1532/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή των 10 πρώτων ήδη αναιρεσίβλητων και την από 1 Δεκεμβρίου 2000 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 11ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18546/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3369/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1532/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ.- Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. Γ)Ν/1911 "κάτοχος αυτοκινήτου θεωρείται πας ο κατά τον χρόνον του ατυχήματος κατέχων το αυτοκίνητον είτε κατά κυριότητα είτε εκ συμβάσεως, εκμεταλλευόμενος δ' αυτό εν ιδίω ονόματι, ως και ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος της κατοχής αυτοκινήτου και χρησιμοποιών τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπον".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1532 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1532/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παγώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 , 2. Ψ2 και 3. Ψ3 , ενεργούντων για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους 4. Ψ4 , του οποίου ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, 5. Ψ5 , 6. Ψ6 και 7. Ψ7 , ενεργούντων για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους 8. Ψ8 , της οποίας ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Πατσαρίκα, με την από 7 Μαϊου 2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., στην οποία αναφέρει ότι η 8η αναιρεσίβλητη Ψ8 , η οποία φέρεται ως ανήλικη, ενηλικιώθηκε πλέον και παρίσταται ατομικά για τον εαυτό της, 9. Ψ9 , 10. Ψ10 , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 11. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας "ΓΚΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕΑ", λόγω συγχώνευσης αυτής δι΄απορροφήσεώς της από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αποστολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή των 10 πρώτων ήδη αναιρεσίβλητων και την από 1 Δεκεμβρίου 2000 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 11ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18546/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3369/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 9ου και 10ης εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ....... και ....... εκθέσεις επιδόσεως των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης και Λασιθίου ........ και ........ αντιστοίχως αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου και κλήση προς συζήτηση και αυτή έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους Ψ9 και Ψ10 . Αυτοί όμως δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, κατ΄ άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. Γ)Ν/1911 "κάτοχος αυτοκινήτου θεωρείται πας ο κατά τον χρόνον του ατυχήματος κατέχων το αυτοκίνητον είτε κατά κυριότητα είτε εκ συμβάσεως, εκμεταλλευόμενος δ' αυτό εν ιδίω ονόματι, ως και ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος της κατοχής αυτοκινήτου και χρησιμοποιών τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπον".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ως κάτοχος του αυτοκινήτου θεωρείται εκείνος, ο οποίος όχι μόνο ασκεί τη φυσική εξουσία επ' αυτού (άρθρ. 974 ΑΚ), αλλά και εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο ως ιδιοκτήτης ή δικαιούχος σε εκμετάλλευση δυνάμει συμβάσεως με τον ιδιοκτήτη. Εισάγεται, δηλαδή, για τον καθορισμό της έννοιας του κατόχου, το στοιχείο της εκμεταλλεύσεως, η οποία περιλαμβάνει την άντληση από τη λειτουργία του αυτοκινήτου, αμέσως ή εμμέσως, οικονομικού ή επαγγελματικού οφέλους με τη μορφή κέρδους, αλλά και την εξυπηρέτηση διαφόρων αναγκών του κατόχου, όπως είναι η ψυχαγωγία και η άνετη μετακίνησή του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του αυτού ως άνω ν. Γ)Ν/1911 "διά πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης εν η περιπτώσει είναι τοιούτος άλλος ή ο κάτοχος ενέχεται μόνον μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, το οποίον, παραχωρών εις το ζημιωθέν πρόσωπον, δύναται κατά την κρίσιν του δικαστηρίου να απαλλαγεί κατά πάσης άλλης αποζημιώσεως... ".
Από τις παραπάνω διατάξεις του ν. Γ)Ν/1911 προκύπτει, ότι καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη σε βάρος, εκτός άλλων, και του κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου υπό την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του νόμου αυτού, ο οποίος ενέχεται έναντι του παθόντος προς αποκατάσταση της ζημίας του. Ιδία αντικειμενική ευθύνη καθιερώνεται και σε βάρος του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, ανεξαρτήτως του αν αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος είναι κάτοχος αυτού.
Σε περίπτωση, όμως, που ο ιδιοκτήτης δεν είναι και κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η ευθύνη του περιορίζεται μέχρι την αξία αυτού κατά τον αμέσως πριν από το ατύχημα χρόνο, παρέχεται δε σ' αυτόν και η διαζευκτική ευχέρεια, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη παραχωρώντας στο ζημιωθέν πρόσωπο αυτό τούτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο.
Ο περιορισμός αυτός της ευθύνης του ιδιοκτήτη γίνεται με προβολή ενστάσεως εκ μέρους αυτού, όταν η ζητούμενη με την αγωγή αποζημίωση υπερβαίνει την αγοραία αξία του αυτοκινήτου πριν από το ατύχημα. Περαιτέρω, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία, που συνιστά η απόδοση στον εφαρμοστέο κανόνα έννοιας διαφορετικής από την αληθινή, ή μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με τη μη εφαρμογή κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή με την εφαρμογή κανόνα, που δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ή με την εσφαλμένη εφαρμογή του.
Εξάλλου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως κι΄ έτσι ιδρύεται η εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια, και όταν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία κατά νόμο για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής των όρων εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν οι επικαλούμενες ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση. Έτσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση του κατόχου και ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου για τη ζημία του παθόντος από τη λειτουργία του, ελέγχεται με τους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι ο ιδιοκτήτης ήταν και κάτοχος του αυτοκινήτου.
Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστη νομική έννοια, που συνιστά προϋπόθεση γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχείο των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 2 παρ. 1 και 4 ν. Γ)Ν/1911) κι' έτσι η εξειδίκευσή της ελέγχεται αναιρετικώς.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών Χ1 , που είναι συνιδιοκτήτης του προαναφερομένου ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου, του ετέρου ημίσεος ανήκοντος στον εκκαλούντα γιό του Χ2 , ουδέποτε αποξενώθηκε από την κατοχή και εκμετάλλευση του οχήματος, προς εξυπηρέτηση των αναγκών του μαζί με τον γιό του.
Βεβαίως αυτός προσκομίζει την από ..... εξουσιοδότηση θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής από τον αστυνομικό σταθμό Επταλόγου, στην οποία εξουσιοδοτεί τον γιό του να μεταβιβάσει στον εαυτό του ή οποιονδήποτε τρίτο το ποσοστό συνιδιοκτησίας του πλην όμως αυτό δεν συνέβη, διότι από την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος προκύπτει ότι και μετά το χρόνο αυτό εξακολουθούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο να ανήκει κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό στην κυριότητα των παραπάνω εκκαλούντων συγκατόχων και συνεκμεταλλευτών του, όχι λόγω αμέλειας του Χ2 να προβεί στη μεταβίβαση αυτή, όπως αυτός αβασίμως ισχυρίζεται, αλλά λόγω προφανούς μεταμέλειας του συγκατόχου πατρός του (Χ1 ).
Το γεγονός δε ότι ο Χ2 εξοφλούσε σχετικές οφειλές, προκύπτουσες από την κυκλοφορία του εν λόγω οχήματος, δεν σημαίνει και ότι ο πατέρας του Χ1 είχε αποξενωθεί από την κατοχή του εν λόγω οχήματος, ούτε άλλωστε είναι πειστική η κατάθεση του μάρτυρα Χ3 (γιού και αδελφού των εκκαλούντων) ότι το ζημιογόνο αυτό αυτοκίνητο αγοράσθηκε κατά το ήμισυ επ' ονόματι του πατέρα του για φορολογικούς λόγους, τους οποίους βεβαίως δεν διευκρινίζει, γιατί ένα τέτοιο μικρού κυβισμού (1198 cc) αυτοκίνητο υπαγόρευαν κατά το έτος 1990, που αγοράσθηκε, την ως άνω σύμμετρη κτήση του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως επαναφερθείσα σ' αυτό ένσταση του αναιρεσείοντος περί περιορισμού της ευθύνης του ως συνιδιοκτήτη μόνο του ημίσεος του ζημιογόνου αυτοκινήτου μέχρι του μισού της αξίας του κατά το χρόνο του ατυχήματος και αναγνώρισε την ευθύνη του ίδιου ως κατόχου και συνιδιοκτήτη του αυτοκινήτου προς αποκατάσταση όλης της ζημίας των εναγόντων της κύριας αγωγής αναιρεσιβλήτων στενών συγγενών του θανόντος κατά το αυτοκινητικό ατύχημα, και προς απόδοση της καταβληθησομένης από την ενάγουσα της παρεμπιπτούσης αγωγής αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία αποζημιώσεως.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο αναφορικώς με την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 του ν. Γ)Ν/1911, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες, έτσι, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία για τη σωστή εξειδίκευση της νομικής έννοιας της κατοχής του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά το χρόνο του ατυχήματος, και από τον συνιδιοκτήτη αναιρεσείοντα, την οποία δέχθηκε το δικαστήριο, αφού ρητώς διαλαμβάνεται σ΄ αυτή, ότι ο τελευταίος συνεκμεταλλευόταν το αυτοκίνητο αυτό μαζί με τον άλλο συγκύριο γιό του, με τη μορφή της χρησιμοποιήσεως αυτού για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, δεν ήταν δε αναγκαία για τη στήριξη της κρίσεως του αυτής και η περαιτέρω παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων είχε άδεια ικανότητας οδηγήσεως του αυτοκινήτου.
Οι άλλες ελλείψεις της αναιρεσιβαλλομένης, που με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως επικαλείται ο αναιρεσείων, ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και ανάλυση των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται, κατά τα άνω, σαφώς στην απόφαση. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Πράγματα υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί. Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς ή τους λόγους εφέσεως και τους απέρριψε για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από την πιο πάνω πλημμέλεια ψέγεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί περιορισμού της ευθύνης του μέχρι του μισού της αξίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο ως ιδιοκτήτη μόνο όχι δε και κατόχου του ημίσεος του αυτοκινήτου αυτού και τα αναιρούντα την κατοχή αυτή περιστατικά, που πρωτοδίκως είχε προβάλει και με λόγο εφέσεως επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό και τα θεμελιούντα αυτόν περιστατικά και τον απέρριψε δια της περί του αντιθέτου παραδοχής, ότι ο αναιρεσείων κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν και κάτοχος, κατά την έννοια του νόμου, του αυτοκινήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-11-2006, αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της 3369/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν στη δίκη και τα οποία ειδικότερα ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ, για τους οκτώ (8) πρώτους από αυτούς και σε ίσο ποσό για την ενδέκατη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "COMMERCIAL VALUE AE".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ