Legislator Case Law & Legislation
1531/2011 AI generated

1531/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1531/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από της Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1531/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α αγωγής και μερική παραδοχή της με στοιχ. Β ανταγωγής, η 34/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και σε δεύτερο βάθρο, ύστερα από τις ΑΙ(203/29-3-2007) και ΒΙ(220/3-4-2007) κατά την αυτή αντιστοιχία εφέσεις των διαδίκων, η 782/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνινται οι ηττηθέντες με στοιχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1531 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1531/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από της Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, της 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. της Ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Ι. Κ. Α.Β.Ε.Ε. - Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία", η οποία εδρεύει στη Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κοραντζόπουλου και 2. Ε. Κ. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κοραντζόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Σ. του Δ. και 2. Ι. Φ. του Δ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Πουλακίδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Οκτωβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 782/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης της, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, της σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 14 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου κατά το πρώτο σκέλος αυτού και την απόρριψη των λοιπών της 217/30-12-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 782/25-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 217/30-12-2008 αίτηση αναιρέσεως προβάλλεται η 782/25-9-2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, Α. με την 4110/1595/27-10-2004 αγωγή των δι' αυτής εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις τους αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων και Β.

με την διά των προτάσεων ασκηθείσα ανταγωγή των τελευταίων απαίτηση χρηματικής ικανοποιήσεώς τους κατά των αντεναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, με θεμελίωση αμφοτέρων στην ιστορούμενη στα εν λόγω δικόγραφα άδικη και υπαίτια πράξη. Επί των εν λόγω κα με στοιχ. Ακαι Β αντίστοιχα χαρακτηριζομένων αγωγής και ανταγωγής εκδόθηκε με απόρριψη της με στοιχ.

Α αγωγής και μερική παραδοχή της με στοιχ. Β ανταγωγής, η 34/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και σε δεύτερο βάθρο, ύστερα από τις ΑΙ(203/29-3-2007) και ΒΙ(220/3-4-2007) κατά την αυτή αντιστοιχία εφέσεις των διαδίκων, η 782/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνινται οι ηττηθέντες με στοιχ.

ΑΙ εκκαλούντες ( με στοιχ. Α ενάγοντες και με στοιχ. Β αντεναγόμενοι) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα : Ι. Με στοιχ. Α κεφαλαίο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.Εξάλλου, κατά τα άρθρα 86 παρ. 1 και 38παρ. 1 των προϊσχυσάντων Υπαλληλικών Κωδίκων (ν. 611/1977 και 2683/1999 αντίστοιχα) και αντίστοιχου περιεχομένου διάταξη του επακολουθήσαντος νέου Υπαλληλικού Κώδικα (άρθρο 38 παρ.1 του ν. 3528/2007) ο δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε ζημία την οποία προξένησε στο ίδιο από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς επίσης και για τις αποζημιώσεις, στις οποίες υποβλήθηκε έναντι τρίτων, ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτού, οι οποίες έγιναν από δόλο ή βαρεία αμέλεια και δεν ευθύνεται ο υπάλληλος έναντι τρίτων για τέτοιου είδους πράξεις ή παραλείψεις αυτού.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως ζημία θεωρείται η κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 932 ΑΚ περιουσιακή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αξιώσεις του τις οποίες ο ζημιωθείς δύναται να απαιτήσει μόνο από το Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου ο ζημιώσας ήταν υπάλληλος κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, κατ' αποκλεισμό της έναντι αυτού ευθύνης του τελευταίου.

Η νομοθετική αυτή ρύθμιση διαφοροποιείται από τη νομοθετική μεταβολή που επήλθε με τον κυρωτικό της από 4-11-1999 Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης για θέματα Αστικού Δικαίου περί διαφθοράς νόμο (άρθρο 1 του ν. 2957/2001), το αντικείμενο της οποίας περιορίζεται, ως εκ του επιδιωκομένου δι' αυτής σκοπού, στην "διαφθορά", όπως η έννοια αυτής διατυπώνεται στο άρθρο 2 της Συμβάσεως.

Ειδικότερα, κατά τους ορισμούς του εν λόγω άρθρου "Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ως "διαφθορά" νοείται η απαίτηση, προσφορά, παραδοχή ή αποδοχή, αμέσως ή εμμέσως, δώρου ή οποιουδήποτε άλλου μη προσήκοντος ωφελήματος ή υπόσχεση ενός τέτοιου ωφελήματος, που επηρεάζει την ορθή εκτέλεση καθήκοντος ή την απαιτούμενη συμπεριφορά του λήπτη του δώρου ή του μη προσήκοντος ωφελήματος ή της υπόσχεσης ενός τέτοιου ωφελήματος.

Περαιτέρω ορίζεται ότι η αποζημίωση μπορεί να καλύπτει θετική ζημία, διαφυγόν κέρδος και μη περιουσιακή ζημία (άρθρο 3 παρ. 2) με τασσόμενες προς τούτο προϋποθέσεις (α) ο εναγόμενος να έχει διαπράξει ή έχει επιτρέψει τη διαφθορά ή έχει παραλείψει να λάβει εύλογα μέτρα για να αποτρέψει την πράξη διαφθοράς, όπως δε προαναφέρθηκε, ως "διαφθορά" νοείται και η απαίτηση μη προσήκοντος ωφελήματος, που επηρεάζει την ορθή εκτέλεση του καθήκοντος ή την απαιτούμενη συμπεριφορά του λήπτη του ωφελήματος ή της υποσχέσεως, (β) ο ενάγων να έχει υποστεί ζημία και (γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως διαφθοράς και της ζημίας, Τέλος, εφόσον οι εν λόγω αξιώσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Συμβάσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 εδ. 2 του κυρωτικού αυτής νόμου, "Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο".

Κατά το ακροτελεύτιο έκτο άρθρο του εν λόγω κυρωτικού νόμου η ισχύς του αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Συμβάσεως που κυρώνεται (ΦΕΚ 260/τ.α'/12-11-2001) από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 15 παρ. 3 αυτής, κατά τους ορισμούς του οποίου η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα από την ημερομηνία εκφράσεως συναινέσεως για δέσμευση από τη σύμβαση κατά τις διατάξεις της παρ. 1.

Κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της με στοιχ. Α αγωγής, δι' αυτής οι αναιρεσείοντες διετείνοντο, ιδία, ότι, "οι εναγόμενοι, ως υπάλληλοι του Τελωνείου Πατρών, με τις αναφερόμενες σε αυτή (αγωγή) παράνομες πράξεις και παραλείψεις τους, που έλαβαν χώρακατά τα έτη 1998 και 1999 κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτούς υπηρεσιακών τους καθηκόντων, προκάλεσαν στην πρώτη ενάγουσα εταιρεία σοβαρή οικονομική ζημιά και ηθική βλάβη σε αμφότερους" την αποκατάσταση των οποίων και εδίωκαν με τις φερόμενες δι' αυτής προς διάγνωση αντίστοιχες αξιώσεις τους.

Σε συνέπεια με την εκτίμηση αυτή του δικογράφου αξιολόγησε και απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, για έλλειψη παθητικής στο πρόσωπο των εναγομένων νομιμοποιήσεως, με τη νομική παραδοχή ότι έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999), αποκλείοντας παράλληλα ότι οι εν λόγω αξιώσεις των αναιρεσειόντων υπάγονται στις διατάξεις του ν. 2957/1991.

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου κατά σειρά λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι με την εκτίμηση αυτή του δικογράφου της αγωγής το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη τον παράλληλα διατυπωθέντα δι' αυτής αγωγικό ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων ότι οι αποδιδόμενες στους αναιρεσίβλητους παράνομες ενέργειες τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως τελωνειακών υπαλλήλων απέβλεπαν στη σύναψη αθέμιτης μετ' αυτών συναλλαγής για τη μείωση του καταλογισθέντος εις αυτούς ποσού.

Πρόκειται για αγωγικό ισχυρισμό ο οποίος δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον οι αποδιδόμενες στους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους αποδιδόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά τα έτη 1998 και 1999, πριν από την έναρξη ισχύος του κυρωτικού της από 4-11-1999 Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης για θέματα Αστικού Δικαίου περί διαφθοράς νόμου 2957/2001 και υπό την ισχύ των ν. 611/1997 και 2683/1999, κατά τα άρθρα 86 παρ.1 και 38 παρ.1 των οποίων δεν ευθύνεται ο δημόσιος υπάλληλος έναντι τρίτων ένεκα παρανόμων αυτού πράξεων ή παραλείψεων.

Επομένως ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η με στοιχ. Α αγωγή των αναιρεσείοντων ως απαράδεκτη για έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεις της παθητικής νομιμοποιήσεως στο πρόσωπο των δι' αυτής εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 68, 73), αν και με διάφορη εσφαλμένη, αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, εφόσον με την διαφοροποίηση αυτή δεν δημιουργείται βλαπτικό για τους αναιρεσείοντες δεδικασμένο (ΚΠολΔ 578).

Επομένως η αναιρετική αυτή αιτίαση ελέγχεται ως αβάσιμη. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως μη προσήκουσα, ή παράλληλα διατυπούμενη, για την αυτή πλημμέλεια, με το δεύτερο σκέλος του υπό την αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει για την ίδρυσή της ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα από παράβαση δικονομικής διατάξεως σε αντιδιαστολή από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως εκείνες του ν. 2937/2001.

ΙΙ. Με στοιχ. Β κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσδιόρισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια την εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ ΑΠ 2/2008).

Μη λήψη πάντως δεν σημαίνει μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ισχύει δε από 1-1-2002 κατά το άρθρο 15 του ν. 2943/2001, εφαρμόζεται δε σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που συντάχθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, λαμβάνονται υπόψη μόνο, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικώς οι προϋποθέσεις της δόσης αυτών πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Αν λείπει έστω και μία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη.

Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας, που ερευνά αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αυτές, για να λάβει υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη. πρέπει να αναφέρει ότι λήφθηκαν μετά από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Αν υπάρχει εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, η οποία όμως είναι άκυρη για οποιοδήποτε λόγο, η ακυρότητα αυτή δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο ύστερα από πρόταση του αντιδίκου, ο οποίος ωστόσο πρέπει παράλληλα να επικαλεστεί, σύμφωνα με το άρθρο 159 αριθ. 3 του ΚΠολΔ. ότι υπέστη βλάβη, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί αλλιώς παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Η ένορκη βεβαίωση, η οποία δόθηκε εγκύρως με τήρηση των εν λόγω προϋποθέσεων, πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην απόφαση, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δημιουργούμενου διαφορετικά του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, για το ορισμένο της προβολής του οποίου πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος και προσκομίσθηκε με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επιδόσεως, από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλητεύσεώς του Αντίθετα, οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.

γ- του ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείτα, ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν ισχύει ο αριθμητικός περιορισμός του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ , που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη αλλά.

λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής εξ αφορμής άλλης, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση αλλά αρκεί να βιώνεται σ' αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης.

Με τον απομένοντα προς έρευνα πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11γ ΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν έλαβε υπόψη Α) Την υπ' αριθμό 725/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών με την οποία ακυρώθηκε η πρώτη εκ των καταλογιστικών πράξεων καθώς και την υπ' αριθμό 42/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του Τελωνείου Πατρών κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης.

Επίσης την υπ' αριθμό 340/2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών με την οποία ακυρώθηκε η δις καταλογιστική πράξη.

Β) Τις πρωτοκολλημένες αιτήσεις των αναιρεσειόντων ... , με τις οποίες ζητήθηκε η πιστή εφαρμογή της κείμενης Νομοθεσίας δια νόμιμες ακριβείς καταμετρήσεις των παραλαμβανομένων από τους αναιρεσείοντες ποσοτήτων οινοπνεύματος.

Γ) Τη με αριθμό ... ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Χ. Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε. Ζ. , στην οποία αναφέρει ότι η ογκομέτρηση είναι ο μοναδικός νόμιμος τρόπος καταγραφής των παραλαμβανομένων ποσοτήτων οινοπνεύματος.

Δ) Την υπ' αριθμό πρωτ. ... οδηγία του δεύτερου εναγόμενου τότε διευθυντή του Τελωνείου Πατρών Ι. Φ. με την οποία γνωστοποιείται σε όλους τους εγκεκριμένους φορολογικούς αποθηκευτές ότι στο εξής δε θα επιτραπεί η αποθήκευση των προϊόντων του άρθρου 1 του Ν. 2127/1993 σε μη ογκομετρημένες δεξαμενές. Ε) Την υπ' αριθμό πρωτ. Ρ ... έγγραφη απάντηση του δεύτερου εναγόμενου επί της από 16 Μαρτίου 2001 επιστολής με την οποία τους γνώρισε ότι η παράδοση και παραλαβή της αιθυλικής αλκοόλης θα γίνεται μόνο σε ογκομετρημένες δεξαμενές.

ΣΤ) Την από 11 Μαΐου 1995 αίτηση τους προς το Τελωνείο Πατρών με την οποία ζητήθηκε ορισμός αρμόδιου τελωνειακού υπαλλήλου για την ογκομέτρηση των δεξαμενών της φορολογικής αποθήκης τους.

Ζ) ΣΔΕ ετών 1995 - 96 - 97. εκ των οποίων εκείνα των ζυγίσεων 24/2/1995 - 22/3/1996 είναι όλα μηδενικά ως προς τη φύρα και 2 με πλεόνασμα.

Η)Την υπ' αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Σ. , ο οποίος υπηρέτησε στο Τελωνείο Πατρών και για κάποιο χρονικό διάστημα ήταν προϊστάμενος του, στην οποία αναφέρει ότι ο δεύτερος εκπρόσωπος της πρώτης, τον επισκέφθηκε στο γραφείο του επειδή είχε σοβαρό πρόβλημα με τις εισερχόμενες ποσότητες οινοπνεύματος επειδή δεν του αναγνωριζόταν η φύρα μεταφοράς.

Θ) Σειρά πρωτοκόλλων καταμέτρησης καθαρού οινοπνεύματος, τα οποία συνετάχθησαν μετά την ογκομέτρηση των δεξαμενών τους και καταγράφουν ανεξαιρέτως φύρες μεταφοράς.

Ι) Πρωτόκολλα καταμέτρησης καθαρού οινοπνεύματος προελεύσεως Ιταλίας το οποίο αποθηκευόταν σε όγκομετρημένες δεξαμενές της επιχείρησης Β.Γ Σ. Α.Β.Ε,.Ε, κατά την ίδια χρονική περίοδο, που στην πρώτη εξ αυτών εφάρμοζαν τη μέθοδο της ζύγισης.

ΙΑ) την 5428/16-4-2008 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ. Ι. ενώπιον της συμ/φου Πατρών Χ. Π. Οι αναιρεσείοντες όμως δεν ανταποκρίνονται στο δικονομικό τους βάρος προσκομίσεως των με στοιχ. Α-Ι εγγράφων, τα οποία επικαλέσθηκαν προς απόκρουση της κατ' αυτών απευθυνόμενη ανταγωγής των αναιρεσιβλήτων, αναγκαία για την διακρίβωση του επικαλούμενου περιεχομένου αυτών, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος., Τέλος, αναφορικά με τη με στοιχ. ΙΑ ένορκη βεβαίωση, η μόνη η οποία φέρεται ότι συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως, ότι δόθηκε μετά από προηγούμενη κλήτευση των ήδη αναιρεσιβλήτων, με επίκληση και προσκόμιση των συνταχθεισών προς τούτο εκθέσεων επιδόσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογείται κατά τούτο ως αόριστος και άρα απαράδεκτος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ. (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 217/30-12-2008 αίτηση για αναίρεση της 782/25-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ