Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on public hospital employee salary calculations under national minimum wage laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a labor claim. The appellant argued that the National Collective Labor Agreement (EGSS) did not cover all salary components, while the lower court correctly applied national minimum wage standards to public hospital staff. The court ruled that the appeal was legally unfounded because the lower court's calculation of total remuneration based on statutory minimums was correct and the appellant's claim for additional benefits was unsupported by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3(1)(a) and 8(1) of Law 1876/1990; The National Collective Labor Agreement establishes minimum wage standards binding all employers, including public hospitals, and the total statutory remuneration cannot be lower than these legally mandated minimums.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1532 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1532/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου Δυτικής Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδριανόπουλο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Μαϊου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1411/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 175/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Μαϊου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 24 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 3 παρ. 1α και 8 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 προκύπτει, ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της Χώρας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α. και ότι οι όροι των ΕΓΣΣΕ δεσμεύουν τους εργοδότες όλης της Χώρας και, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι, επικρατούν των αντιστοίχων όρων των λοιπών ΣΣΕ.
Για την εφαρμογή των ανωτέρω ελαχίστων ορίων προστασίας εφαρμόζονται οι κανόνες συρροής του άρθρου 10 παρ. 1 του άνω Νόμου και συνεπώς, το σύνολο των τακτικών αποδοχών ή του ημερομισθίου (βασικός μισθός ή ημερομίσθιο και τα προβλεπόμενα από τις ΕΓΣΣΕ επιδόματα τριετιών και γάμου) αποτελούν το ελάχιστο όριο αμοιβής της εργασίας, από το οποίο δεν είναι δυνατό να υπολείπεται το σύνολο των προβλεπομένων από το νόμο, τις ΣΣΕ και τις ατομικές συμβάσεις εργασίας αποδοχών.
Περαιτέρω, με τα άρθρα 3 παρ. 1, 2 και 7 παρ. 2 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, που καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 1198/1972, κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17.853/1989 και ισχύει από 1-7-1988 (άρθρ. 10 αυτής), ορίσθηκε ότι επεκτείνονται στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροπ.
Με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ και καταργούνται όλα τα επιδόματα του υπαγόμενου σ' αυτή προσωπικού, ανεξάρτητα από την ονομασία και τον τρόπο καταβολής τους, εφόσον δεν διατηρήθηκαν με ρητή διάταξη του Νόμου αυτού ή της ίδιας ΣΣΕ, οι δε εν λόγω εργαζόμενοι κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια βάσει των τοπικών προσόντων προσλήψεώς τους.
Ενόψει αυτών παρέπεται ότι για τους εργαζόμενους στα δημόσια νοσοκομεία μπορεί να τεθεί θέμα εφαρμογής των προβλεπομένων στις ΕΓΣΣΕ ελαχίστων ορίων αποδοχών μόνο αν οι καταβαλλόμενες σ' αυτούς συνολικές αποδοχές, δηλαδή ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου, στο οποίο κατετάγησαν και τα πάσης φύσεως επιδόματα, που προβλέπει ο Ν. 1505/1984 ή ο Ν. 2470/1997, που τον αντικατέστησε και ισχύει από 1.1.1997, είναι κατώτερες από τις οριζόμενες στις ισχύουσες κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα συνολικές αποδοχές των ΕΓΣΣΕ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργάτης πλυντηρίων, στις 2-6-1986, αμειβόμενος με τις καθοριζόμενες από το νόμο, τις ΣΣΕ και τις ΔΑ αποδοχές.
Ότι οι αποδοχές, που εδικαιούτο κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-12-1998, ενόψει του γεγονότος ότι ήταν έγγαμος με ένα ανήλικο τέκνο και είχε συμπληρώσει 9ετή υπηρεσία στις 2-6-1995 και 12ετή στις 2-6-1998, ανέρχονταν στα αναφερόμενα ποσά, με βάση τις καθοριζόμενες στις ΕΓΣΣΕ, που ίσχυσαν κατά το άνω διάστημα, αποδοχές και τα προβλεπόμενα για τους εργαζόμενους στα νοσηλευτικά ιδρύματα επιδόματα και πρόσθετες αμοιβές.
Το αναιρεσίβλητο όμως του κατέβαλε μειωμένες αποδοχές, λόγω μη εφαρμογής των ΕΓΣΣΕ και ζήτησε γι' αυτό να του καταβάλει τις αναφερόμενες διαφορές αποδοχών του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, καθώς και τις διαφορές της αμοιβής του για την υπερωριακή απασχόληση αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 28-2-1998.
Από τις επικαλούμενες και στην αγωγή από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, σε συνδυασμό με την παρ. 2 της 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που επέχει θέση ΕΓΣΣΕ και κυρώθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 435/1976 και το άρθρο 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ (που αύξησε το επίδομα γάμου από 5%, που είχε ορισθεί με την άνω ΔΑ 10/1976, σε 10%), καθώς και με την από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ, την ΔΑ 100/1979, την ΔΑ 1/1982 και την από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ, με τις οποίες χορηγήθηκε στους εργατοτεχνίτες, που αμείβονται με τα γενικά κατώτατα όρια και δεν υπάγονται σε άλλη ειδικότερη ρύθμιση, προσαύξηση 5% επί του βασικού μισθού για κάθε μία από τις τέσσερις πρώτες τριετίες αντίστοιχα, προκύπτει ότι οι προβλεπόμενες από τις ανωτέρω ΕΓΣΣΕ συνολικές αποδοχές του αναιρεσείοντος (βασικό ημερομίσθιο και επιδόματα γάμου και χρόνου υπηρεσίας) ανέρχονταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στα εξής ποσά: 1) Από 1-1-1997 έως 30-6-1997, σε 1.125.000 δρχ. (βασικό ημερομίσθιο 6.000 χ 25 ημ. = 150.000 δρχ.
συν 10% επίδομα γάμου συν 15% επίδομα χρόνου υπηρεσίας χ 6 μήνες) και με συνυπολογισμό του επιδόματος Πάσχα και της επ' αυτού αναλογίας του επιδόματος αδείας – μόνο για τη σύγκριση προς τις επικαλούμενες ως καταβληθείσες συνολικές αποδοχές – σε 1.219.875 δρχ. 2) Από 1-7-1997 έως 31-12-1997, σε 1.161.562,50 δρχ. (βασικό ημερομίσθιο 6.195 χ 25 ημ. = 154.875 δρχ.
συν 10% επίδομα γάμου συν 15% επίδομα χρόνου υπηρεσίας χ 6 μήνες) και με συνυπολογισμό των επιδομάτων άδειας και Χριστουγέννων και της αναλογίας επί του τελευταίου επιδόματος του επιδόματος άδειας, σε 1.403.687,75 δρχ. 3) α) Από 1-1-1998 έως 1-6-1998, σε 994.875 δρχ. (βασ. ημερομ. 6.364 χ 25 ημ. χ 159.100 δρχ. συν 10% επίδομα γάμου συν 15% επίδομα χρόνου υπηρεσίας χ 5 μήνες) και β) από 2-6-1998 μέχρι 30-6-1998, σε 206.830 δρχ. (159.100 συν. 10% επίδομα γάμου συν 20% επίδομα χρόνου υπηρεσίας χ 1 μήνα), ήτοι συνολικά (α συν β) σε 1.201.205 δρχ.
και με συνυπολογισμό του επιδόματος Πάσχα και της επ' αυτού αναλογίας του επιδόματος άδειας σε 1.302.042,50 δχ. 4) Από 1-7-1998 έως 31-12-1998, σε 1.265.940 δρχ. (βασ. ημερομ. 6492 χ 25 = 162.300 συν 10% επίδομα γάμου συν 20% επίδομα χρόνου υπηρεσίας χ 6 μήνες) και με συνυπολογισμό των επιδομάτων άδειας και Χριστουγέννων και της αναλογίας επί του τελευταίου επιδόματος του επιδόματος άδειας σε 1.521.779 δρχ.
Επομένως, οι συνολικές αποδοχές των ΕΓΣΣΕ ολόκληρου του επίδικου χρονικού διαστήματος ανέρχονταν στο ποσό των 5.447.384 δρχ. (1.219.875 συν. 1.403.687,75 συν 1.302.042,50 συν 1.521.779) και αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων στην ένδικη αγωγή ότι ανέρχονταν σε 8.556.165 δρχ., συνυπολογίζοντας στις αποδοχές των ΕΓΣΣΕ και επιδόματα ή πρόσθετες παροχές, που δεν προβλέπονται απ' αυτές.
Οι ως άνω συνολικές αποδοχές (των ΕΓΣΣΕ) είναι σαφώς μικρότερες από το ποσό των 6.791.633 δρχ., που δέχεται ο αναιρεσείων στην αγωγή του ότι κατέβαλε συνολικά σ' αυτόν, κατά το ίδιο διάστημα, το αναιρεσίβλητο και προκύπτει έτσι από το περιεχόμενο αυτής ότι δεν στηρίζεται στο νόμο. Κατά συνέπεια το Εφετείο, παρά τις εσφαλμένες αιτιολογίες του, ορθά κατ' αποτέλεσμα απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και δεν παραβίασε γι' αυτό τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990, 2 του Ν. 201/1975, 1 του Ν.Δ. 1064/1971, 7 του ν. 2019/1992, 19 του Ν. 1963/1991 σε συνδυασμό με 7 του Ν. 2254/1994 και τις διατάξεις των από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ.
Ο αντίθετος, άρα, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ., διότι το Εφετείο το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων ζήτησε με την αγωγή του τη διαφορά των αποδοχών που εδικαιούτο βάσει του μισθολογικού καθεστώτος της 42/1981 αποφάσες του ΔΔΔΔ Πειραιώς και των αποδοχών που κατέβαλε σ' αυτόν το αναιρεσίβλητο και ότι το ημερομίσθιο ασφαλείας των ΕΓΣΣΕ δεν μπορούσε να αποτελέσει βάση υπολογισμού του μισθού που ελάμβανε σύμφωνα με το δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο, αφενός παραβίασε τις αναφερόμενες στον πρώτο λόγο διατάξεις και αφετέρου έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, παρά τις εσφαλμένες αιτιολογίες, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε ότι η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, ενώ, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, αφού η εσφαλμένη νομική εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του και ο λόγος αυτός.
Για τους λόγους αυτούςΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-5-2004 αίτηση του .....για αναίρεση της υπ' αριθμ. 175/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2006. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ