1531/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1980/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2011 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1531/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, κατά τις διατάξεις των ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. Κωδ. (7.31) Βασ. 50 (10.4), ν. 12 Πανδ. (2.53) και τις αντίστοιχες με αυτές διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, η κυριότητα ακινήτου αποκτάται, κατά παράγωγο μεν τρόπο με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτότυπα δε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1531 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1531/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσων: 1. Κ. συζ. Β. Χ., το γένος Σ. Κ., 2. Σ. θυγ. Δ. Γ. και 3. Α. θυγ. Δ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χολέβα.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. χας Δ. Κ., το γένος Β. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βούλγαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1980/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δ. Μαζαράκης ανέγνωσε την από 14-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθερματιστής καταβάλλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθερματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Δηλαδή, με τη διάταξη αυτήν καθιερώνεται ρητώς η αρχή, ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσεως κυριότητος και συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθερματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει συμβάσεως", όπως είναι η εκποίηση με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως με σαφήνεια συνάγεται από την άνω διάταξη (1005 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1017 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και 199, 513, 1192 και 1198 του ΑΚ, ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργεί υπό το κύρος της Αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση, που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθερματιστή.
Έτσι, με τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθερματιστή, αλλά αυτός ως ειδικός διάδοχος παραλαμβάνει το πράγμα με όσα δικαιώματα σ' αυτό κατά το χρόνο του πλειστηριασμού είχε ο καθού η εκτέλεση (ΑΠ 957/2010, ΑΠ 242/2000, ΑΠ 442/1993). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας η άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε, όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.
Έτσι, κατά τις διατάξεις των ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. Κωδ. (7.31) Βασ. 50 (10.4), ν. 12 Πανδ. (2.53) και τις αντίστοιχες με αυτές διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, η κυριότητα ακινήτου αποκτάται, κατά παράγωγο μεν τρόπο με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτότυπα δε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39) 9 παρ. 1 (Βασ. 50.14), γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, αν νεμηθεί αυτό συνέχεια επί μία τριακονταετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου (ν. 27, Πανδ. (18.1.), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 2 παρ. 4 και 7, 11 Πανδ. (51.4), 5 παρ. 1 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 65 του ΕισΝΑΚ, από την έναρξη της ισχύος του ΑΚ αρκεί η για μια εικοσαετία νομή με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, ν.2 παρ. 2, Πανδ. (41.4), ν. 5, Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (13.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), για το συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει στον ίδιο αυτού χρόνο, προς συμπλήρωση του πιο πάνω χρόνου που ήταν αναγκαίος για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη και τακτική χρησικτησία, απαιτούνταν νόμιμη αιτία, δηλαδή, ειδική ή καθολική διαδοχή.
Κατά τη διάταξη, επίσης, του άρθρου 1051 του ΑΚ, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνδυαζόμενη προς εκείνη του άρθρου 1045, καθώς και προς αυτές των άρθρων 249, 271, 974 και 976 ΑΚ, προκύπτει, ότι στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος πράγμα κινητό ή ακίνητο στην ίδια αυτού νομή προς συμπλήρωση του αξιούμενου γι' αυτή από το νόμο χρόνου νομής (εικοσαετίας), δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο επί του πράγματος δικαίωμα κυριότητας, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία (ειδική διαδοχή επί νομής) αναγνωριζόμενη από τον ΑΚ, χωρεί με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή, την οποία είχε ο μεταβιβάζων και παραδίδων (Ολ.ΑΠ 1593/1979).
Άσκηση δε φυσικής εξουσίας επί του ακινήτου, η οποία εμπίπτει στην έννοια της νομής κατά το άρθρο 974 ΑΚ και n οποία (φυσική εξουσίαση) επέρχεται, όταν υπάρχουν οι πραγματικοί όροι, έτσι ώστε κατά τη συνηθισμένη και ομαλή πορεία των πραγμάτων, σύμφωνα και με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, το πράγμα να θεωρείται, ότι τέθηκε στη διάθεση του αποκτώντα και να τελεί υπό την εξουσία του, συνιστούν όλες οι πράξεις οι προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και είναι δηλωτικές της εξουσίασής του απ' αυτόν.
Περαιτέρω, με το άρθρο 38 του από 24 Σεπτεμβρίου /20 Οκτωβρίου 1958 Κωδ. Διατάγματος "περί των προσόδων των Δήμων και Κοινοτήτων" (ΦΕΚ 171), όπως τούτο είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του ν.1271/1975 (ΦΕΚ 175), και έχει μεν ήδη καταργηθεί από το εδάφ. α' της παρ. 6 άρθρου 28 Ν. 1828/1989, αλλά ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίσθηκε ότι: "1.
Επιβάλλεται υπέρ των δήμων και κοινοτήτων περιφερειών της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης και του πρώην Δήμου Θεσσαλονίκης, ετήσιος φόρος επί των εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ακαλύπτων χώρων, εφ' όσον έκαστος τούτων αποτελεί άρτιον και οικοδομήσιμον οικόπεδον κατά τας ισχυούσας διατάξεις ...". Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο οικόπεδο είναι το με αριθμό 38 του Οικοδομικού Τετραγώνου (Ο.Τ.) αριθ. 71 της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Ευρυάλης και ήδη του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου αυτού.
Ευρίσκεται επί της σημερινής λεωφόρου ..., πρώην οδού ..., επί της οποίας φέρνει τον αριθμό 45Α (πρώην 45), έχει έκταση 600 τ.μ. περίπου ή 1.666 τετραγωνικούς τεκτονικούς πήχεις και συνορεύει, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα του μηχανικού Π. Π., που έχει προσαρτηθεί στο .../28-3-1928 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Οικονομοπούλου, ανατολικά επί πλευράς μήκους 30 μ.
με το 36 οικόπεδο του ιδίου ΟΤ, ιδιοκτησίας ήδη του Επικουρικού Ταμείου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου, δυτικά ετί πλευράς μήκους 30 μ. με το υπ' αριθ. 40 οικόπεδο του ιδίου ΟΤ, ιδιοκτησίας ήδη Δ. Σ., νότια επί προσώπου μήκους 20 μ. με την λεωφόρο ..., πρώην ... και βόρεια επί πλευράς μήκους 20 μ. με το 37 οικόπεδο του ιδίου ΟΤ, ιδιοκτησίας ήδη αδελφών Α..
Το ανωτέρω οικόπεδο περιήλθε κατά κυριότητα στον Γ. Κ. του Β. στις 13-8-1928, εξ αγοράς από τους Ι. Ζ., Δ. Ζ., Κ. Β. και Ν. Γ., δυνάμει του .../1928 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοφάνους Μητζοπούλου, (ενεργούντος ως αναπληρωτού του συναδέλφου του Ιωάννη Οικονομόπουλου), το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ...
με αύξοντα αριθμό 145. Το ακίνητο αυτό κατασχέθηκε αναγκαστικά και πλειστηριάσθηκε στις 7-7-1935 με επίσπευση του δανειστή του ανωτέρω ιδιοκτήτη του Μ. Ε. Μ. και κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια ανώνυμη εταιρία "Ζυθοποιία Κ. Φ.", όπως προκύπτει από την .../14-12-1935 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του Συμβ/φου Αθηνών Αθανασίου Παν.
Μέρμηγκα. Περαιτέρω, προέκυψε ότι η ως άνω υπερθεματίστρια ανώνυμη εταιρία ουδέποτε επιλήφθηκε της νομής του επιδίκου ακινήτου, αλλά αντίθετα παρέμεινε στην κατοχή του προηγούμενου, μέχρι τον πλειστηριασμό, ιδιοκτήτη του Γ. Κ., ο οποίος συνέχισε να ασκεί σε αυτό διακατοχικές πράξεις, ήτοι επίβλεψη των ορίων του, φύτευση δένδρων και καθαρισμό του, με συχνές επισκέψεις, μέχρι το 1937, οπότε, λίγο πριν από τον θάνατο του, μεταβίβασε τη νομή του με άτυπη δωρεά στον γιό του Δ.
Κ., (μετέπειτα σύζυγο της εφεσίβλητης - ενάγουσας). Ο τελευταίος άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο το 1937, συνέχισε δε τη νομή του και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., (23-2-1946), ανεξάρτητα από καλή πίστη ως προς την μη προσβολή δικαιωμάτων τρίτων σε αυτό, μέχρι τον θάνατο του στις 28-2-1988, με περιοδικές επισκέψεις σε αυτό μόνος ή μαζί με διάφορα συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα.
Συγκεκριμένα, (α) επέβλεπε τα όρια του επιδίκου, (β) το περιέφραξε με συρμάτινη περίφραξη και τοποθέτησε συρμάτινη πόρτα στην είσοδο του, (γ) φύτευσε εντός αυτού δέντρα, συκιές, λεμονιές, κυπαρίσσια, φοίνικες και μία φραγκοσυκιά, (δ) καλλιεργούσε κατά καιρούς κηπευτικά, (ντομάτες κλπ.) και (ε) επιμελείτο εν γένει τις σχετικές με αυτό υποθέσεις, (φορολογία κλπ.).
Επομένως, είχε γίνει κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, συμπληρωθείσα σε κάθε περίπτωση το αργότερο το 1966, (ήτοι 20 έτη μετά την: εισαγωγή του ΑΚ). Αντίθετα το ότι ο δικαιοπάροχος των εκκαλουσών-εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών Σ. Κ., (πρώτος εξάδελφος του ανωτέρω Γ. Κ., ιδιοκτήτη του επιδίκου πριν το 1935), είχε αναλάβει τη νομή του ακινήτου από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 και εξακολούθησε να ασκεί αυτή αδιάλειπτα με διάνοια κυρίου μέχρι τον θάνατο του, στις 3-4-1995, δεν αποδείχθηκε.
Ειδικότερα ως προς την εμπλοκή αυτού με το επίδικο ακίνητο προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο Σ. Κ. κατοικούσε με την οικογένειά του στον αριθμό 51 της ιδίας με το επίδικο οδού και είχε δυνατότητα εύκολης πρόσβασης σε αυτό, ενώ ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης - ενάγουσας Δ. Κ. κατοικούσε στον Πειραιά. Ο Σ. Κ. ήταν μακρινός θείος του Δ., ως α' εξάδελφος του πατέρα αυτού Γ.
Κ.. Επίσης ο ίδιος, (Σ.), ήταν και διοικητικός υπάλληλος στον Δήμο Γλυφάδας και συνεπώς μορφωμένος και εξοικειωμένος με τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, ενώ ο Δ. ήταν απλός εστιάτορας. Με τα δεδομένα αυτά ήταν δικαιολογημένο να υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ τους, αλλά και δυνατότητα εξυπηρετήσεων εκ μέρους του Σ.
προς τον Δ., λόγω της τοπικής εγγύτητας του πρώτου προς το επίδικο και της άμεσης πρόσβασής του στις υπηρεσίες του οικείου Δήμου. Από το 1974 προκύπτει ότι άρχισε να καταβάλλεται για το επίδικο φόρος ακαλύπτων χώρων στον Δήμο Γλυφάδας. Από την σχετική καρτέλλα με αριθμό ... προκύπτει, ότι ο φόρος καταβλήθηκε στο όνομα του Σ.
Κ., ως κατόχου του ακινήτου για ολόκληρη την έκτασή του, δηλαδή και για τα 600 τμ., κατά τα έτη 1974 έως και 1982. Κατά τα έτη 1983 έως 1986 ο φόρος αυτός για το επίδικο καταβλήθηκε στο όνομα και των δύο δικαιοπαρόχων των διαδίκων, (Σ. και Δ. Κ.), ως εξ ημισείας κατόχων αυτού, δηλαδή για 300 τμ. ο καθένας. Το 1987 ο φόρος καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου, δηλαδή και για τα 600 τμ.
του επιδίκου, στο όνομα του Δ. Κ.. Στο γεγονός αυτό δεν υπήρξε κάποια αντίδραση του Σ., αντίθετα, από χειρόγραφη σημείωση στο περιθώριο της οικείας καρτέλας εγγραφών, αυτός φέρεται ότι δήλωσε προς τους συναδέλφους του, πως δεν είναι ο ίδιος κάτοχος του υπόχρεου προς φοροδοσία ακινήτου, αλλά εξολοκλήρου ο συγγενής του Δ.
Κ.. Η τελευταία σημείωση δεν αποτελεί τακτική εγγραφή, είναι ανυπόγραφη και άνευ χρονολογίας, ο δε Δήμος αδυνατεί να παράσχει περισσότερα στοιχεία για την γνησιότητά της και για τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 3326/21-1-2010 έγγραφο του Δήμου Γλυφάδας). Ανεξάρτητα όμως από την έλλειψη αξιοπιστίας της εγγραφής αυτής, προκύπτει από τα υπόλοιπα προαναφερθέντα στοιχεία ότι ο Σ.
Κ. είχε αναλάβει για λογαριασμό του συγγενούς του Δ. Κ., που είχε καταστεί εντωμεταξύ κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, να καταβάλει στον Δήμο Γλυφάδας, όπου ο ίδιος εργαζόταν, τον βαρύνοντα το επίδικο ακίνητο φόρο ακαλύπτων χώρων και ότι αυτός δήλωνε τον εαυτό του για μία περίοδο ως αποκλειστικό κάτοχο, αργότερα δε για μία συντομότερη περίοδο ως από κοινού εξ ημισείας συνδικαιούχο με τον Δ., προσδοκώντας να αποκτήσει αυτό στο μέλλον, εν όλω ή εν μέρει, με την θέληση ή μη του πραγματικού κυρίου του.
Το ως άνω συμπέρασμα ενισχύεται και από τις ομολογίες στον πρώτο βαθμό των 5ης και 6ης εναγομένων, ότι το επίδικο ανήκε στον Δ. Κ. και περιήλθε μετά τον θάνατο του, (28-2-1988), στην χήρα του Κ. Κ., (εφεσίβλητη - ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) κατά το 1/2 και κατά το υπόλοιπο στην αδελφή του Π. Κ., που απεβίωσε μετά από αυτόν, στις 16-6-1992, και διάδοχοί της είναι η 5η εναγομένη καθώς και οι ήδη εναγόμενες-αναιρεσείουσες.
Επίσης οι 5η και 6η εναγόμενες είχαν εγείρει προηγουμένως κατά των λοιπών συνεναγομένων τους ενώπιον του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5/2/2004 και με αριθ. καταθ. 1107/6-2-2004 αγωγή τους, για να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους στο επίδικο, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την 4239/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Στην αγωγή εκείνη είχαν ισχυρισθεί ότι το 1981 ο Δ. Κ. τους είχε δωρίσει άτυπα το ήμισυ του επιδίκου ακινήτου και είχαν αρχίσει να το νέμονται μέχρι τον θάνατο του (1988), ενώ ο ίδιος εξακολούθησε να νέμεται το υπόλοιπο μισό. Από αυτό προκύπτει ότι ο Δ. Κ., ευρισκόμενος προς το τέλος της ζωής του σε αδυναμία να επιμεληθεί του ακινήτου του, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, υποσχόταν σε διάφορους συγγενείς, μεταξύ των οποίων οι 5η και 6η εναγόμενες, αλλά και ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών, ότι θα τους μεταβιβάσει μελλοντικά με έγκυρη σύμβαση το ήμισυ του ακινήτου, με αντάλλαγμα την εκ μέρους τους επιμέλεια του όλου ακινήτου ή υποθέσεων σχετικών με αυτό.
Εξάλλου από τα έγγραφα της ΕΥΔΑΠ Αθηνών και Γλυφάδας υπ' αριθμούς πρωτοκόλλου 354727/22-7-2009 και 28/15-2-2006 αντίστοιχα προκύπτει, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Σ. Κ., στα πλαίσια των προαναφερθεισών εξυπηρετήσεων μεταξύ συγγενών, μερίμνησε, ώστε να τοποθετηθεί στις 11-10-1983 υδροπαροχή για το επίδικο ακίνητο στο όνομά του, όμως η παροχή αυτή πράγματι τοποθετήθηκε για τεχνικούς λόγους στο δικό του ακίνητο επί του αριθμού 51 της λεωφ. ...
και όχι στον αριθμό 45Α, όπου βρίσκεται το επίδικο και περαιτέρω ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε, αλλά παρέμεινε μέχρι και το 2006 ασύνδετη. Επομένως, η συγκεκριμένη ενέργεια του δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη νομής δυναμένη να οδηγήσει σε συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας στο επίδικο εκ μέρους του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη - ενάγουσα αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα από την κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της Δ. Κ., η οποία αποτελείται από το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, με την .../22-6-2007 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιρρόης Τζούβαλη - Σωτηροπούλου, που συμπληρώθηκε και διορθώθηκε, ως προς τα όρια του ακινήτου και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας εκ μέρους του κληρονομουμένου με την 6804/15-3-2008 πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου.
Οι πράξεις αυτές μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας στον τόμο ... με αυξ. αριθ. 35 και στον τόμο ... με αυξ. αριθμό 28 αντίστοιχα. Επομένως, η κυριότητα στο 1/2 του επιδίκου ακινήτου περιήλθε νόμιμα, αναδρομικά από τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη. Επίσης προέκυψε ότι η τελευταία μετά τον θάνατο του συζύγου της συνέχισε να ασκεί νομή στο επίδικο, επισκεπτόμενη αυτό μέχρι το 1997 με τη συνοδεία της ανεψιάς της Π.
Δ. και του συζύγου της Ε. Δ. και από τότε μέχρι το 2000 με τη συνοδεία άλλων συγγενικών της προσώπων, όπως της συζύγου του μάρτυρα Α. Ζ., που ήταν ομοίως ανεψιά της. Μετά το 2000 η εφεσίβλητη - ενάγουσα δεν μπορούσε πλέον, λόγω προχωρημένης ηλικίας και ελλείψεως βοηθητικών προσώπων, να επισκεφθεί το επίδικο και βρήκαν ευκαιρία οι εναγόμενες-αναιρεσείουσες και ο πρώτος εναγόμενος, σε απροσδιόριστο χρόνο, να αλλάξουν λουκέτο στην είσοδό του, με σκοπό να την αποβάλουν από τη νομή της και να οικειοποιηθούν το ακίνητο.
Την αποβολή αυτή πληροφορήθηκε η εφεσίβλητη τον Ιούλιο του 2007, με συνέπεια να ασκήσει ακολούθως την ένδικη αγωγή". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικησία), καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών Σ.
Κ. ασκούσε τη νομή του ακινήτου με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1950 μέχρι το θάνατό του το έτος 1995 και ότι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, των άρθρων 1005, 974, 1045 1051 ΑΚ και του ισχύοντος κατά την κρίσιμη εν προκειμένω χρονική περίοδο 1974 έως 1987 άρθρου 38 του από 24.9/20.10.1958 Β.
Δ/τος "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων δήμων και κοινοτήτων", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 127/1975, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη και της μη απόδειξης ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Σ.
Κ. έγινε κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος τούτο με διάνοια κυρίου συνεχώς από το 1950 μέχρι τι θάνατό του που επήλθε στις 3-4-1995. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε, ότι το επίδικο οικόπεδο περιήλθε κατά κυριότητα στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Γ.
Κ. το έτος 1928 δυνάμει πωλητηρίου συμβολαίου, ότι το ακίνητο αυτό κατασχέθηκε αναγκαστικά και πλειστηριάστηκε στις 7-7-1935 με επίσπευση δανειστή του και κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια ανώνυμη εταιρεία "Ζυθοποιία Κ. Φ.", δυνάμει της .../14-12-1935 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Μέρμηγκα.
Ότι, όμως, η υπερθεματίστρια εταιρεία ουδέποτε επιλήφθηκε της νομής του επιδίκου, αλλά αντίθετα παρέμεινε στην κατοχή του άνω Γ. Κ., ο οποίος συνέχισε να ασκεί σ' αυτό τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις μέχρι το 1937, οπότε λίγο πριν το θάνατό του μεταβίβασε τη νομή του με άτυπη δωρεά στον γιό του και μετέπειτα σύζυγο και άμεσο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Δ.
Κ., ο οποίος άρχισε να νέμεται το επίδικο από το έτος 1937 μέχρι το θάνατό του στις 28-2-1988 και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ότι μετά το θάνατό του η αναιρεσίβλητη σύζυγός του αποδέχθηκε την εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα, που αποτελείται από το 1/ 2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, και συνέχισε να ασκεί νομή στο επίδικο με διάνοια κυρίου μέχρι το 2000, οπότε οι εναγόμενοι απέβαλαν την ενάγουσα από τη νομή του.
Τέλος, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Σ. Κ. έγινε κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος τούτο με διάνοια κυρίου συνεχώς από το 1950 μέχρι τι θάνατό του που επήλθε στις 3-4-1995, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε, ότι ο ανωτέρω Σ. Κ., που ήταν θείος του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Δ.
Κ., λόγω της ιδιότητάς του ως διοικητικού υπαλλήλου στο Δήμο Γλυφάδας προς εξυπηρέτηση του Δ. Κ. κατέβαλε για λογαριασμό του τελευταίου τον φόρο ακάλυπτων χώρων στον Δήμο Γλυφάδας. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αριθ. ΚΠολΔ, καθώς και πέμπτος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Σ. Κ. είχε αναλάβει για λογαριασμό του συγγενούς του, άμεσου δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Δ.
Κ., που είχε καταστεί στο μεταξύ κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, να καταβάλει στον Δήμο Γλυφάδας, όπου ο ίδιος εργαζόταν ως διοικητικός υπάλληλος, τον βαρύνοντα το επίδικο φόρο ακάλυπτων χώρων και ότι αυτός δήλωνε για μια συντομότερη περίοδο ως αποκλειστικό κάτοχο, αργότερα δε για μια συντομότερη περίοδο ως από κοινού εξ ημισείας συνδικαιούχο με τον Δ.
και στη συνέχεια εξ ολοκλήρου μόνο στο όνομα του Δ. Κ. και ότι στα πλαίσια των προαναφερθεισών εξυπηρετήσεων μεταξύ συγγενών μερίμνησε, ώστε να τοποθετηθεί υδροπαροχή για το επίδικο ακίνητο στο όνομά του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού τα άνω περιστατικά δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν χαριστική σχέση εξυπηρέτησης μεταξύ συγγενών επί 24 ολόκληρα έτη και δη σχέση φιλοφροσύνης, αλλά μόνο τη σχέση της εντολής.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Κατ' ακολουθίαν, ο τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Δ. Κ. πλήρωνε διά του συγγενικού του προσώπου Σ. Κ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών, τους φόρους ακάλυπτων χώρων, χωρίς προηγουμένως να είχε υποβάλει ο ίδιος ο Δ.
Κ. κατά μήνα Ιανουάριο καθενός από τα έτη 1974-1987 αντίστοιχη δήλωση ιδιοκτησίας, χωρίς απόδειξη και δη χωρίς αναφορά σε αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρας, έγγραφα) που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού.
Για τη βασιμότητα δε του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως επισκοπείται και το δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον τρίτο, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, που πρόβαλαν προς αντίκρουση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, και δη ότι ο δικαιοπάροχός τους Σ.
Κ. είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί από την υπηρεσία του στο Δήμο Γλυφάδας από το έτος 1981 και ήταν ήδη από 6ετίας συνταξιούχος το έτος 1987, που φέρεται ότι δήλωσε και αναγράφηκε στην οικεία καρτέλα εγγραφών, ότι δεν είναι ο ίδιος κάτοχος του υπόχρεου προς φοροδοσία επίδικου ακινήτου, αλλά εξ ολοκλήρου ο συγγενής του Δ.
Κ., και έτσι δεν μπορούσε να πηγαίνει ο συνταξιοδοτηθείς αντί του Δ. Κ. να πληρώνει στα ταμεία του Δήμου το φόρο ακάλυπτων χώρων. Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες με τους τρίτο, κατά το πέμπτο μέρος του, και έβδομο, κατά τον πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δη δέχτηκε, ότι ο Σ. Κ. ήταν πρώτος εξάδελφος του απώτερου δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Γ. Κ. και μακρινός θείος του Δ. Κ., ενώ τούτο δεν είχε προταθεί και μολονότι ο Σ. Κ. ήταν όχι θείος, αλλά πρώτος εξάδελφος του Δ. Κ., ότι οι πέμπτη και έκτη εναγόμενες είχαν ισχυριστεί ότι η πέμπτη εναγομένη Α.
Σ. ήταν μαζί με τις αναιρεσείουσες διάδοχος της Π. Κ., ενώ είχε προταθεί ότι διάδοχος της Π. ήταν η έκτη εναγομένη Α. Κ.. Όλοι αυτοί οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον ο επικαλούμενος ως μη ληφθείς ισχυρισμός, καθώς και οι επικαλούμενοι ως μη προταθέντες ισχυρισμοί δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Επειδή, ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2058/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και όγδοο (από τον αριθμό 11 περ. γ' και όχι από τον αριθμό 12 που αναγράφεται στο αναιρετήριο) λόγους της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα και ακολούθως να απορρίψει την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειουσών και να δεχτεί την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι ο δικαιοπάροχός τους Σ.
Κ. είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος τούτο με διάνοια κυρία από το 1950 μέχρι το θάνατό του στις 3-4-1995, ήτοι: 1) την 13/98 Α'/30-7-1974 ατομική ανακοίνωση του Δήμου Γλυφάδας προς τον Σ. Κ., 2) την 999/05-12-1975 ατομική ανακοίνωση του Δήμου Γλυφάδας προς τον Σ. Κ., 3) την 6371/30-06-1977 βεβαίωση του Δήμου Γλυφάδας, 4) το 37485/26-08-1983 τριπλότυπο είσπραξης του Δήμου Γλυφάδας ποσού 1.520 δραχ.
για φόρο ακαλύπτων χώρων έτους 1983, 5) το 719730/27-01-1984 διπλότυπο είσπραξης του Δήμου Γλυφάδας ποσού 10.384 δραχ. για φόρο ακαλύπτων χώρων έτους 1984, 6) το 6127682/27-09-1985 διπλότυπο είσπραξης του Δήμου Γλυφάδας ποσού 1.680 δραχ. για φόρο ακαλύπτων χώρων έτους 1985, 7) το 8592484/09-05-1986 διπλότυπο είσπραξης του Δήμου Γλυφάδας ποσού 18.600 δραχ.
για φόρο ακαλύπτων χώρων έτους 1986, 8) την 4637/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 9) την 68469/12-04-1983 απόδειξη της ΕΥΔΑΠ, 10) την από 13-06-1983 εξουσιοδότηση, με την οποία ο Σ. Κ. εξουσιοδότησε τον επί θυγατρί γαμβρό του Δ. Γ., 11) την από 14/06/1983 απόδειξη είσπραξης νέας παροχετεύσεως της ΕΥΔΑΠ, ποσού 10.383 δραχμών, 12) την 135/1998 δήλωση φόρου κληρονομίας, την οποία υποβάλανε οι αναιρεσείουσες για την κληρονομιά του Σ.
Κ., 13) τα οικεία διπλότυπα εισπράξεως του Δημόσιου Ταμείου, με τα οποία οι αναιρεσείουσες πλήρωσαν τον αναλογούντα φόρο κληρονομίας, 14) την .../2000 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Πασσά-Χρήστου με το πιστοποιητικό μεταγραφής της, 15) το από Ιανουαρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα οικοπέδου του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ.
Ι., 16) την .../2005 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Πασσά-Χρήστου με το πιστοποιητικό μεταγραφής της, 17) την από 10/04/2003 κοινή δήλωση φόρου κληρονομίας των αναιρεσειουσών της αποβιώσασας Σ. χήρας Σ. Κ., 18) τις δηλώσεις για τα στοιχεία ακινήτων (Ε9) της φορολογίας εισοδήματος των αναιρεσειουσών οικονομικού έτους 1997, 19) τα αποδεικτικά υποβολής δήλωσης Εθνικού Κτηματολογίου, 20) το εκκαθαριστικό σημείωμα της ΔΟΥ για το ενιαίο τέλος ακινήτων (ΕΤΑΚ) της πρώτης αναιρεσείουσας και το 13549/2009 διπλότυπο είσπραξης του Δημόσιου Ταμείου, 21) τα 121974/2009, 119831/2009, 118050/2009, 116559/2009 και 114889/2009 διπλότυπα είσπραξης του Δημόσιου Ταμείου, 22) την από 26/3/2009 επιστολή της εταιρείας "Ε.
Ρ. και Σία Ο.Ε." και την 1298/1999 απόδειξη αγοράς οικοδομικών υλικών της εταιρείας "Μ. και Σ. Κ. Ο.Ε.". Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από το σύνολο των νόμιμα επαναπροσκομιζομένων και επικαλουμένων από τους διαδίκους εγγράφων, καθώς και όσων εγγράφων προσκομίζονται με επίκληση για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό, που λαμβάνονται υπόψη παραδεκτά ως νέα αποδεικτικά μέσα, καθόσον κρίνεται, ότι δεν συντρέχει για την μη προσαγωγή τους στον πρώτο βαθμό πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, αρκετά από τα οποία ρητά μνημόνευσε, χωρίς να είναι απαραίτητο να τα μνημονεύσει όλα χωριστά.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.
β του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270. Έτσι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. α' και β' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους και γενικά έγγραφα που δεν φέρουν την υπογραφή του εκδότη τους, καθώς και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβεια τους από αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 339 του ΚΠολΔ, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, η χρήση των οποίων, όπως προκύπτει από το άρθρο 395 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται, όταν δεν αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 393 και 394 του ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες.
Τα τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από το δικαστή από οπουδήποτε, επομένως και από έγγραφα ανεπίσημα ή ανυπόγραφα ή ανεπικύρωτα.
Συνεπώς, όταν είναι επιτρεπτή η απόδειξη με μάρτυρες και συναφώς και με δικαστικά τεκμήρια, είναι επιτρεπτή η υπό του δικαστηρίου της ουσίας λήψη υπόψη οποιουδήποτε εγγράφου, έστω και ακύρου. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα από το νόμο και δη τη χειρόγραφη σημείωση στο περιθώριο της οικίας καρτέλας εγγραφών, καίτοι δεν υπήρχε υπογραφή, ούτε χρονολογία ούτε το ονοματεπώνυμο του συντάκτη ή του ενεργήσαντος τις σχετικές καταχωρήσεις υπαλλήλου.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, την ως άνω έγγραφο σημείωση έλαβε υπόψη το Εφετείο για γεγονότα για τα οποία επιτρεπόταν, όπως και έγινε, η απόδειξη και με μάρτυρες. Επομένως, ήταν κατά νόμο επιτρεπτή η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου, ούτε απαιτούνταν για την παραδεκτή λήψη υπόψη αυτού να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αυτό λαμβάνεται συμπληρωματικά υπόψη.
Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως.
Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Δεν υπάρχει επίσης παράβαση της πιο πάνω διάταξης και, όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο επικαλείται έγγραφο ως επιχείρημα ενισχυτικό για την ενίσχυση πορίσματος, το οποίο προέκυψε από την εκτίμηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων με το να δεχτεί, ότι "το συμπέρασμά του ότι ο Σ.
Κ. είχε αναλάβει να καταβάλει για λογαριασμό του Δ. Κ. το φόρο ακαλύπτων χώρων, πλην αυτός δήλωνε τον εαυτό του για μια περίοδο ως αποκλειστικό κάτοχο, αργότερα δε για μια συντομότερη περίοδο ως από κοινού εξ ημισείας συνδικαιούχο με τον Δ., προσδοκώντας να αποκτήσει αυτό στο μέλλον, εν όλω ή εν μέρει, με την θέληση ή μη του πραγματικού κυρίου του, ενισχύεται και από τις ομολογίες στον πρώτο βαθμό των πέμπτης και έκτης των εναγομένων (μη διάδικοι στο Εφετείο και στην παρούσα δίκη), ότι το επίδικο ανήκε στον Δ.
Κ. και περιήλθε μετά το θάνατό του στις 28-2-1988 στην ήδη αναιρεσίβλητη χήρα του Κ. Κ. κατά το 1/ 2 και κατά το υπόλοιπο στην αδελφή του Π. Κ., που απεβίωσε μετά από αυτόν στις 16-6-1992 και διάδοχοί της είναι η πέμπτη εναγομένη καθώς και οι ήδη αναιρεσείουσες", αφού αυτές (αναιρεσείουσες) δεν είχαν προβεί σε καμιά ομολογία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την ως άνω παραδοχή του Εφετείου σαφώς προκύπτει, ότι στις αναφερόμενες ομολογίες των πέμπτης και έκτης των εναγομένων στον πρώτο βαθμό δεν προσέδωσε δύναμη πλήρους αποδείξεως, αλλά αναφέρθηκε σ' αυτές ως επιχείρημα ενισχυτικό για την ενίσχυση του προαναφερθέντος πορίσματος, το οποίο προέκυψε από την εκτίμηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, δεν αποτελούν όμως έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως οι προτάσεις των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο, κατά το τέταρτο μέρος του, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 10 που αναγράφεται στο αναιρετήριο) προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και ειδικότερα α) τις από 20-5-2008 προτάσεις των πέμπτης και έκτης των εναγομένων ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου και β) την από 5-2-2004 αγωγή των ως άνω σε άλλη δίκη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται αφενός μεν σε διαδικαστικό έγγραφο της ίδιας δίκης, αφετέρου δε σε σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου (αγωγής σε άλλη δίκη) προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος για την απόρριψη, ως αβασίμου κατ' ουσία της προβληθείσας ενστάσεως περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου, ενώ, εξ άλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, αλλά ότι συνεκτίμησε αυτό, μαζί με τα λοιπά μνημονεύομενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2011 αίτηση των Κ. συζ. Β. Χ. κ.λ.π. για αναίρεση της 405/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ