Legislator Case Law & Legislation
1531/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding testament capacity, upholding free evaluation of medical evidence.

Case Number 1531/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision on a will's validity. The appellant argued the lower court improperly failed to give binding evidentiary force to a 1994 medical certificate proving mental incapacity. The court ruled that while public documents have strong evidentiary weight, the Court of Appeal correctly exercised its free evaluation power to weigh the medical report against other evidence regarding the testator's mental state at the time of signing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 438 and 440 of the Code of Civil Procedure; The court may freely evaluate medical certificates concerning testamentary capacity, even if they carry strong evidentiary weight, without being bound to grant them absolute proof status.

Keywords

AI generated
testamentary capacity medical evidence evaluation free evaluation of evidence mental illness Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1718 of the Civil Code
Article 1719 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 438 of the Code of Civil Procedure
Article 440 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1531 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1531/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γερακιό.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραπαναγιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3530/1998 μη οριστική, 6824/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6502/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-8-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 22-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά μεν το άρθρο 1718 ΑΚ διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Κατά δε το άρθρο 1719 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από τη με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 τροποποίησή του και εφαρμόζεται ως προς τις διαθήκες που έγιναν υπό το κράτος της ισχύος του, δηλαδή πριν από την 30-12-1996, "ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας." Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων υπάρχει, όταν ο διαθέτης από θόλωση της διάνοιας από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο, σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεως που επιχειρεί, δηλαδή της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνειδήσεως, αφού αρκεί η σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνειδήσεως, στέρηση δε της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας υπάρχει όταν ένεκα της τελευταίας (πνευματικής ασθένειας) ο διαθέτης ευρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας λογικής σταθμίσεως και ελευθέρου προσδιορισμού της βουλήσεως, δηλαδή να διαθέσει την περιουσία του μετά το θάνατό του με λογικούς υπολογισμούς (ΑΠ 984/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 8-4-1997 ένδικη αναγνωριστική της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχτηκε τα ακόλουθα: Στις 7-5-1996 απεβίωσε στην ... ο Ψ σε ηλικία 72 ετών, κάτοικος εν ζωή .... Ο αποβιώσας άφησε κατά τον χρόνο του θανάτου του πλησιέστερο συγγενή του τον ενάγοντα (ετεροθαλή) αδελφό του και την από 1-5-1994 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως από το Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία από αυτό, με τα 4150 πρακτικά και απόφαση της 1-11-1996, αντίστοιχα.

Με τη διαθήκη του αυτή εγκατέστησε τον εναγόμενο Ψ που ήταν βαφτιστικός του στην κινητή και ακίνητη περιουσία του. Υπέρ της γνησιότητας της άνω διαθήκης, που δεν αποτελεί όμως αντικείμενο της παρούσας δίκης, γνωμοδότησε και ο ειδικός Δικαστικός Γραφολόγος ..., διορισθείς ως πραγματογνώμονας, με την από 6-2-1998 διάτααξη του 1ου Ανακριτού του Ναυτοδικείου Πειραιώς, ενώ με το 36/1998 βούλευμα το Δικαστικό Συμβούλιο του Ναυτοδικείου Πειραιώς αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του νυν εναγομένου Ψ για πλαστογραφία μετά χρήσεως της άνω διαθήκης, η κατά του βουλεύματος δε αυτού ασκηθείσα έφεση του νυν ενάγοντος (ως πολιτικώς ενάγοντος τότε) απορρίφθηκε με το 9/2001 βούλευμα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

Τέλος και η κατά του τελευταίου αυτού αναίρεση από τον τώρα ενάγοντα απορρίφθηκε με την 141/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ε' Ποινικό Τμήμα σε συμβούλιο). Ο άνω αποβιώσας συνταξιούχος ιατρός μαιευτήρας από το έτος 1992 έπασχε από στεφανιαία καρδιοπάθεια και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Για το λόγο αυτό νοσηλεύθηκε στο Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών "...

ΑΕ" από 24-1-1992 μέχρι 3-3-1992, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 3-6-1992 ενημερωτικό σημείωμα του άνω Κέντρου. Στις 26-5-1992 υποβλήθηκε στο "ΥΓΕΙΑ" σε ακτινολογικό έλεγχο, με ακτινογραφία θώρακος ΡΡ και βρέθηκε "με μεγάλου βαθμού αύξηση του καρδιοθωρακικού δείκτου με εικόνα αορτικού σχηματισμού, ράμματα εκ προηγηθείσης μέσης θωρακοτομής και συμφυτικές επεξεργασίες πλευροδιαφραγματικών γωνιών.

Αορτοσκλήρυνση". Οι παθήσεις αυτές δεν εξικνούνται μέχρι σημείου ώστε ο άνω Ψ κατά το χρόνο της συντάξεως της διαθήκης, την 1-5-1994, να μην είχε συνείδηση των πράξεών του ή να στερείται της χρήσεως του λογικού, δηλαδή να μην έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεώς του ή να μη δύναται να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και δη να μην έχει ικανότητα κανονικής επιλογής των ελατηρίων για τη διαμόρφωση της βουλήσεώς του.

Ο ενάγων προσκομίζει την από 7-12-1994 ιατρική βεβαίωση του Ιατρού της ΔΕΗ Γ, από τη νήσο Κω, όπου αναφέρεται ότι ο Ψ "πάσχει από γενικευμένη αγγειοπάθεια, με επιπτώσεις κύρια στα αγγεία του εγκεφάλου και της καρδιάς με εμφανή τα συμπτώματα ανεπαρκείας (αρτηριο-σκληρυντική εγκεφαλοπάθεια-υπέρταση, στεφανιαία νόσο), για τις οποίες τελεί υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή από διετίας και πλέον".

Οι παθήσεις όμως αυτές δεν αποδεικνύεται ότι επηρέασαν τις νοητικές λειτουργίες του διαθέτη κατά το χρόνο συντάξεως της επίμαχης διαθήκης και, επομένως, την ικανότητά του με την προδιαληφθείσα έννοια να συντάξει διαθήκη. Επίσης ο ενάγων προσκομίζει την με αριθμό πρωτ. ... βεβαίωση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "..." (Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική), η οποία του χορηγήθηκε μετά το θάνατο στις 7-05-1996 του ανωτέρω διαθέτη, όπου αναφέρεται ότι ο τελευταίος "ενοσηλεύθη στην Β' Παθολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών από 17-3-1996 έως 5-4-1996 για λοίμωξη του αναπνευστικού" και "το ιστορικό ελήφθη από τους συγγενείς - συνοδούς του ασθενούς, γιατί ο ίδιος αδυνατούσε να επικοινωνήσει λόγω άνοιας από αρτηριοσκληρυντική εγκεφαλοπάθεια.

Αναφέρονται: παλαιό έμφραγμα μυοκαρδίου, Βy pass τριών αγγείων και σκλήρυνση κατά πλάκας. Διαπιστώθηκε επιπροσθέτως καρδιακή ανεπάρκεια και εξωπυραμιδική συνδρομή". Όμως η άνω βεβαίωση αφορά νοσηλεία στο ... δύο (2) έτη μετά την κατά την 01-05-1994 σύνταξη της διαθήκης, ενώ το πρώτον στην βεβαίωση αυτή γίνεται λόγος για άνοια από αρτηριοσκληρυντική εγκεφαλοπάθεια και λοιπές αναφερόμενες παθήσεις, χωρίς βέβαια να μνημονεύονται στην βεβαίωση, εάν αυτές γνωστοποιήθηκαν στον βεβαιούντα ιατρό ...

από τους συγγενείς - συνοδούς του διαθέτη ή διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο με ιατρικές εξετάσεις. Έτσι, διάγνωση και ιατρικές βεβαιώσεις, που να αφορούν πάθηση του διαθέτη, συνεπεία της οποίας αυτός δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού του, κατά το χρόνο συντάξεως της άνω διαθήκης ή περίπου κατ' αυτόν, δεν έχουμε.

Εξάλλου, οι μάρτυρες του ενάγοντος όλως γενικώς και αορίστως καταθέτουν για την ψυχική υγεία και κατάσταση του διαθέτη και όχι πάντως κατά το χρόνο της συντάξεως της διαθήκης, ενώ αναφέρονται πολύ στη σωματική του υγεία και την εξ αυτής ανικανότητά του, χωρίς συγχρόνως να καταθέτουν ότι κακή σωματική υγεία του διαθέτη επηρέαζε τις νοητικές του λειτουργείς.

Επίσης, οι μάρτυρες αυτοί, φάσκουν και αντιφάσκουν, όταν καταθέτουν το μεν ότι ο διαθέτης έπασχε διανοητικώς, το δε ότι συζητούσαν μαζί του κανονικώς. Έτσι, ο μάρτυρας ... καταθέτει ενδεικτικά ότι ο γιατρός δεν μπορούσε να διαχειριστεί την περιουσία του και τα οικονομικά του, δεν μπορούσε να διακρίνει εάν ένα νόμισμα ήταν 1.000 δρχ.

ή 10.000 δρχ., δεν μπορούσε να το κατανοήσει, αλλά μετά καταθέτει ότι: "με τον θανόντα γιατρό κουβεντιάζαμε ορισμένα πράγματα, εάν είχε φτιάξει κάποια διαθήκη ελπίζω ότι θα μου το έλεγε" και "όταν τον είχα υπό την επιμέλειά μου τον ρώτησα τι θα γίνει με την περιουσία του μετά τον θάνατό του και μου απάντησε ότι εγώ έχω έναν αδελφό και σ' αυτόν θα αφήσω την περιουσία μου", μετά πάλι καταθέτει ότι: "με τον γιατρό κουβεντιάζαμε, όχι όμως σαν με έναν υγιή άνθρωπο ...

κάτι παλιά θυμόταν" και σε άλλο σημείο της καταθέσεώς του καταθέτει "σε όσες συζητήσεις κάναμε δεν μου ανέφερε ποτέ για τον βαφτισιμιό του. Μονάχα μία φορά όταν ήταν στην Κω και ήταν παρών και ο αδελφός του ενάγοντος και όταν (ο τελευταίος αυτός) μου είπε ότι θα αφήσει την περιουσία του ο γιατρός στον βαφτισιμιό του, τότε ο γιατρός εκφράστηκε με απρέπεια για τον βαφτισιμιό του παρουσία του αδελφού του και με χειρονομία και με τα δύο του χέρια, μούντζωσε τον βαφτισιμιό του, γεγονός που μου προξένησε εντύπωση (στον μάρτυρα δηλαδή) και πιστεύω ότι (ο γιατρός) συμπεριφέρθηκε έτσι επειδή ήταν μπροστά ο αδελφός του, για να τον ικανοποιήσει, γιατί εάν είχε κάτι εναντίον του βαφτισιμιού του θα μου το είχε πει".

Ωσαύτως ο μάρτυς ... σε ένα σημείο ενδεικτικά καταθέτει ότι "δεν μπορούσε ο γιατρός να διαβάσει εφημερίδες και άλλα έγγραφα, δεν είχε συνείδηση των πράξεών του...δεν μπορούσε να τηρήσει τους βασικούς κανόνες υγιεινής, ήταν χάλια" και αλλού "με τον γιατρό όσες φορές βρισκόμασταν συζητούσαμε, αλλά ουδέποτε μου είχε μιλήσει για κάποια διαθήκη ...

ουδέποτε ο αποθανών γιατρός μου είπε ότι ο εναγόμενος είναι βαφτισιμιός του" και αλλού πάλι "ο γιατρός δεν ήξερε να βγεί έξω, χανόταν." Μετά πάντα ταύτα και λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν γίνεται επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος, ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι ο διαθέτης Ψ νοσηλευόταν ποτέ ή νοσηλεύθηκε πλησίον του κρίσιμου χρόνου της συντάξεως της διαθήκης σε νευρολογική ή ψυχιατρική κλινική, ούτε υποβλήθηκε ποτέ αίτηση εκ μέρους του ενάγοντος ή άλλων συγγενών του, για να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ο ενάγων δεν απέδειξε την ανικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης κατά την 1-5-1994 ή περίπου κατ' αυτή την ημερομηνία και επομένως η ικανότητα αυτού υφίσταται κατά τεκμήριο.

Γι' αυτό και η διαθήκη είναι έγκυρη, αφού ο συντάξας είχε τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της πράξεώς του αυτής και δεν αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ήταν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η περί αναγνώρισης της ακυρότητας της άνω ιδιόγραφης διαθήκης αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που βάση είχε την ανικανότητα του ως άνω διαθέτη προς σύνταξη της διαθήκης αυτής λόγω ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων και της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, κατόπιν δε τούτου απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια.

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί ικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης κατά το χρόνο καταρτίσεώς της, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 131, 1718 και 1719 ΑΚ, όπως το τελευταίο ίσχυε προ της με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996 τροποποιήσεώς του.

Ειδικότερα, σαφής είναι η παραδοχή του Εφετείου "διό και η διαθήκη είναι έγκυρος, αφού ο συντάξας είχε τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της πράξεώς του αυτής και δεν απεκλείετο ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς". Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων, που επικαλέστηκε o αναιρεσείων για την απόδειξη του αγωγικού του ισχυρισμού περί ανικανότητας του διαθέτη να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη εξαιτίας της κατά το χρόνο της συντάξεώς της συνδρομής στο πρόσωπό του των αναφερόμενων στο άρθρο 1719 αριθ. 4 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του, λόγων, ήτοι α) το αντίγραφο της με αριθμό πρωτ. 1610/11-7-1996 ιατρικής βεβαιώσεως του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου ... <<...>>, στο οποίο βεβαιώνεται ότι <<κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέως Πρωτοδικών σας γνωστοποιούμε ότι ο ασθενής Ψ, νοσηλεύθηκε στη Β' Παθολογική Κλινική Πανεπιστημίου ..., από 17-3 έως 5-4-1996 για λοίμωξη του κατωτέρω αναπνευστικού.

Το ιστορικό ελήφθη από τους συγγενείς-συνοδούς του ασθενούς, γιατί ο ίδιος αδυνατούσε να επικοινωνήσει λόγω άνοιας από αρτηριοσκληρντικήν εγκεφαλοπάθειαν. Αναφέρονται: παλαιό έμφραγμα μυοκαρδίου, BYPASS τριών αγγείων και σκλήρυνσιν κατά πλάκας. Διαπιστώθηκε επιπροσθέτως καρδιακή ανεπάρκεια και εξωπυραμιδική συνδρομή>>, και β) το αντίγραφο της από 7-12-1994 ιατρική βεβαιώσεως του ιατρού της <<ΔΕΗ-Διεύθυνση Προσωπικού-Κλάδου Υγειονομικού>>, στην οποία βεβαιώνεται από τον ιατρό Γ, ότι <<ο συνταξιούχος της Δ.Ε.Η.

Ψ πάσχει από γενικευμένη αγγειοπάθεια, με επιπτώσεις κύρια στα αγγεία του εγκεφάλου και της καρδίας με εμφανή τα συμπτώματα ανεπαρκείας, αρτηριοσκληρυντικήν εγκεφαλοπάθεια, υπέρταση, στεφανιαία νόσον, για τα οποία τελεί υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή από διετίας και πλέον>>. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι οι παραδοχές του Εφετείου, περί του ότι η άνω βεβαίωση του Νοσοκομείου ... "αφορά νοσηλεία δύο (2) έτη μετά τη κατά την 1-5-1994 σύνταξη της διαθήκης, χωρίς να μνημονεύονται σ' αυτή, εάν οι αναφερόμενες παθήσεις γνωστοποιήθηκαν στον βεβαιούντα ιατρό ...

από τους συγγενείς-συνοδούς του διαθέτη ή διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο με ιατρικές εξετάσεις και ότι οι αναφερόμενες στην από 1-12-1994 ιατρική βεβαίωση παθήσεις δεν επηρέασαν τις νοητικές λειτουργίες του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης", δεν οφείλονται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελούν εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις και αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.

Ως προς τις περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 του ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης (ΑΠ 353/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό της κρίσης του, ότι κατά τη σύνταξη της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, ο αναφερόμενος σε αυτήν διαθέτης δεν είχε έλλειψη συνείδησης των πράξεών του και δεν είχε, λόγω πνευματικής ασθένειας, στερηθεί τη χρήση του λογικού και συνεπώς δεν ήταν ανίκανος προς σύνταξη διαθήκης, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων με το να μη προσδώσει πλήρη αποδεικτική δύναμη στην από 7-12-1994 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Γ.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, χωρίς να αποδώσει διαφορετικό περιεχόμενο σε όσα αναφέρονται στην ιατρική αυτή βεβαίωση ως προς τις παθήσεις του διαθέτη και σε όσα διαπιστώθηκαν από τον συντάξαντα αυτήν ιατρό, εκτιμώντας το έγγραφο αυτό ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, σχετικά με τις επιπτώσεις που οι αναφερόμενες παθήσεις είχαν στην πνευματική και ψυχική κατάσταση του διαθέτη.

Με το να μη προσδώσει, συνεπώς, ως προς το ζήτημα αυτό, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη στο έγγραφο αυτό το Εφετείο, αλλά να το εκτιμήσει ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα τους ορισμούς των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-8-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6502/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ