Legislator Case Law & Legislation
1531/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against EOPYY for deceased employee's heirs regarding social security liability.

Case Number 1531/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court divided the appeal, dismissing it against the Health Administration but allowing it against the National Health Organization (EOPYY) for the heirs of a deceased employee. The court found the lower court erred in applying social security laws, incorrectly ruling that the deceased could not pass claims against the EOPYY. Consequently, the case was remanded for retrial regarding the specific claim against the EOPYY.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17, 26, 29 of Law 3918/2011; The heirs of a deceased public health employee are legally entitled to claim against the National Health Organization (EOPYY) as the universal successor to the social security fund, contrary to the lower court's erroneous interpretation.

Keywords

AI generated
social security liability heirs of deceased employee universal successor EOPYY claims remand for retrial public health administration legal succession

Cited Legislation

AI generated
Articles 17, 26, 29 of Law 3918/2011
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 580 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1531 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1531/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Κληρονόμοι Σ. Τ. του Ι., τα τέκνα του: α) Σ. Τ. του Σ., β) Ι. Τ. του Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός τους,

2) Γ. Τ. του Ν.,

3) Α. Κ. του Ι.,

4) Α. Δ.-Ζ.,

5) Δ. Ν. του Π., ο οποίος δεν παραστάθηκε,

6) Κληρονόμοι του αποβιώσαντος Δ. Ρ. του Α.: Α) Κ. Τ. του Γ., χήρα Δ. Ρ. και β) Α. Ρ. του Δ.,

7) Ι. Ι. του Ι.,

κάτοικοι εκ της υπηρεσίας τους στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. …, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νεοκλή Γαλανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:

1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ολυμπίας Παναγιωτοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και

2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε Αττικής)», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.12.2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 647/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 549/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 05.10.2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν την συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. (ΑΠ 1061/2010).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ.4 εδ.β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικό δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ..../16-10-2018 και .../16-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Γεωργίου Παπανικολάου, ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 549/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι προς τον σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους, αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στην γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της κατά την δικάσιμο της 05.03.2019, κατά την οποία οι άνω αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν να παραστούν (αρθ.122 παρ.1, 123, 126 παρ.1 περ.α', 128 παρ.1-3, 230 παρ.2, 498 παρ.1 και 2, 568 ΚΠολΔ).

Κατά την δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όμως ο 5ος αναιρεσείων, Ν. Δ. του Π., δεν παρέστη κατά την δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου.

Από τα αυτά ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι άπαντες οι αναιρεσείοντες, πλην του πέμπτου Δ. Ν., ο οποίος δεν παραστάθηκε, εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Νεοκλή Γαλανόπουλο. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η δικηγόρος Αλεξάνδρα Κωστούλα, που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις και ο δικηγόρος Νεοκλής Γαλανόπουλος είχαν πληρεξουσιότητα να επισπεύσουν την συζήτηση αυτής και να παραστεί κατ’ αυτήν ο δικηγόρος Νεοκλής Γαλανόπουλος και από τους δεύτερο αναιρεσείοντα Τ.

Γ. του Ν. και έβδομο αναιρεσείοντα Ι. Ι. του Ι., αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.

Κατά συνέπεια, ακύρως αυτοί επέσπευσαν την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και ακύρως παρέστησαν κατά την συζήτηση. Ούτε, επίσης, προκύπτει η εκ μέρους των λοιπών διαδίκων κλήτευση του πέμπτου αναιρεσείοντος Ν. Δ. προκειμένου να παραστεί αυτός κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νομίμως την συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κατά την συζήτηση αυτής, θεωρούνται δικονομικά απόντες και αφού ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από τους αντιδίκους τους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρίσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Αν όμως αποδειχθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού αυτού, τότε αυτή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος. Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο, που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 921/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλΑΠ 18/2005 (Ομοίως και ΟλΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή, λοιπόν, το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 260/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2019).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία «Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (E.O.Π.Y.Y.)», με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (02.03.2011), στον οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κ.λπ. (ΣτΕ 806/2015). Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.

σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του όρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύσταση του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.

είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε, όμως, ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ A 21), με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.

α και γ του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα, με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος (Α) στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι:

«1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος. Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.»,

ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ' του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως:

«α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.

β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό. Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 01.01.2012».

Συνακόλουθα, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. για το λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού, νομιμοποιούμενος ενεργητικά ή παθητικά σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατ’ απόφασης εκδοθείσας με εναγόμενο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ., μετά την έναρξη ισχύος του έχοντος από 01.01.2012 αναδρομική δύναμη προπαρατεθέντος εδαφίου β, είναι πλέον ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο απασχολείτο το εν λόγω προσωπικό και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 01.01.2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α’ 85) - (ΑΠ 306/2020).

[III] Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 31.12.2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το τότε εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΏΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)», με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνται στα αναφερόμενα σ’ αυτήν (αγωγή) Κέντρα Υγείας του τελευταίου ,ως ιατροί, ασκούντος τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας τους δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. 7 περ. α' του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 5 περ. α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο, ζήτησαν, με βάση την αρχή της ισότητας, που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος και από 18.02.2004 και εντεύθεν με βάση τις διατάξεις του Ν. 3205/2003 και ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους σε εν μέρει αναγνωριστικό:

(α) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 3.785,70 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 μέχρι 31.12.2003, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής,

(β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 11.835 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2004 μέχρι 31.12.2007 με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και

(γ) να αναγνωρισθεί ότι είναι δικαιούχοι του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος, ποσού 310 ευρώ μηνιαίως, το οποίο το εναγόμενο οφείλει να εντάξει στις τακτικές αποδοχές τους από 01.01.2008 και επέκεινα.

[IV] Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την έφεση ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες - ενάγοντες λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως των εφεσιβλήτων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσελήφθησαν από το αρχικώς εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)» με ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως ιατροί με διάφορες ειδικότητες και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με πλήρη απασχόληση στις τοπικές Μονάδες Υγείας του τελευταίου, οι οποίες με το άρθρο 2 του Ν. 3235/2004 μετονομάσθηκαν σε Κέντρα Υγείας του Ι.Κ.Α.

… με την ειδικότητα του δερματολόγου ο έκτος (Τ. Σ., ήδη κληρονομηθείς από τους αναιρεσείοντες Σ. Τ. και Ι. Τ.), της Γενικής Ιατρού Κ. Α. (3η αναιρεσείουσα), της Οδοντιάτρου Δ. - Ζ. Α. (4η αναιρεσείουσα) και του χειρούργου Δ. Ρ., κληρονομηθείς ήδη από τους αναιρεσείοντες Κ.Τ. και Α. Ρ. . Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι, όπως προκύπτει από το .../10-10-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του ΕΟΠΥΥ, οι φέροντες στο δικόγραφο της αγωγής και της έφεσης τα στοιχεία 14, 18,37, 38, 40 και 53 ενάγοντες αποχώρησαν από το ΙΚΑ την 01.01.2009, 28.05.2009, 28.01.2009, 03.11.2010, 27.05.2010 και 01.01.2006 αντίστοιχα και δεν μεταφέρθηκαν στον πρώτο εφεσίβλητο οργανισμό (ΕΟΠΥΥ), ο οποίος, άλλωστε, δεν είχε συσταθεί κατά το χρόνο της αποχώρησής τους.

Επομένως, οι ανωτέρω ενάγοντες δεν καλύπτονται από τις διατάξεις της καθολικής διαδοχής και καμία σχέση δεν τους συνδέει με τον πρώτο εφεσίβλητο οργανισμό, πρέπει δε η έφεσή τους να απορριφθεί ως προς αυτόν λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, ζήτημα, άλλωστε, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ’ άρθρο 72 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω ότι, από το ίδιο ως άνω έγγραφο (.../10-10-2016), προκύπτει ότι ο φέρων στο δικόγραφο της αγωγής και της έφεσης το στοιχείο 6 ενάγων, μολονότι υπέβαλε αίτηση μεταφοράς του στην 1η ΔΥΠΕ, απολύθηκε αυτοδικαίως από 19.03.2014 (ημερομηνία λήξης της διαθεσιμότητάς του) με την …/23-5-2014 απόφαση του Διοικητή της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής, η οποία εκδόθηκε βάσει των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4238/2014, επειδή δεν παρουσιάσθηκε στη Διοίκηση της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής να αναλάβει υπηρεσία σε κενή οργανική θέση που συστάθηκε για το σκοπό αυτό.

Επομένως, ουδεμία σχέση συνδέει τον 6ο ενάγοντα - εκκαλούντα με το δεύτερο εφεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «1η ΔΥΠΕ Αττικής» και πρέπει η έφεσή του να απορριφθεί ως προς αυτό λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, δεκτού γενομένου ως βάσιμου κατ' ουσία του σχετικού ισχυρισμού που πρόβαλε το τελευταίο με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.

Συνεπώς, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες Α. Κ., ήδη τρίτη αναιρεσείουσα, Α. Δ.- Ζ. ήδη τέταρτη αναιρεσείουσα, και Δ. Ρ., ο οποίος απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, έκτοι αναιρεσείοντες, αποχώρησαν από τις υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στις 28.05.2009, 28.01.2009 και 27.05.2010 αντίστοιχα, πριν δηλαδή τη σύσταση του ΕΟΠΥΥ και της 1ης ΔΥΠΕ και ουδέποτε εντάχθηκαν στις υπηρεσίες των οργανισμών αυτών, ορθώς στη συνέχεια απέρριψε ως παθητικά ανομιμοποίητη την αγωγή τους κατά των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ΕΟΠΥΥ και 1η ΔΥΠΕ Αττικής.

Εξάλλου, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο έκτος ενάγων Σ. Τ., ο οποίος απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Σ. και Ι. Τ., ήδη πρώτοι αναιρεσείοντες, υπέβαλε μεν αίτηση για να μεταταχθεί σε οργανική θέση που συνεστήθη για το σκοπό αυτό στη Διοίκηση της αντίστοιχης χωροταξικά Υγειονομικής Περιφέρειας (1η ΔΥΠΕ), αλλά δεν εμφανίσθηκε στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής για να αναλάβει υπηρεσία και έτσι απολύθηκε αυτοδικαίως στις 19.03.2014, ορθώς έκρινε το Εφετείο ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά να στραφεί κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία «1η ΔΥΠΕ Αττικής».

Επομένως, δεν παραβίασε το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προεκτέθηκαν, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Όμως, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 17 παρ. 1, 26 παρ. 9 και 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 όσον αφορά τον έκτο ενάγοντα Σ. Τ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι προαναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, απορρίπτοντας την αγωγή τους κατά του εφεσίβλητου ΕΟΠΥΥ, διότι αυτοί νομιμοποιούνται να στραφούν κατά του ΕΟΠΥΥ, ως καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στον οποίο εργάσθηκε ο κληρονομούμενος μέχρι να τεθεί σε διαθεσιμότητα βάσει του Ν. 4238/2014. Κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, είναι βάσιμος.

[V] Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης όσον αφορά τους αναιρεσείοντες Α. Κ., Α. Δ. - Ζ. και κληρονόμους Δ. Ρ. και ως προς την αναιρεσίβλητη 1η ΔΥΠΕ , όσον αφορά τους κληρονόμους του ενάγοντος Σ. Τ. και να γίνει αυτή δεκτή ως προς τους τελευταίους μόνο κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)». Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα, κατ’ άρθρο 179 εδ. β ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αναιρεσείοντες Γ. Τ., Δ. Ν. και Ι. Ι. (δεύτερο, πέμπτο και έβδομο των αναιρεσειόντων).

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει την από 05.10.2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 549/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσείοντες Α. Κ., Α. Δ.-Ζ. και κληρονόμους Δ. Ρ. (τρίτη, τέταρτη και έκτους των αναιρεσειόντων), καθώς και ως προς τους κληρονόμους Σ. Τ. (πρώτους αναιρεσείοντες) κατά το μέρος που στρέφεται κατά της «1ης ΔΥΠΕ Αττικής».

Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες Σ. και Ι. Τ.η και μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο Π.Υ.Υ.)».

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ