Legislator Case Law & Legislation
1531/2014 AI generated

1531/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1531/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1531/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Keywords

AI generated
abandonment of employment administrative dismissal dismissal of civil servant employability for placement resignation of the government termination of contract
AI generated
671/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
998/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
1010/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 683/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 854/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/10/2006 αίτησή της.
247/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
570/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1531 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1531/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ιδρύματος με την επωνυμία "ΜΙΣΤΡΙΩΤΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑ ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΙΣΤΡΙΩΤΟΥ", που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροϊνιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2013 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 10-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Αν υπάρχει τέτοια υπέρβαση, η καταγγελία είναι άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, ο δε εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του απολυθέντος μισθωτού υποχρεούται σε καταβολή των μισθών υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ).

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια σε βάρος του μισθωτού εξαιτίας των πολιτικών πεποιθήσεών του, οι οποίες, χωρίς να έχουν καμία επίδραση στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του, είναι διαφορετικές από τις πολιτικές πεποιθήσεις του εργοδότη.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας εκ μόνου του λόγου ότι δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που επικαλείται ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους λόγους που αιτιολογούν την γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλούμενων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζομένου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, αν από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθίσταται φανερή η παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, στις 14-1-2008 στην Τρίπολη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και παρείχε τις υπηρεσίες του ως φύλακας των εγκαταστάσεων του 1ου Γυμνασίου και Λυκείου Τριπόλεως, με πενθήμερη απασχόληση 40 ωρών εβδομαδιαίως και μηνιαίο μισθό 980 ευρώ, που αναπροσαρμόσθηκε από 1-1-2009 σε 1.005,15 ευρώ και από 1-5-2009 σε 1.062,63 ευρώ.

Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στο εναγόμενο Ίδρυμα, ο ενάγων εκτελούσε και χρέη επιστάτη ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων. Στις 20-4-2010 - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, κατόπιν της κατά πλειοψηφία (5 ψήφοι υπέρ, 3 κατά) ληφθείσας απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου Ιδρύματος, με την αιτιολογία 1) ότι είχε προσληφθεί με μη νόμιμο τρόπο από το εναγόμενο, 2) ότι εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του με τη μη τήρηση του ωραρίου εργασίας του και την ανυπακοή του στις υποδείξεις των υπεύθυνων Διευθυντών και 3) ότι, σε κάθε περίπτωση, το Ίδρυμα δεν είχε ανάγκη τις υπηρεσίες του, καθόσον ο Δήμος Τριπόλεως είχε προσλάβει δύο (2) φύλακες για την φύλαξη των συγκεκριμένων εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

Όμως οι λόγοι αυτοί που επικαλείται το εναγόμενο είναι προσχηματικοί, αφού με τη μεταγενέστερη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων του είχε εγκρίνει την πάσχουσα τυπικά πρόσληψη του ενάγοντος και, ειδικότερα, ενώ ο ενάγων είχε προσληφθεί από τον ταμία του Ιδρύματος Α. Σ., το έγγραφο της αναγγελίας στον ΟΑΕΔ υπογράφει ο ίδιος ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας Α.

και για διάστημα περίπου 2 ετών είχε ομαλή εξέλιξη η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, διά της παροχής της εργασίας του και της καταβολής κανονικά του μισθού του εκ μέρους του εναγομένου. Ο ενάγων, άλλωστε, παρείχε τις υπηρεσίες του με ευσυνείδητο τρόπο, πράγμα ορατό όχι μόνο στον εργοδότη του, αλλά και στους γονείς των μαθητών και στους καθηγητές αυτών.

Ενώ, ούτε η επίκληση ελέγχου εκ μέρους του ΣΔΟΕ μπορεί να δικαιολογήσει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, αφού δεν προσκομίσθηκε κάποια πορισματική αναφορά σε σχέση με την πρόσληψή του. Η καταγγελία - όπως δέχεται το Εφετείο - έγινε για το λόγο ότι ο ενάγων διέκειτο φιλικά προς την συνδικαλιστική εργατική οργάνωση ΠΑΜΕ, πράγμα μη αρεστό στην πλειοψηφία, τουλάχιστον, του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου και, επομένως, τα κριτήρια της καταγγελίας, ανεξαρτήτως του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είχαν αφορμή την ποιότητα της εργασίας και το νομότυπο της πρόσληψης, αλλά την συνδικαλιστική προτίμηση και επιλογή του ενάγοντος.

Κατέληξε δε το Εφετείο, ότι η για τον λόγο αυτό καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή την καλή πίστη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος και είναι άκυρη. Με αυτές τις παραδοχές και κρίσεις, το Εφετείο ακολούθως δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 41/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως), που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και την καταβολή μισθών υπερημερίας, καθώς και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και δέχθηκε (εν μέρει) την αγωγή αυτή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού, για τον χαρακτηρισμό της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου ως καταχρηστικής και, κατά συνέπεια, άκυρης, αρκέστηκε στα δεκτά γενόμενα από αυτό (Εφετείο) ως αποδειχθέντα περιστατικά, ότι ο αναιρεσίβλητος διέκειτο φιλικά προς την συνδικαλιστική εργατική οργάνωση ΠΑΜΕ, πράγμα μη αρεστό στην πλειοψηφία, τουλάχιστον, του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, τα οποία (περιστατικά) όμως δεν είναι αρκετά για την θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, για την εφαρμογή, δηλαδή, της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ.

Επιπλέον, το ότι ήταν αναληθή τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον Ίδρυμα περιστατικά, για την αιτία απόλυσης του αναιρεσιβλήτου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, λόγω του αναιτιώδους της καταγγελίας. Ούτε, άλλωστε, η αναλήθεια των περιστατικών αυτών δύναται να οδηγήσει συμπερασματικά στην κρίση ότι η καταγγελία έγινε για τον επικαλούμενο από τον αναιρεσίβλητο λόγο, ότι, δηλαδή, "διέκειτο φιλικά προς την συνδικαλιστική οργάνωση του ΠΑΜΕ".

Ούτε εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά που να αιτιολογούν εμπάθεια των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, εξαιτίας της οποίας προέβησαν στην ένδικη καταγγελία. Αντιθέτως, όπως γίνεται δεκτό από το Εφετείο, η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου είχε ομαλή εξέλιξη και ήταν ορατό από τον εργοδότη του ότι παρείχε τις υπηρεσίες του με ευσυνείδητο τρόπο.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής και των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, δεν προσδιορίζεται σ' αυτές η κομματική τοποθέτησή του, ούτε αυτός υποστηρίζει ότι ήταν συνδικαλιστής του ΠΑΜΕ ή ότι η κομματική και συνδικαλιστική του τοποθέτηση ήταν προσκείμενη στο ΠΑΜΕ. Υποστήριξε μόνον ότι η απόλυσή του έγινε λόγω της (μη προσδιοριζόμενης) πολιτικής του τοποθέτησης, με την απλή αναφορά ότι "ενδεικτικό είναι ότι παρενέβη το ΠΑΜΕ" (προφανώς κατά την απόλυσή του).

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ συναφές μέρος του, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση, αληθώς από το άρθρο 559 αριθμ. 8 (και όχι αριθμ. 11) του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Εν προκειμένω, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), με την από 7-7-2010 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία από το εναγόμενο (αναιρεσείον) της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, που τους συνέδεε, ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλλει για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, διότι, όπως ισχυρίσθηκε, "προφανώς, ο αληθής λόγος της απόλυσής μου δεν είναι η μη ορθή άσκηση των καθηκόντων μου, λόγος που αποτελεί πρόσχημα, αλλά η πολιτική μου τοποθέτηση, είναι ενδεικτικό ότι παρενέβη το ΠΑΜΕ και ειπώθηκε γιατί ανακατεύομαι με τα κόμματα, ή άρνηση παραίτησης από νόμιμα δικαιώματά μου, και ακόμη η ενδιάθετη βούληση κάποιων από τη διοίκηση του Ιδρύματος για πρόσληψη άλλου αρεστού σ' αυτούς, που δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη λόγω της πολιτικής εμπλοκής".

Με το παραπάνω περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν περιστατικά δεν είναι αρκετά για τον χαρακτηρισμό της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου ως καταχρηστικής και εντεύθεν άκυρης. Ειδικότερα δεν αναφέρονται περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι η απόλυση του αναιρεσιβλήτου οφείλεται στην μη προσδιοριζόμενη "πολιτική τοποθέτησή του".

Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει. Έτσι, λοιπόν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως), με την υπ' αριθμ. 41/2011 απόφασή του, εσφαλμένα εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή και στη συνέχεια την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ένεκα αυτού παραπονείται ο ενάγων - αναιρεσίβλητος με την από 31-8-2011 έφεσή του (αριθμ. εκθ. καταθ. 41/1-9-2011). Σύμφωνα, όμως, με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα που συνεπάγεται η έφεση, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, το Εφετείο έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως και χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου το νόμω βάσιμο της αγωγής και μπορεί να την απορρίψει και ως μη νόμιμη, όταν ο ενάγων εκκαλεί και παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψή της (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτή η ως άνω έφεση του αναιρεσιβλήτου, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δεν απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή του, έσφαλε, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να απορριφθεί η αγωγή ως νόμω αβάσιμη, γιατί η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα - ενάγοντα από την εκκαλουμένη (άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ) και γιατί απλή αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας της εκκαλούμενης αποφάσεως δεν αρκεί, διότι η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης οδηγεί σε διάφορο κατά το αποτέλεσμα διατακτικό (άρθρο 534 ΚΠολΔ).

Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Η κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ υποβαλλόμενη από το αναιρεσείον, με τις εμπροθέσμως (στις 17-2-2014) κατατεθείσες προτάσεις του, αίτηση, με την οποία ζητείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθεί προς τούτο ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει στο αναιρεσείον το αναφερόμενο στις προτάσεις του ποσό, το οποίο κατέβαλε σ' αυτόν προς εκούσια εκτέλεση και ολοσχερή εξόφληση, κατά κεφάλαιο και τόκους, της αναιρούμενης αποφάσεως (υπ' αριθμ. 57/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου), είναι παραδεκτή και πρέπει να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν, διότι από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον Απόδειξη ποσού 9.434,40 ευρώ, με ημερομηνία 15-11-2013, αποδεικνύεται ότι στις 15-11-2013 ο αναιρεσίβλητος Β.

Τ. παρέλαβε από το αναιρεσείον Ίδρυμα, με την επωνυμία "ΜΙΣΤΡΙΩΤΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑ ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΙΣΤΡΙΩΤΟΥ", διά χειρός του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθανασίου Καρνέζη, την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως 14-11-2013, εις διαταγήν του, συρόμενη στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ποσού 9.434,40 ευρώ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της υπ' αριθμ. 57/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν διατηρεί καμία άλλη αξίωση απέναντί του για την αιτία αυτή.

Το ποσό αυτό των 9.434,40 ευρώ πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στο αναιρεσείον με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της παρούσης αποφάσεως, αφότου καθίσταται υπερήμερος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 57/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 31-8-2011 έφεση (αριθμ. εκθ. καταθ. 41/2011) του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 41/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

Απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της υπ' αριθμ. 57/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στο αναιρεσείον το ποσό των εννέα χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (9.434,40), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσης αποφάσεως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ