1531/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1531/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1531 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1531/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... α.ε." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλείου.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χρύσα Σαλαβράκου και Νικόλαο Παπαχρονόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-2-2010 τέσσερις αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 415/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5466/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-3-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ήδη αναιρεσείουσα "... Α.Ε." με τις ένδικες (τέσσαρες κοινού ιστορικού περιεχομένου) αγωγές, ισχυρίσθηκε ότι, δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως, την οποία είχε καταρτίσει με την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", η τελευταία ανέλαβε, την υποχρέωση να της καταβάλει ασφαλιστική αποζημίωση σε περίπτωση επελεύσεως μεταξύ άλλων κινδύνων και αυτού της οιασδήποτε οικονομικής απωλείας τυχόν θα υφίστατο, συνεπεία πράξεων "απιστίας υπαλλήλων", όπως ειδικότερα περιγράφεται η εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη σε στερεότυπη ρήτρα που περιλαμβάνεται στο σύνολο των εκδοθέντων από την εναγομένη και αναφερομένων στις αγωγές ασφαλιστηρίων.
Επικαλούμενη δε ακολούθως επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, λόγω των παράνομων δραστηριοτήτων των διευθυντικών οργάνων και υπαλλήλων της που περιγράφονται στις αγωγές, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αρχικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης να της καταβάλει, ως ασφαλιστική αποζημίωση, τα χρηματικά ποσά των 1.662.204,39, 3.161.039,32, 5.477.134,93 και των 5.363.745,10 ευρώ αντιστοίχως με τις πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των αγωγών, αφαιρουμένου παρ’ εκάστου των ποσών τούτων του ποσού των 400.000 ευρώ που αποτελεί την προβλεπομένη από το ασφαλιστήριο απαλλαγή της εναγομένης, άλλως δε και επικουρικώς τα ποσά των 1.204.541,7, 1.829.090,88, 3.875.273,45 και 3.133.094,78 και επικουρικότερα τα ποσά των 1.495.521,58, 1.559.522,69, 3.931.219,47 και 4.017.889,26 ευρώ.
Με την πρωτόδικη απόφαση, και οι τέσσαρες αγωγές, που συνεκδικάσθηκαν, κατά την τακτική διαδικασία, απερρίφθησαν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, δεκτού γενομένου ότι δεν επήλθε ο για την θεμελίωση αυτών προβαλλόμενος ασφαλιστικός κίνδυνος. Επί της ασκηθείσης κατά της ανωτέρω αποφάσεως εφέσεως της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση, με εξαίρεση μέρος μόνο αυτής που αφορούσε τμήμα της μιας μόνο από τις συνεκδικασθείσες αγωγές, κατά οποία εξαφάνισε την απόφαση και δεχόμενο εν μέρει την αγωγή αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα νομιμοτόκως το ποσό των 486.554,00ευρώ.
Ειδικότερα δε η εν λόγω απόφαση, όπως από τη επισκόπηση της προκύπτει, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα εξής: "Η ενάγουσα... τραπεζική εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα στα πλαίσια της συνεχούς...από το έτος 1999 συνεργασίας της με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) δυνάμει ...
του .../29-1-2003 πολυασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατάρτισε με την τελευταία, η οποία.... μέχρι το έτος 2007 ήταν θυγατρική της εταιρία, υπό την επωνυμία "...", σύμβαση ασφαλίσεως κατά διαφόρων κινδύνων που συνάπτονταν με την λειτουργία της (κατά τραπεζικών κινδύνων - bankers blanket bond-, κινδύνους από τη χρήση πιστωτικών καρτών, από ηλεκτρονική απάτη, επαγγελματική ευθύνη και ευθύνη των στελεχών και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου), με την οποία, μεταξύ άλλων, ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι ετησίου ασφαλίστρου ύψους 1.141.989,11 Ευρώ, να καταβάλει στην ενάγουσα ασφαλιστική αποζημίωση μέχρι του ποσού των 30.000.000 Ευρώ σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του κινδύνου οιασδήποτε οικονομικής απώλειας που θα υφίστατο συνεπεία πράξεων απιστίας υπαλλήλων της - με απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας ύψους 400.000 Ευρώ - για την χρονική περίοδο από 1-12-2002 έως 1-12-2003 και κατόπιν ανανεώσεως της σχετικής συμβάσεως, δυνάμει του 240157/3-2-2004 πολυασφαλιστηρίου, για το χρονικό διάστημα από 1-12-2003 έως 1-12-2004, υπό τους ίδιους συμβατικούς όρους, πλην αυτού του ύψους της απαλλαγής της άνω ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία ορίστηκε σε 500.000 Ευρώ και του ύψους του καταβαλλομένου ασφαλίστρου, το οποίο ανήλθε σε 1.156.186,12 Ευρώ.
Στα εν λόγω πολυασφαλιστήρια και ειδικότερα στο Τμήμα Ι αυτών, που τιτλοφορείτο ως " bankers blanket bond" και αφορούσε την κάλυψη από τον κίνδυνο της "απιστίας υπαλλήλων" περιελήφθη στην αγγλική γλώσσα, ως πρόσθετος όρος του εν λόγω τμήματος, η ρήτρα 1 - "απιστία υπαλλήλων" (όπως είχε διαμορφωθεί με το στερεότυπο ασφαλιστικό όρο του "wording KFA 81"), σύμφωνα με την οποία, όπως επί λέξει μεταφράζεται από την αγγλική γλώσσα, ο άνω αναληφθείς κίνδυνος προσδιοριζόταν ως ακολούθως: "Απώλεια που προκύπτει αποκλειστικά και άμεσα από ανέντιμες και παράνομες πράξεις από εργαζόμενους του ασφαλισμένου που διαπράχθηκαν με την έκδηλη πρόθεση να προκαλέσουν στον ασφαλισμένο αυτή τη ζημία ή να προσπορίσουν οικονομικό όφελος για τους εαυτούς τους, όπου και εάν έχουν διαπραχθεί και είτε τις έχουν διαπράξει μόνοι τους είτε σε σύμπραξη με άλλους, συμπεριλαμβανομένης και της περιουσιακής ζημίας μέσω οποιωνδήποτε τέτοιων πράξεων από τους εργαζομένους.
Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, συμφωνείται ότι σε σχέση με την εμπορία ή άλλες συναλλαγές με χρεόγραφα, εμπορεύματα (commodities), συμβάσεις προθεσμιακών αγορών ή πωλήσεων (futures), οψιόν (ορtiοη), νομίσματα, συνάλλαγμα και τα συναφή και δάνεια, συναλλαγές με τη φύση δανείου ή σε άλλη πιστωτική μορφή, το παρόν Συμβόλαιο καλύπτει μόνο ζημίες που προκύπτουν αποκλειστικά και άμεσα από ανέντιμες ή παράνομες ενέργειες των Εργαζομένων του Ασφαλισμένου που έχουν διαπραχθεί με την έκδηλη πρόθεση να διαπράξουν και που οδηγούν στο αποτέλεσμα του προσπορισμού ακατάλληλου οικονομικού οφέλους για τους εαυτούς τους εκτός από τον μισθό, αμοιβές, προμήθειες, προώθηση και άλλες παρόμοιες απολαβές".
Από τη σαφή διατύπωση της άνω ρήτρας, η οποία δεν επιτρέπει την ερμηνευτική προσέγγιση της σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 173 και 200 Α.Κ και ειδικότερα του δεύτερου τμήματος (δεύτερης παραγράφου), η οποία περιελήφθη χωρίς αντίρρηση από την πλευρά της ενάγουσας στα άνω ασφαλιστήρια συμβόλαια, προκύπτει ότι, ειδικά για ορισμένες περιπτώσεις κινδύνου απιστίας των υπαλλήλων της τελευταίας, μεταξύ των οποίων οι περιπτώσεις που έχουν σχέση με την παροχή δανείων, συναλλαγών με τη μορφή δανείου, ή με άλλη πιστωτική μορφή, επιλέχθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ο περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, σε αντίθεση με άλλους καλυπτόμενους με τα ένδικα πολυασφαλιστήρια συμβόλαια ασφαλιστικούς κινδύνους, με συνέπεια η θεμελίωση αξιώσεως του ασφαλισμένου για την καταβολή ασφαλιστικής αποζημιώσεως να προϋποθέτει την πράγματι αποκόμιση ακατάλληλου (διαφόρου από αμοιβές, προμήθειες, προαγωγές και άλλες παρόμοιες απολαβές), και συνακόλουθα παράνομου οικονομικού - περιουσιακού οφέλους από τον ίδιο τον υπάλληλο, χωρίς να αρκεί για τη θεμελίωση της μόνον η πρόθεση αυτού να αποκομίσει τέτοιου είδους όφελος ή η αποκόμιση οφέλους από τρίτους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση δεν έσφαλε.... Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι της εφέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω.... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο Α. Β., διευθυντής του καταστήματος της ενάγουσας στη Λειβαδιά από 1-6-2003 έως 23-8-2004, σύμφωνα με την από 25-11-2004 έκθεση ελέγχου του Επιθεωρητή της ενάγουσας Δ.
Κ., προέβη σε "ιδιαίτερα διακριτική μεταχείριση συγκεκριμένων πελατών του καταστήματος". Ειδικότερα, σύμφωνα με την άνω έκθεση, εκμεταλλευόμενος την άνω θέση του "εξυπηρέτησε παράτυπα ορισμένους πιστούχους γνωστούς του στην πλειοψηφία τους" και ειδικότερα τις πιστούχους εταιρείες "...", τον πιστούχο Κ.
Ρ., (που συνδέονταν μεταξύ τους λόγω του συγγενικού δεσμού των προσώπων που διοικούσαν τις άνω εταιρίες και του άνω φυσικού προσώπου) και την πιστούχο εταιρεία "...", κατά παράβαση των Εγκυκλίων οδηγιών και των εσωτερικών Κανονισμών της Τράπεζας, και ειδικότερα του Κανονισμού Χρηματοδοτήσεων της ενάγουσας, που επέβαλε, μεταξύ άλλων, αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των άνω πιστούχων πριν από κάθε αύξηση του ορίου χρηματοδοτήσεως, αλλά και της τραπεζικής δεοντολογίας, προβαίνοντας συγκεκριμένα στην έγκριση χρηματοδοτήσεων - πιστώσεων ενώ γνώριζε δυσμενή οικονομικά στοιχεία των δανειοδοτούμενων πιστούχων, τα οποία απέκρυπτε από τη Διεύθυνση Καταστημάτων Κεντρικής Ελλάδος της ενάγουσας, (περίπτωση της πρώτης εκ των άνω πιστούχων), χρηματοδοτώντας επιχειρήσεις με επιβαρυντικά οικονομικά στοιχεία συγγενών επιχειρήσεων σε άλλα Καταστήματα (περίπτωση της τέταρτης εκ των άνω πιστούχων), υπερχρηματοδοτώντας νεοϊδρυθείσες επιχειρήσεις με λήψη ανεπαρκών καλύψεων (περίπτωση των δεύτερης και τέταρτης εκ των άνω πιστούχων), αποδεχόμενος αφερέγγυα αξιογραφικά καλύμματα-επιταγές ευκολίας των άνω πιστούχων και αντικαθιστώντας χωρίς προηγούμενη έγκριση των αρμοδίων οργάνων της ενάγουσας ενέχυρο καταθέσεως πιστούχου με επιταγές ευκολίας (περίπτωση της πρώτης εκ των άνω πιστούχων), με αποτέλεσμα οι εν λόγω δανειοδοτηθέντες να μην ανταποκριθούν τελικά στις συμβατικές τους υποχρεώσεις από τις συμβάσεις πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό που είχαν καταρτίσει με την ενάγουσα, οι αντίστοιχοι λογαριασμοί να κλείσουν και να παρουσιάζουν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, κατά το κλείσιμο τους, ύψους 1.895.463,16 Ευρώ...
Περαιτέρω, ο Χ. Ν., διευθυντής του καταστήματος ... της ενάγουσας από 2-6-2003 έως 15-6-2004 και του καταστήματος Καρπενησίου από 6-4-2000 έως 1-6-2004 αλλά και στέλεχος με δικαίωμα Α’ υπογραφής του καταστήματος Καλαμπάκας της ενάγουσας από 1-12-1997 έως 5-4-2000, σύμφωνα με την από 12-11- 2004 έκθεση ειδικού ελέγχου του Επιθεωρητή της ενάγουσας Δ.
Γ., κατά παράβαση των κανονισμών και εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας, εκμεταλλευόμενος τις άνω θέσεις του, προέβη στη χορήγηση χρηματοδοτήσεων-πιστώσεων, καταστρατηγώντας τις διαδικασίες του Συμβουλίου Χορηγήσεων της ενάγουσας, καθόσον ενώ γνώριζε δυσμενή στοιχεία των δανειοδοτούμενων από αυτόν πιστούχων και ειδικότερα της εταιρείας "...
Ε.Π.Ε", κατά το διάστημα που ήταν διευθυντής του καταστήματος ..., των Κ. Α., Ε. Ν., Δ. Λ., κατά το διάστημα που ήταν διευθυντής στο κατάστημα Καρπενησίου και της Μ. Λ., όταν εργαζόταν ως υπεύθυνος χρηματοδοτήσεων με δικαίωμα Α’ υπογραφής στο κατάστημα Καλαμπάκας, απέκρυψε αυτά από τη Διεύθυνση Καταστημάτων Κεντρικής Ελλάδος της ενάγουσας που ήταν αρμόδια για την έγκριση, διατήρηση ή αύξηση των πιστωτικών ορίων χρηματοδοτήσεων, (περιπτώσεις της πρώτης και δεύτερου εκ των άνω πιστούχων), αποδέχθηκε σωρεία επιταγών ευκολίας που είχαν εκδοθεί από γνωστά φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή συγγενείς επιχειρήσεις των πιστούχων που ενεργούσαν από κοινού ως ομάδα, προβαίνοντας σε αμοιβαίες μεταξύ τους οικονομικές διευκολύνσεις, (περιπτώσεις της πρώτης και του δεύτερου εκ των άνω πιστούχων), προέβη ενόσω εργαζόταν ως διευθυντής του καταστήματος Καρπενησίου, στην έκδοση εικονικού δανείου προς την φίλη του Ε.
Φ., την υπογραφή της οποίας και πλαστογράφησε, μεθόδευσε καθ’ υπέρβαση των ορίων του άνω Καταστήματος τη χορήγηση στεγαστικού δανείου στην τρίτη και τέταρτο εκ των άνω πιστούχων με σκοπό την έμμεση χρηματοδότηση του πιστούχων Β. Χ. και Ε. Δ. και μεθόδευσε ενόσω εργαζόταν στο κατάστημα Καλαμπάκας ως υπεύθυνος χρηματοδοτήσεων με δικαίωμα Α’ υπογραφής την καθ’ υπέρβαση των ορίων του καταστήματος χρηματοδότηση της Μ.
Λ. χωρίς επαρκή καλύμματα. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ενεργειών του ήταν οι εν λόγω δανειοδοτηθέντες να μην ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις από τις συμβάσεις πιστώσεως που είχαν καταρτίσει με την ενάγουσα, οι αντίστοιχοι λογαριασμοί που τηρήθηκαν για κάθε πιστούχο να κλείσουν και να παρουσιάζουν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, κατά το κλείσιμο τους ύψους 1.959.140,58 Ευρώ....Ομοίου περιεχομένου παράτυπες ενέργειες, κατά παράβαση των κανονισμών και εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας, του Γ.
Τ., διευθυντή του καταστήματος Χολαργού Αττικής από 1-10-2002, ήτοι έγκριση και χορήγηση χρηματοδοτήσεων-πιστώσεων κατά παράκαμψη των διαδικασιών του Συμβουλίου Χορηγήσεων της ενάγουσας, με απόκρυψη δυσμενών στοιχείων των πιστούχων από τη Διεύθυνση καταστημάτων Αττικής της ενάγουσας, που είναι αρμόδια για την έγκριση, διατήρηση, επαύξηση ή μείωση των πιστωτικών ορίων χρηματοδοτήσεως και αποδοχή αφερέγγυων αξιογραφικών καλυμμάτων (επιταγών πελατείας που στην πραγματικότητα επρόκειτο για επιταγές ευκολίας που εκδίδονταν από συγκεκριμένο κύκλο φυσικών ή νομικών προσώπων με σκοπό την αμοιβαία οικονομική τους διευκόλυνση είτε δια ανταλλαγής επιταγών είτε με την παροχή χρηματικών διευκολύνσεως του ενός προς τον άλλο)...
με αποτέλεσμα οι κατωτέρω δέκα (10) πιστούχοι που χρηματοδοτήθηκαν κατά τον ανωτέρω τρόπο...και ειδικότερα, η εταιρεία "... Ε.Ε.", η Ε. Σ., η εταιρία "... Ε.Ε", η εταιρεία "... Α.Ε", η εταιρεία "... Ε.Ε", η εταιρεία "... Α.Ε", η εταιρεία "... Ο Ε", η εταιρεία "... Α.Ε", ο Ν. Υ., Α. Χ., να μην ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις από τις συμβάσεις πιστώσεως που είχαν καταρτίσει με την ενάγουσα, με συνέπεια οι αντίστοιχοι λογαριασμοί που τηρήθηκαν για κάθε πιστούχο να κλείσουν παρουσιάζοντας συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, κατά το κλείσιμο τους ύψους 4.330.967,79 Ευρώ...Τέλος, σύμφωνα με την από 21-4-2005 έκθεση ειδικού ελέγχου του καταστήματος Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης του επιθεωρητού της ενάγουσας Κ.
Π., διαπιστώθηκε ότι κατά το χρόνο που στο εν λόγω κατάστημα απασχολούνταν ο Ι. Π. ως διευθυντής, ήτοι από 1-6-2003 και ο Κ. Φ. ως υπεύθυνος πελατείας επιχειρήσεων του άνω καταστήματος της ενάγουσας, υπήρξαν ανάλογου περιεχομένου παράτυπες ενέργειες του πρώτου, με την ανοχή του δεύτερου εξ αυτών και ειδικότερα, χρηματοδότηση - δανειοδότηση είκοσι δύο πιστούχων (των εταιριών...
Α.Ε", "... Ο.Ε", "... Ο.Ε", "... Ο.Ε", "... Ε.Π.Ε", "... Ο.Ε", "... Ο.Ε" και των Γ. Π., Ι. Π., Π. Π., Α. Σ., Α. Δ., Α. Σ., Σ. Τ., Ι. Κ., Α. Α., Β. Σ., Δ. Τ. και Ι. Σ.), κατά καταστρατήγηση των αρμοδιοτήτων τους και κατά παράβαση των κανονισμών και εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας, συνιστάμενη ειδικότερα, στην έγκριση και χορήγηση χρηματοδοτήσεων πιστώσεων χωρίς τη λήψη εγκρίσεως και με απόκρυψη δυσμενών στοιχείων των πιστούχων από τη Διεύθυνση Καταστημάτων Θεσσαλονίκης της ενάγουσας, στην αποδοχή αφερέγγυων αξιογραφικών καλυμμάτων (επιταγών πελατείας που στην πραγματικότητα επρόκειτο για επιταγές ευκολίας που εκδίδονταν από συγκεκριμένο κύκλο φυσικών ή νομικών προσώπων με σκοπό την αμοιβαία οικονομική τους διευκόλυνση είτε δια ανταλλαγής επιταγών είτε με την παροχή χρηματικών διευκολύνσεως του ενός προς τον άλλο) και στην παράτυπη αντικατάσταση τους σε περίπτωση επιστροφής λόγω μη πληρωμής τους, με άλλες των ίδιων εκδοτών, χωρίς αυτές να σφραγίζονται και να αναγγέλλονται, στην αποφυγή διαβαθμίσεως κάθε φορά του πιστωτικού κινδύνου, στη μη λήψη υπόψη επισημάνσεων του Κέντρου Καταστημάτων περί επιβαρύνσεως των εκδοτών των άνω επιταγών με δυσμενή στοιχεία, και στην ανακύκλωση εικονικά οφειλών των πιστούχων "...
Α.Ε" και Ι. Π. (με αυθημερόν πίστωση και χρέωση των λογαριασμών τους) ώστε αυτές να εμφανίζονται ως ενήμερες. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ενεργειών ήταν οι εν λόγω δανειοδοτηθέντες να μην ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις από τις συμβάσεις πιστώσεως που είχαν καταρτίσει με την ενάγουσα, οι αντίστοιχοι λογαριασμοί που τηρήθηκαν για κάθε πιστούχο να κλείσουν και να παρουσιάζουν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, κατά το κλείσιμο τους ύψους 4.228.178,80 Ευρώ...
Οι πιο πάνω πράξεις των προαναφερθέντων υπαλλήλων της ενάγουσας.... έθεσαν σε κίνδυνο τα συμφέροντα της, αφού (κατά κύριο λόγο), οι τελευταίοι προέβησαν σε επισφαλείς χρηματοδοτήσεις διαφόρων πιστούχων, κατά παράβαση των Κανονισμών και των εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας και εν τέλει τη ζημίωσαν, πλην όμως, ακόμη κι’ αν ήθελε γίνει δεκτό ότι έγιναν με σκοπό τη ζημία της ενάγουσας - παρότι ήταν δυνατό να οφείλονταν σε πληθώρα άλλων πλην της "απιστίας" λόγων, όπως η εσφαλμένη εκτίμηση του επιχειρηματικού κινδύνου, η χαριστική χρηματοδότηση λόγω φιλικών σχέσεων, η συντόμευση των διαδικασιών χρηματοδοτήσεως για την προσέλκυση ενός πελάτη, συνδυαζόμενη με την επιδίωξη εμφανίσεως αυξημένου κύκλου εργασιών του καταστήματος ή και σε συνδυασμό των ανωτέρω λόγων-δεν αποδείχθηκε (πλην των κατωτέρω αναφερομένων δύο περιπτώσεων), ότι οι εν λόγω υπάλληλοι αποκόμισαν πράγματι για τον εαυτό τους από τις επίδικες χρηματοδοτήσεις κάποιο παράνομο οικονομικό όφελος, την ύπαρξη και το συγκεκριμένο ύψος του οποίου, κάθε φορά (σε κάθε δανειοδότηση), δεν επικαλείται ούτε η ενάγουσα - η οποία αντιθέτως, ισχυρίζεται, αβάσιμα, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ότι για την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως δεν απαιτείτο, σύμφωνα με την ένδικη σύμβαση,η αποκόμιση στην πραγματικότητα εκ μέρους του ανέντιμου ("άπιστου") υπαλλήλου παράνομου περιουσιακού - οικονομικού οφέλους και συνακόλουθα δεν υποχρεούτο στην απόδειξη της, παρά τη σαφή γραμματική διατύπωση της δεύτερης παραγράφου της ένδικης ρήτρας, στην οποία προσδιορίζονται σαφώς οι προϋποθέσεις της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως σε ορισμένες συναλλαγές όπως τα δάνεια, μεταξύ των οποίων και η εν τοις πράγμασι αποκόμιση οικονομικού οφέλους εκ μέρους του ανέντιμου υπαλλήλου.
Ακόμη, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι, εφόσον αποδεικνύεται παράνομη συμπεριφορά των άνω υπαλλήλων και ζημία της ιδίας ... είναι δυνατόν ... να συναχθεί με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι οι άνω υπάλληλοι αποκόμισαν στην πραγματικότητα παράνομα οικονομικά οφέλη από τις εν λόγω χρηματοδοτήσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως προεκτέθηκε, οι τελευταίες ήταν δυνατόν, να οφείλονται και σε άλλους λόγους και σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε αποκόμιση οικονομικού οφέλους εκ μέρους των άνω υπαλλήλων.
Στις περιπτώσεις όμως α) της χρηματοδοτήσεως της πιστούχου εταιρείας "... Ε.Π.Ε", κατά το διάστημα που ο Χ. Ν. ήταν διευθυντής του καταστήματος ... και β) της "εικονικής" δανειοδοτήσεως της Ε. Φ., κατά το διάστημα που ο τελευταίος εργαζόταν ως διευθυντής του υποκαταστήματος Καρπενησίου της ενάγουσας, αποδείχθηκε η εν τοις πράγμασι αποκόμιση οικονομικού οφέλους εκ μέρους του άνω υπαλλήλου.
Ειδικότερα, στην πρώτη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω υπάλληλος, έχοντας αναπτύξει φιλική σχέση με τον Α. Π. κατά παράβαση των εσωτερικών κανονισμών και των εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας, χωρίς να ενημερώνει το Συμβούλιο Χρηματοδοτήσεων του καταστήματος ... και τη Διεύθυνση Καταστημάτων Κεντρικής Ελλάδος, που ήταν αρμόδια για την έγκριση, διατήρηση, αύξηση ή μείωση των πιστωτικών ορίων χρηματοδοτήσεων παρότι γνώριζε δυσμενή στοιχεία για την εν λόγω επιχείρηση, και ειδικότερα ότι παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, ότι επιταγές εκδόσεως της που κυκλοφορούσαν στην αγορά δεν επρόκειτο να πληρωθούν, ενώ και επιταγές πελατείας που είχε παραδώσει ως ενέχυρο θα ήσαν ακάλυπτες και επί πλέον, ότι η παρασχεθείσα εκ μέρους της άνω πιστούχου εμπράγματη ασφάλεια δεν ήταν επαρκής για την εξασφάλιση της χρηματοδοτήσεως της, αποφάσισε και πραγματοποίησε από την 11-11-2003 έως 27-4-2004, καθ’ υπέρβαση του αρχικού πιστωτικού ορίου (ύψους 250.000 Ευρώ) επανειλημμένες αυξήσεις τούτου, με συνέπεια αυτό να ανέλθει στο ποσόν των 1.136.554,00 Ευρώ, ήτοι να σημειωθεί υπέρβαση του άνω ορίου κατά το ποσό των 886.554,00 Ευρώ, το οποίο και εκταμιεύθηκε, πραγματοποιώντας τις σχετικές συναλλαγές μόνος του, από τη δική του θέση εργασίας (05-1) και καταστρέφοντας και τα σχετικά παραστατικά για να μην υποπέσει η ανέντιμη και αντικανονική ενέργεια του στην αντίληψη άλλων υπαλλήλων του καταστήματος...
Ο τελευταίος, παρά τις επικαλούμενες από τον ίδιο...δικαιολογίες...(κατά τις οποίες προέβη στις άνω χρηματοδοτήσεις διότι α) είχε εμπιστοσύνη στην ακεραιότητα, την προσωπικότητα και τις επιχειρηματικές δυνατότητες του άνω νομίμου εκπροσώπου της άνω πιστούχου και β) διότι πίστευε ότι οι επενδύσεις που θα πραγματοποιούσε η τελευταία ήταν σημαντικές και θα κάλυπταν τις απαιτήσεις της ενάγουσας από τη χρηματοδότηση της), αποκόμισε οικονομικό όφελος (διάφορο από αμοιβή, προμήθεια ή προαγωγή) από την εν λόγω χρηματοδότηση, καθόσον αποδείχθηκε ότι με επιταγή εκδόσεως της άνω πιστούχου με ημερομηνία εκδόσεως 15-3-2004 πληρώθηκε μέρος του οφειλομένου από τον άνω υπάλληλο τιμήματος από την αγορά ενός αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Μercedes Ε 200, ύψους 8.000,00 Ευρώ, στον πωλητή του τελευταίου Α.
Χ.. Επίσης, ο ίδιος υπάλληλος, περί τον Απρίλιο του έτους 2001 κατάρτισε με την ενάγουσα την ...... σύμβαση στεγαστικού δανείου για αγορά ανύπαρκτου διαμερίσματος στο όνομα της Ε. Φ., παιδικής του φίλης, εν αγνοία της τελευταίας και πλαστογραφώντας την υπογραφή της οικειοποιήθηκε στη συνέχεια το εκταμιευθέν ποσό, ύψους 39.618,00 Ευρώ, αποκομίζοντας έτσι ισόποσο παράνομο οικονομικό όφελος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 16 παρ.1 του ν. 2496/1997 που τιτλοφορείται ως "υπολογισμός του ασφαλίσματος" και βρίσκεται στο τμήμα των γενικών διατάξεων του άνω νόμου, στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η αξία (τρέχουσα και αν δεν υπάρχει η συνηθισμένη) κατά το χρόνο της επελεύσεως του κινδύνου.
Γίνεται δε δεκτό ότι, εάν η ασφαλιστική περίπτωση είναι εκτεταμένη, κρίσιμη για την αξία αποκαταστάσεως θεωρείται όχι η τελευταία αλλά η πρώτη στιγμή της πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου και συγκεκριμένα η αμέσως προηγούμενη της ενάρξεως της πραγματοποιήσεως του ασφαλιστικού κινδύνου χρονική στιγμή...
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε κατά το χρόνο που ο άνω υπάλληλος της ενάγουσας προέβη στην αντικανονική χρηματοδότηση της εταιρίας "... Ε.Π.Ε" και στην έκδοση του άνω στεγαστικού δανείου στο όνομα της Ε. Φ., και επομένως, η αξία αποκαταστάσεως της ζημίας της ενάγουσας συνίσταται στα ποσά των κεφαλαίων που εκταμιεύθηκαν από την τελευταία για τους παραπάνω σκοπούς, ήτοι στα ποσά των 886.554,00 και 39.618,00 Ευρώ, απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών της ενάγουσας περί καταβολής συμβατικών και τόκων υπερημερίας μέχρι αλλά και μετά το κλείσιμο των αντιστοίχων λογαριασμών των άνω πιστούχων, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση, κατά τον υπολογισμό του ασφαλιστικής αποζημιώσεως δεν συνυπολογίζονται μεταγενέστερες χρονικά της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίες από την απώλεια του ανταλλάγματος (ήτοι, κατ’ ουσίαν του απολεσθέντος κέρδους) για τη χρήση του κεφαλαίου της ενάγουσας από τους άνω πιστούχους.
Σημειώνεται ότι το αγωγικό κονδύλιο ύψους 83.027,82 Ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, αφορά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για τη μείωση της ζημίας της από την αντικανονική χρηματοδότηση της εταιρείας "... Ε. Π. Ε" τυγχάνει αόριστο και απορριπτέο, διότι η ενάγουσα, αρκούμενη στην αναφορά διαφόρων χρηματικών ποσών που κατέβαλε σε αορίστως αναφερόμενους τρίτους, δεν εκθέτει τις συγκεκριμένες υπηρεσίες που προσέφεραν σ’ αυτήν οι τελευταίοι ούτε τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν αυτά, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί εάν οι εν λόγω καταβολές συνδέονταν αιτιωδώς με τη μείωση της ζημίας της...Περαιτέρω, απορριπτέα ως αβάσιμη τυγχάνει και η προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής (αρ. 10 του ν. 2496/1997) κατά το μέρος που προβάλλεται κατά της αξιώσεως της ενάγουσας για την καταβολή του ασφαλίσματος που αφορά στην επελθούσα ασφαλιστική περίπτωση, της ανέντιμης συμπεριφοράς του άνω υπαλλήλου αναφορικά με την...χρηματοδότηση της εταιρείας "...
Ε.Π.Ε"...Κατά το μέρος όμως που η εν λόγω ένσταση προτείνεται κατά της αντίστοιχης αξιώσεως της ενάγουσας για την καταβολή ασφαλιστικής αποζημιώσεως συνεπεία της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου στην περίπτωση του προαναφερθέντος εικονικού δανείου προς την Ε. Φ., η κρινομένη ένσταση πρέπει να γίνει δεκτή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, διότι από το χρόνο κατά τον οποίο επήλθε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ασφαλιστικός κίνδυνος (ήτοι το έτος 2001) και ειδικότερα από το τέλος 1-1-2002 μέχρι της ασκήσεως της από 12-12-2007...αγωγής, στις 27-12-2007, συμπληρώθηκε χρόνος μεγαλύτερος των τεσσάρων ετών, με συνέπεια η εν λόγω αξίωση της ενάγουσας να υποπέσει σε παραγραφή.
Τέλος, από το ποσό των 886.554,00 Ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η ζημία που υπέστη η ενάγουσα στην προκειμένη περίπτωση από τις ανέντιμες ενέργειες του υπαλλήλου της Χ. Ν. κατά την αντικανονική χρηματοδότηση της εταιρείας "... Ε.Π.Ε" πρέπει να αφαιρεθεί ποσόν ύψους 400.000 Ευρώ που αντιστοιχεί στη συμφωνημένη απαλλαγή της εναγομένης - από τη ζημία που προκλήθηκε από την συνολικά εκτιμώμενη ανέντιμη συμπεριφορά του άνω υπαλλήλου της ασφαλισμένης, η οποία άρχισε να υλοποιείται στην περίπτωση της άνω εταιρίας στις 11-11-2003, ήτοι ενόσω βρισκόταν σε ισχύ το .../29-1-2003 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, και να προσδιορισθεί η οφειλομένη από την εναγομένη ασφαλιστική αποζημίωση στο ποσόν των 486.554,00 Ευρώ (886.554,00 - 400.000,00).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις πρώτη, τρίτη και τέταρτη...αγωγές....στο σύνολο τους και τη δεύτερη...κατά το μέρος που αφορούσε τις λοιπές περιπτώσεις επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, πλην αυτής που αφορούσε την εταιρεία "... Ε.Π.Ε" με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται κατ’ αρ 534 Κ.Πολ.Δ, με την παρούσα, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων...".
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π 7/2006, 4/2005). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξ άλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτή. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
Α.Π. 26/2004, Α.Π. 56/2011, Α.Π. 1183/2007). Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφαση του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής χωρίς κενά (Α.Π. 115/2013, 229/2014, 441/2015, 1164/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δη των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών τοιούτων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά την ρητή διαβεβαίωση του στην απόφαση ότι η κρίσιμη για την διάγνωση της προκειμένης υποθέσεως ρήτρα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αφορά τις καλυπτόμενες δι’ αυτού ζημίες, είναι σαφής και δεν επιτρέπει την ερμηνευτική προσέγγιση της σύμφωνα με τις ρηθείσες ερμηνευτικές διατάξεις, προέβη παρά ταύτα σε ερμηνεία αυτής, χωρίς όμως να προσφύγει στις συγκεκριμένες διατάξεις προς αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων, δεχόμενο ότι για την θεμελίωση αξιώσεως για την καταβολή ασφαλιστικής αποζημιώσεως δεν αρκεί η πρόθεση του υπαλλήλου να πορισθεί παράνομο περιουσιακό όφελος, αλλά απαιτείται και η πράγματι αποκόμιση τοιούτου οφέλους, ερμηνεία όμως η οποία δεν ανταποκρίνεται στους κανόνες της καλής πίστεως, των συναλλακτικών ηθών και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πληττόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, έκρινε κατά τρόπο αναιρετικώς ανέλεγκτο ότι η επίμαχη ρήτρα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ανταποκρινόμενη στην αυτονομία της βουλήσεως των μερών, ήταν σαφής και ως εκ τούτου, ελλείψει αμφιβολίας ή κενού, δεν συνέτρεχε λόγος ερμηνείας της και προσφυγής εντεύθεν στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
προς διαπίστωση της αληθούς εννοίας αυτής. Ενόψει τούτων η αξιολόγηση εν συνεχεία από το Εφετείο του επίμαχου ασφαλιστικού όρου περί περιορισμού της ασφαλιστικής κάλυψης στις περιπτώσεις απιστίας υπαλλήλων που έχουν σχέση με δάνεια, συναλλαγής με την μορφή δανείων ή άλλη πιστωτική μορφή δανείων η άλλη πιστωτική μορφή μόνον εφόσον υπάρχει οικονομικό - περιουσιακό όφελος του απιστήσαντος υπαλλήλου δεν συνιστά ερμηνεία του όρου και έμμεση παραδοχή από το Εφετείο της υπάρξεως κενού και αμφιβολίας που καθιστούσε υποχρεωτική την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα.
Ούτε άλλωστε συσχετίζει το Εφετείο, ώστε να συνάγεται εμμέσως ερμηνεία της συμβάσεως, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα το δεύτερο τμήμα της επίμαχης ρήτρας που αφορά στις περιπτώσεις υπαλλήλου που έχουν σχέση με δάνεια, συναλλαγές με την μορφή δανείου κ.λ.π με το πρώτο τμήμα αυτής, αλλά απλώς εστιάζει στην αξιολόγηση του δευτέρου τμήματος της επίμαχης ρήτρας η οποία αφορά την ένδικη υπόθεση.
Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον ίδιο ως άνω πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά τις οποίες η ερμηνευτική ως προς την ρήτρα αυτή παραδοχή του Εφετείου μετατρέπει την αμφιμερή ασφαλιστική σχέση σε ετεροβαρή υπέρ της αναιρεσίβλητης, καθόσον η αξιουμένη αποκόμιση από τους τραπεζικούς υπαλλήλους παρανόμου περιουσιακού οφέλους, συνιστά, λόγω της δυσχέρειας αποδείξεως της, προϋπόθεση σχεδόν ανέφικτη ή δυσχερώς υλοποιήσιμη, ως τοιαύτη δε αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 281 του Α.Κ., αλλά και στην αρχή της αναλογικότητος υπερβαίνουσα τα ακραία όρια της παρεχομένης στο δικαστήριο διακριτικής ευχέρειας, τυγχάνουν αβάσιμες ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, ως ήδη εξετέθη, τόσο από την ρητή σχετική διαβεβαίωση ότι η επίμαχη ρήτρα είναι σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας, όσο και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως που παρατίθεται ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία της ρήτρας αυτής, η οποία άλλωστε δεν ήταν και αναγκαία, λόγω της σαφούς διατυπώσεως της, υπό την προσχηματική δε επίκληση των ως άνω αιτιάσεων πλήττεται απαραδέκτως η ρήτρα καθ’ εαυτή και οι επ’ αυτής ερειδόμενες παραδοχές του Εφετείου.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α’ του ν.2496/1997 " Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του συμβαλλόμενου της (λήπτη της ασφάλισης) ή του τρίτου, έναντι ασφαλίστρου, α) είτε να καταβάλει παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, σε είδος, όταν επέλθει εκείνο το περιστατικό εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 4 και στο άρθρο 5 περιπτώσεις α’ , β’ , γ’ και δ’ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση).
Επίσης κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του αυτού νόμου " Στην ασφάλιση κατά ζημιών, το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία). Τέλος κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ιδίου νόμου " Στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία ή, αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου".
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω διατάξεις και εφαρμόζοντας αναλογικώς την τελευταία εξ αυτών που αφορά τον υπολογισμό του ασφαλίσματος, έκρινε ότι στις δύο περιπτώσεις που θεμελιούται, σύμφωνα με την επίμαχη ασφαλιστική ρήτρα, αξίωση αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας, λόγω αποκομίσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους υπαλλήλου της, ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε κατά το χρόνο που ο εν λόγω υπάλληλος της προέβη στην αντικανονική χρηματοδότηση της εταιρίας "...
Ε.Π.Ε" και στην έκδοση του στεγαστικού δανείου στο όνομα της Ε. Φ., και κατά συνέπεια η αποκαταστατέα ζημία αυτής συνίσταται στα ποσά των κεφαλαίων που εκταμιεύθηκαν, ανερχόμενα αντιστοίχως σε 886.554,00 και 39.618,00 ευρώ. Συνακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε τα αγωγικά αιτήματα επιδικάσεως επί πλέον των ποσών αυτών και τόκων υπερημερίας για το μέχρι του κλεισίματος των αντιστοίχων λογαριασμών αλλά και για το εν συνεχεία χρονικό διάστημα ως αφορώντα μη συνυπολογιζόμενες, μεταγενέστερες της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίες από την απώλεια του ανταλλάγματος για τη χρήση των εκταμιευθέντων κεφαλαίων της αναιρεσείουσας από τους προειρημένους πιστούχους, ενώ κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, έκρινε παραγεγραμμένη την αξίωση της αναιρεσείουσας για την καταβολή ασφαλιστικής αποζημιώσεως στην περίπτωση του δανείου προς την Ε.
Φ., αφού από το χρόνο επελεύσεως, κατά τα προεκτεθέντα, του ασφαλιστικού κινδύνου (τέλος του έτους 2001) μέχρι το χρόνο ασκήσεως της σχετικής αγωγής (27-12-2007), συμπληρώθηκε χρόνος πολύ μεγαλύτερος των τεσσάρων ετών (άρθρο 10 ν. 2496/1007). Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον αφορά τον καθορισμό του χρόνου επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, ο οποίος, κατά την αληθή έννοια των διατάξεων τούτων και δη εκείνης του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 2496/1997, ταυτίζεται με τον χρόνο εκταμιεύσεως των χρημάτων των αντικανονικών χρηματοδοτήσεων που χορηγήθηκαν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνεπεία απιστίας και χρηματισμού του αρμοδίου υπαλλήλου της αναιρεσείουσας.
Τούτο δε διότι, κατά τον χρόνο αυτό, επήλθε μεταβολή της ταμιακής και λογιστικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας, αφού στη θέση των υπαρκτών χρημάτων της τελευταίας, τα οποία διέφυγαν από την κυριότητα της, κατά τρόπο παράνομο και ποινικώς αξιόποινο, υπεισήλθε η αβεβαία και επισφαλής απαίτηση αυτής για την επιστροφή τους, ως προς την οποία δεν υπήρχε βάσιμη πιθανότητα ικανοποιήσεως του ούτε βεβαίως και επιτεύχθηκε τοιαύτη (σχετ.
Α.Π. (ποιν.) 236/1986 , 960/2008, 1621/2008). Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου (κατά τα υπό στοιχεία 1,2 και 4,6 μέρη του) με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για τον καθορισμό του χρόνου επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου και συνακολούθως την παραδοχή της ως είρηται ενστάσεως παραγραφής και την μη επιδίκαση συμβατικών και τόκων υπερημερίας, και προσάπτει αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγω παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 11 παρ. 1, 16 παρ. 1 του ν.2496/1997 και 251 του Α.Κ., τυγχάνει αβάσιμος.
Εξάλλου ο ίδιος ως άνω (δεύτερος) λόγος του αναιρετηρίου , κατά το υπό στοιχ. 5 μέρος του, τυγχάνει απαράδεκτος , διότι υπό την επίκληση αιτιάσεων από τους αριθμούς 1 και 19 πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, κρίση του Εφετείου ότι, στην περίπτωση της χρηματοδοτήσεως της εταιρείας "...
Ε.Π.Ε", το καλυπτόμενο με την ασφαλιστική σύμβαση, ως προϊόν αθεμίτου και παρανόμου συναλλαγής του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, ποσό ανέρχεται σε 886.554 ευρώ, το οποίο χορηγήθηκε καθ’ υπέρβαση του ορίου νομίμως χορηγηθείσης προγενεστέρας χρηματοδοτήσεως ύψους 250.000 ευρώ, ποσό το οποίο και δεν συμπεριέλαβε, κατόπιν αυτού, στην ασφαλιστική αποζημίωση.
Ο ίδιος λόγος κατά το υπό στοιχείο 3 μέρος 1ου με τον οποίο κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11β ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε προς απόδειξη του χρόνου πρόκλησης της ζημίας της, στις περιπτώσεις των πιστούχων Π. και Φ., που κατά την αναιρεσείουσα ανάγεται στο χρόνο κλεισίματος των λογασιασμών αυτών είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής μετά την απόρριψη του ιδίου λόγου που αφορά τον διαφορετικό προσδιορισμό του χρόνου επελεύσεως της ζημίας.
Τέλος ο αυτός, ως άνω, (δεύτερος) λόγος του αναιρετηρίου, κατά το τελευταίο μέρος του, που ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη ως αορίστου του συναφούς προς την χρηματοδότηση της εταιρείας "... Ε.Π.Ε", αγωγικού κονδυλίου, ύψους 83.027,82 ευρώ, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αφορά έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσειουσα στην προσπάθεια της για είσπραξη κεφαλαίων και μείωση εντεύθεν της ζημίας της, καθώς και προμήθειες που απώλεσε, τυγχάνει αβάσιμος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση του σχετικού αγωγικού δικογράφου, το εν λόγω κονδύλιο είναι πράγματι αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, καθόσον πέραν της αναφοράς διαφόρων χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν σε αορίστως αναφερομένους τρίτους(δικηγόρους, δικαστικούς επιμελητές, υποθηκοφύλακες κ.λ.π.), δεν προσδιορίζονται οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν στους τελευταίους τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά και οι συγκεκριμένες υπηρεσίες που αυτοί προσέφεραν στην αναιρεσείουσα, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί εάν οι γενόμενες καταβολές συνδέονται αιτιωδώς με την μείωση της ζημίας, που η τελευταία επικαλείται.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 β’ του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή νομικώς αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, 11/1996, 3/1997, 12/1997.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 109/2012,134/2012). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 100/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την διάταξη της που καθόρισε ως χρόνο ενάρξεως της τοκοφορίας της αναγνωρισθείσης απαιτήσεως την 7-7-2007, ήτοι την επομένη της παρελεύσεως της προθεσμίας των τριάντα ημερών από της επιδόσεως (την 6-6-2007) της από 5-6-2007 εξωδίκου προσκλήσεως της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη με την οποία η τελευταία οχλήθηκε για πρώτη φορά (κατά την απόφαση) για την καταβολή ασφαλιστικής αποζημιώσεως.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη για τον καθορισμό του χρόνου ενάρξεως της τοκοφορίας της αναγνωρισθείσης απαιτήσεως της ισχυρισμό, ότι η όχληση αυτής προς την αναιρεσίβλητη για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως είχε ήδη συντελεσθεί από την 17-5-2004 και σε κάθε περίπτωση από την 24-11-2004, με τις προς αυτήν από 17-5-2004, 20-5-2004 και 12-11-2004 αναγγελίες της περί πραγματοποιήσεως του κινδύνου και προσδιορισμού του ύψους της αποζημιώσεως, την από 12-11-2004 έκθεση του επιθεωρητού Γ.
και την από 24-11-2004 επιστολή κοινοποιήσεως αυτής στην αναιρεσίβλητο, ουσιώδη έγγραφα για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της, τα οποία επίσης αγνόησε το Εφετείο, υποπίπτοντας στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β’ και 11 περ. γ’ ,του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ενώ δεν αιτιολογεί επαρκώς στην απόφαση του την παραδοχή ότι η πρώτη όχληση της αναιρεσίβλητης, έλαβε χώρα με την επίδοση προς αυτήν της από 5-6-2007 εξωδίκου προσκλήσεως και όχι με τις προηγηθείσες αναγγελίες και επιστολές της.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό με την βεβαίωση του Εφετείου ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη πλην άλλων ‘ ‘ όλοι ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται" προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως προς τον χρόνο ενάρξεως της τοκοφορίας της επιδίκου απαιτήσεως, τον οποίο απέρριψε εν τοις πράγμασι δεχόμενο, ως αποδειχθέντα, αντίθετα από τα συγκροτούντα τον ισχυρισμό αυτό πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι η πρώτη όχληση της αναιρεσίβλητης για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως έλαβε χώρα την 6-6-2007 με την προς αυτήν επίδοση της από 5-6-2007 εξωδίκου προσκλήσεως της αναιρεσείουσας, κρίνοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι οι προηγηθείσες αναγγελίες και επιστολές, τις οποίες και έλαβε υπόψη, δεν συνιστούσαν όχληση, ενώ από το περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα ανωτέρω έγγραφα.
Τέλος για την διαμόρφωση του αντιστοίχου πορίσματος του διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, και συνεπώς δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε από τις προβαλλόμενες με τον λόγο αυτό αναιρετικές πλημμέλειες. Υπό την προσχηματική δε επίκληση των πλημμελειών αυτών, όπως περιγράφονται ειδικότερα στο αναιρετήριο, πλήττεται απαραδέκτως η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου ως προς το συγκεκριμένο πραγματικό γεγονός, το χρόνο δηλαδή συντελέσεως της εξωδίκου οχλήσεως της αναιρεσιβλήτου για την καταβολή της οφειλομένης ασφαλιστικής αποζημιώσεως.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. Α.Π. 1/1999). Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος για έλλειψη νομίμου βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. Α.Π. 13/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τις παραδοχές που εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως , καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν, όπως σαφώς προκύπτει από το ως άνω εκτιθέμενο περιεχόμενο της, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων της επίμαχης συμβατικής ρήτρας στις περιπτώσεις που έκρινε ότι δεν θεμελιούται αξίωση ασφαλιστικής αποζημιώσεως.
Δεχόμενο ειδικότερα ότι οι πράξεις των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας που έθεσαν σε κίνδυνο τα συμφέροντα αυτής και της προξένησαν εν τέλει ζημία, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι αποσκοπούσαν στην ζημία της, μολονότι ήταν δυνατό να οφείλονται σε πληθώρα άλλων πλην της "απιστίας" λόγων, όπως η εσφαλμένη εκτίμηση του επιχειρηματικού κινδύνου, η χαριστική χρηματοδότηση λόγω φιλικών σχέσεων, η συντόμευση των διαδικασιών χρηματοδοτήσεως για την προσέλκυση πελατών, συνδυαζόμενη με την επιδίωξη εμφανίσεως αυξημένου κύκλου εργασιών του καταστήματος ή και σε συνδυασμό των ανωτέρω λόγων, δεν αποδείχθηκε (πλην των προαναφερομένων δύο περιπτώσεων), ότι οι εν λόγω υπάλληλοι αποκόμισαν πράγματι για τον εαυτό τους από τις επίδικες χρηματοδοτήσεις κάποιο παράνομο οικονομικό όφελος, την ύπαρξη του οποίου δεν επικαλείται ούτε η αναιρεσείουσα, η οποία αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι για την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως δεν απαιτείτο κατά την σύμβαση, η αποκόμιση εκ μέρους του ανέντιμου ("άπιστου") υπαλλήλου παρανόμου περιουσιακού οφέλους.
Επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες, ως άνω, ζήτημα της συνδρομής των, για την θεμελίωση της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, προβλεπομένων από την ασφαλιστική συμβατική προϋποθέσεων, τυγχάνει αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωση του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη ισχυρισμού, που προτάθηκε νομίμως και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τις υπ’ αριθμ. ...5-12-2011 ένορκες βεβαιώσεις των Θ. Κ. και Γ. Γ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Χ. Π., με την αιτιολογία ότι παρότι ελήφθησαν για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη η ενάγουσα εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) δεν επικαλείται ότι κλήτευσε δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη σύνταξή τους την εναγομένη-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), αναφέροντας συγχρόνως, τη σχετική έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή που προέβη στην επίδοση της σχετικής κλήσεως, ούτε εκθέτει αν η τελευταία παραστάθηκε κατά τη σύνταξη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, ούτε και προσκομίζει αποδεικτικό κλητεύσεως της εναγομένης-εφεσιβλήτου πριν από δύο εργάσιμες ημέρες ενώ, η περιλαμβανομένη σ’ αυτές βεβαίωση του συμβολαιογράφου ότι η εναγομένη - εφεσίβλητη κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, δεν αρκεί για να βεβαιωθεί η νόμιμη κλήτευση της, καθόσον η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά τα άρθρο 139 Κ.Πολ.Δ, αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στην βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση των άνω ενόρκως βεβαιούντων, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεών της αναιρεσείουσας, η τελευταία επικαλέσθηκε απλώς μόνον τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς επίκληση ούτε της κλήσης προς παράσταση της αναιρεσίβλητης κατά τη σύνταξή τους ενώπιον του συμβολαιογράφου, ούτε αποδεικτικού επιδόσεως της κλήσης αυτών, σε αντίθεση με τις λοιπές ένορκες βεβαιώσεις (τις οποίες και έλαβε υπόψη το Εφετείο), ούτε εκθέτει αν η τελευταία παραστάθηκε κατά τη σύνταξη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων. Επομένως ορθά το Εφετείο, με την προαναφερθείσα αιτιολογία η οποία δεν πλήττεται ως προς τη νομική της ορθότητα, δεν έλαβε υπόψη τις δύο ως άνω βεβαιώσεις και ο περί του αντιθέτου πέμπτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ’ και όχι και 8 ΚΠολΔ, για την μη λήψη υπόψη των εν λόγω βεβαιώσεων, τυγχάνει αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον η τελευταία, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Μαρτίου 2016 αίτηση της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... α.ε.", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5466/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ