατάσταση της αναιρεσιβλήτου στις έννομες σχέσεις της αγοράστριας των μετοχών εταιρίας είναι ορθός και, απλώς, αυτός δεν προκύπτει από το άρθρο 69 παρ. 2 κ.ν. 2190/1920 (που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) αλλά από τις διατάξεις των άρθρων 75 παρ.1α και 85 τταρ.1 κ.ν., 2190/1920 όπως διαμορφώθηκε με το ΠΔ 498/1987 και εκείνες υπό τα στοιχεία "άρθρο τρίτο" του Ν. 2593/1998. (3) Αλυσιτελείς είναι, ωσαύτως οι διαλαμβανόμενοι υπό το στοιχ. 2.
στ λόγοι αναιρέσεως (προβαλλόμενοι υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ) οι οποίοι αφορούν το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ήτοι τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι οι επίδικες κατ' αυτών απαιτήσεις της αναιρεσιβλήτου δεν υπήγοντο στην περί διαιτησίας συμφωνία. Τούτο δε διότι οι λόγοι αυτοί όπως διατυπώνονται έχουν ως προϋπόθεση ότι ο ρηθείς ισχυρισμός των αναιρεσειόντων απερρίφθη ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, ενώ αυτός στην πραγματικότητα απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει.
Περαιτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως (υπό στοιχ. 1α, 1β, 1γ και 1δ) που αφορούν τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, ήτοι τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι αυτή βρίσκεται σε αντίθεση προς την "διεθνή δημοσία τάξη", επειδή παραβιάσθηκε η θεμελιώδης αρχή της δεσμευτικότητας των συμβάσεων, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως ερειδόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο παραβίασε όντως την ρηθείσα αρχή. Στην πραγματικότητα όμως αυτό δεν συνέβη, αφού το Διαιτητικό Δικαστήριο, ερμηνεύοντας την επίμαχη σύμβαση πωλήσεως, έκρινε ότι η ευθύνη των πωλητών, για σφάλματα ή ανακρίβειες στις "οικονομικές καταστάσεις και στον Ισολογισμό Κλεισίματος", είχε συμφωνηθεί να εκτείνεται σε όλον τον προγενέστερο της συμβάσεως χρόνο και όχι μόνο στα τρία προ αυτής έτη? για να δοθεί δε στην παραδοχή αυτή του Διαιτητικού Δικαστηρίου το νόημα που της αποδίδουν οι αναιρεσείοντες θα έπρεπε να εκληφθείς a priori δεδομένο και αυτονόητο, ότι ποτέ σε συμβάσεις δεν διαλαμβάνονται αφηγηματικά στοιχεία και έτσι να αποκλείεται η δυνατότητα του διαιτητικού (ή άλλου) δικαστηρίου να κρίνει ερμηνευτικώς το αντίθετο, πράγμα που θα ήταν προφανώς άτοπο.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-2-2006 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7 για αναίρεση της 8445/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ