Legislator Case Law & Legislation
1531/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal by winner due to lack of legal interest regarding inadmissibility ruling.

Case Number 1531/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Second Instance Court's decision, ruling that the appellant lacked legal interest. The appellant, who won the original property dispute, sought to challenge the lower court's rejection of the respondent's claim that her deceased husband lacked capacity to sign a deed. The court held that the lower court's dismissal of this specific argument did not create a harmful res judicata effect preventing the appellant from suing in a future case, thus negating the requirement for legal interest under Article 68 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556 §2, 578, 68, 322, 324, 325, 330, 331 of the Code of Civil Procedure; A winner may appeal only if the losing party's inadmissibility claim creates a harmful res judicata effect in a future suit, which is absent if the lower court's rejection of that claim does not preclude the winner from litigating the same issue later.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal harmful res judicata inadmissibility ruling winner's right to appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 556 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Articles 322, 324, 325, 330 and 331 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1531 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1531/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., εκ πρώτου γάμου μοναδικού τέκνου του Θ1, κατοίκου..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου.

Της αναιρεσίβλητης: ..., εκ δευτέρου γάμου, χας Θ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νοτάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3193/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7136/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-3-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 6-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. H πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 556§2 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 578 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται, κατ' απόκλιση από τους ορισμούς της §1 του άρθρου 556, η άσκηση αναίρεσης και στο διάδικο που νίκησε, εφόσον ο τελευταίος έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίο κρίνεται, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Έννομο συμφέρον υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος που νίκησε, βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός που νίκησε, δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της εν λόγω απόφασης, κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της.

Τέτοια περίπτωση όμως δεν υπάρχει, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, κατά τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 325, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ., για τη δημιουργία επιζήμιου δεδικασμένου σε βάρος του διαδίκου που νίκησε από τη μη ορθή αιτιολογία ή από αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της ένδικης διαφοράς.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή ζητείται να αναγνωριστεί η νομή του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα στο επίδικο ακίνητο και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να του την αποδώσει και, επίσης, να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον αντίδικό της ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια σε βάρος του συμπεριφοράς της, αλλιώς, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της, το ποσό των 2000 ευρώ μηνιαίως, νομιμότοκα από τις 27-10-2004 και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, το οποίο με πιθανότητα προσδοκούσε να εισπράξει ο ενάγων κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση του επίδικου ακινήτου και το οποίο απόλεσε, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ, επίσης, νομιμότοκα, ως χρηματική του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τη σωρευόμενη πρώτη, κύρια βάση της και εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τη σωρευόμενη δεύτερη, κύρια βάση της. Ύστερα από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της εκκαλούμενης απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντα και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη, κύρια βάση της και εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την δεύτερη, κύρια βάση της, μειώνοντας το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από 38.066 ευρώ, συνολικά, στο ποσό των 22.640 ευρώ, συνολικά.

Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ότι η επικαρπία του επίδικου ακινήτου, η οποία αποσβέστηκε με τον επισυμβάντα στις 25-8-2004, θάνατο του επικαρπωτή Θ1, πατέρα του αναιρεσείοντα και συζύγου, από δεύτερο γάμο της αναιρεσίβλητης, περιήλθε στον αναιρεσείοντα, ψιλό κύριο του εν λόγω ακινήτου, με βάση τόσο την ...διορθωτική συμβολαιογραφική πράξη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με την οποία ο θανών επικαρπωτής μαζί με τον αναιρεσείοντα προέβησαν στη διόρθωση του ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Νικ. Παπαδάτου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, - με το οποίο ο πρώτος απ' αυτούς μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής τη ψιλή κυριότητα της επίδικης κάθετης ιδιοκτησίας, παρακράτησε δε την επικαρπία της ίδιας εφ' όρου ζωής του, δυνάμενος να μεταβιβάσει αυτή, στο σύνολό της η κατά ποσοστό της εξ αδιαιρέτου στην αναιρεσίβλητη, είτε εφ' όρου ζωής της, είτε για ορισμένο χρόνο - και όρισαν, ότι η επικαρπία είναι αμεταβίβαστη και αποσβέννυται με το θάνατο του επικαρπωτή όσο και με την ...

δημόσια διαθήκη του θανόντα, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδ. Χαλκίδη, με την οποία εγκατέστησε αυτός γενικό κληρονόμο του σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία του τον αναιρεσείοντα, περιορίζοντας την αναιρεσίβλητη στη νόμιμη μοίρα της σε συγκεκριμένα σ' αυτή - διαθήκη - περιουσιακά στοιχεία, στα οποία δεν περιλαμβάνεται και η επικαρπία του επίδικου ακινήτου.

Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι ο θανών σύζυγός της, κατά το χρόνο σύνταξης της ... διορθωτικής συμβολαιογραφικής πράξης, που προμνημονεύθηκε, εστερείτο της χρήσης του λογικού, αλλιώς δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, και ότι έτσι αυτή είναι επικαρπώτρια του επίδικου ακινήτου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 991 ΑΚ, γιατί η αναιρεσίβλητη δεν ισχυρίστηκε, ότι το δικαίωμα επικαρπίας της στο επίδικο ακίνητο, με βάση την από 27-12-1990 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα, - το περιεχόμενο της οποίας είναι ασυμβίβαστο με εκείνο της μεταγενέστερης δημόσιας διαθήκης του ίδιου, - έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτή και στον αντίδικό της.

Η απόρριψη, όμως, από το Εφετείο της στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ πιο πάνω ένστασης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτης δεν δημιουργεί δεδικασμένο υπέρ αυτής αντιτάξιμο σε άλλη δίκη κατά του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα και γι' αυτό δεν τον νομιμοποιεί τον τελευταίο στην άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Επομένως, η εν λόγω αίτηση αναίρεσης, όλοι οι λόγοι της οποίας αναφέρονται στην απόρριψη της αμέσως πιο πάνω ένστασης της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτης, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο αυτό έρευνά της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.), να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντα προς άσκησή της, που εστιάζεται στην απόρριψη της αμέσως πιο πάνω ένστασης ως απαράδεκτης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 7136/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ