Legislator Case Law & Legislation
1531/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on auction invalidation, ruling that appellate court correctly distinguished between substantive facts and evidentiary evaluation.

Case Number 1531/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to invalidate a property auction. The appellants argued the lower court erred in accepting the defendant's claim of bid obstruction while rejecting their own evidence regarding a third party. The court held that the appellate court correctly distinguished between substantive facts and the evaluation of evidence, noting that the appellants' specific allegations were merely details of a broader claim already considered by the trial court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 200, 281, 288 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Appellate courts must distinguish between substantive facts forming the basis of claims and the evaluation of evidence, rejecting appeals based on alleged errors in assessing the weight of specific evidentiary details.

Keywords

AI generated
appellate review standards substantive facts vs evidence auction invalidation bid obstruction claims civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 200, 281 and 288 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 22/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1531 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1531/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων- καθ'ων η κλήση: Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Μύρτσο.

Της αναιρεσίβλητης- καλούσας: Ψ1, για τον ευατό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης Ψ2. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πανταζή, ο οποίος δήλωσε ότι ο υιός της αναιρεσίβλητης του οποίου ασκούσε την γονική μέριμνα Ψ3 ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν, ως επίσης ότι με την από 16-10-2007 κλήση του στρέφεται και κατά της παρακάτω αναφερόμενης καθής η κλήση ομοδίκου.

Καθής η κλήση: Ω, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουλκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2003 ανακοπή και τους από 30-7-2003 πρόσθετους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσίβλητης-καλούσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4356/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3045/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21-9-2005 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 1552/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την 16-10-2007 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 18-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καθ'ών η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης-καλούσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24-2-2003 ανακοπή της και το από 30-7-2003 δικόγραφο προσθέτων λόγων, η ήδη αναιρεσίβλητη Ψ1 ζητούσε να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός ακινήτου της, που είχε επισπευθεί από την πιστώτριά της (και κληθείσα στην αναιρετική δίκη Ω) και στον οποίο είχαν αναδειχθεί υπερθεματιστές οι ήδη αναιρεσείοντες. Με την 4356/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το αίτημα έγινε δεκτό και ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε -ως διεξαχθείς κατά κατάχρηση δικαιώματος- η δε ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε, ως αβάσιμη, με την 3045/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως παραπονούνται ήδη οι ηττηθέντες διάδικοι με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 Α.Κ. απορρέει, πλην άλλων, η αρχή : ότι απαγορεύεται, κατά τη δικαιοπρακτική ενέργεια προς απόκτηση δικαιώματος, η χρησιμοποίηση μέσων ή τεχνασμάτων που προσκρούουν στην καλή πίστη, η οποία πρέπει να διέπει τις συναλλαγές? από το συνδυασμό δε των διατάξεων αυτών και εκείνων των άρθρων 960 επ.

και 1001 - 1003 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται, ότι κάθε ενέργεια του δανειστού ή του υπερθεματιστού ή οποιουδήποτε άλλου που τελεί σε συνεννόηση με τον υπερθεματιστή, η οποία παρεμποδίζει την πλειοδοσία και κατά συνέπεια την επίτευξη μεγαλύτερου τιμήματος, και συγκεκριμένα κάθε ενέργεια των ανωτέρω που τείνει σε παρακώλυση του ελεύθερου συναγωνισμού με απομάκρυνση πλειοδοτών, προς το σκοπό να κατακυρωθεί το πράγμα αντί μικροτέρου τιμήματος στον υπερθεματιστή, με αντίστοιχη βλάβη του οφειλέτου ή των δανειστών ή όλων αυτών, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ως εκ τούτου καθιστά άκυρη την κατακύρωση κατά τους όρους του άρθρου 159 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, η ακυρότητα δε απαγγέλλεται από το δικαστήριο (ΑΠ 822/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα ακόλουθα, κατά λέξιν : "Την 7-11-2000 πέθανε, στη ....., ο Α που άφησε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμου του, την σύζυγό του, Ψ1 και τα ανήλικα τέκνα του Ψ3 και Ψ2, ανακόπτοντες. Κατά τον χρόνο του θανάτου του ο θανών όφειλε στην πρώτη των καθών ποσό, περίπου 1.192.000 δρχ.

από μισθώματα. Για την απαίτηση αυτή, κατόπιν ασκήσεως της σχετικής αγωγής, εκδόθηκε, σε βάρος των ανακοπτόντων και ερήμην των η υπ' αριθμ. 6025/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας) με την οποία και υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν το οφειλόμενο, ως άνω, ποσό με την προσαύξηση των νόμιμων τόκων.

Κατά της αποφάσεως αυτής δεν ασκήθηκε έφεση, κατόπιν και της διαβεβαιώσεως του πληρεξούσιου δικηγόρου των ανακοπτόντων, προς την πρώτη τούτων, ότι "η υπόθεση θα ρυθμιστεί" και έτσι η οριστική αυτή απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Με βάση την τελευταία αυτή απόφαση, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση, ως συνομολογείται, με επίσπευση της ως άνω δανείστριας πρώτης των καθών, επί ακινήτου των ανακοπτόντων, ειδικότερα δε, επί του 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος καθαρής εκτάσεως 171,38 τ.μ.

του τρίτου ορόφου της, επί της συμβολής των οδών ..... και ....., οικοδομής, σύμφωνα και με την υπ' αριθμ. ..... έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακίνητης περιουσίας της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..... . Η κατά τετραγωνικό μέτρο, αξία του ακίνητου αυτού, η οποία λόγω της πλεονεκτικής θέσεώς του επί της παραλίας της ....., με ακώλυτη θέα του Θερμαϊκού κόλπου, είναι υψηλή, ανερχόμενη, κατ' αντικειμενικό μεν υπολογισμό σε 2.650 ΕΥΡΩ ενώ η αγοραία του αξία σε 9.000 ΕΥΡΩ, τουλάχιστον.

Με την έκθεση κατασχέσεως εκτιμήθηκε, το μερίδιο των ανακoπτόντων σε 120.000 ΕΥΡΩ και η τιμή της πρώτης προσφοράς σε 60.000, ποσό, οπωσδήποτε μικρότερο της πραγματικής, αγοραίας αξίας του ακινήτου. Παρά ταύτα και με τις ίδιες διαβεβαιώσεις του νομικού παραστάτη, δικηγόρου, των ανακοπτόντων, οι τελευταίοι δεν υπέβαλαν αίτηση διορθώσεως της αξίας του κατασχεθέντος ακινήτου και της τιμής πρώτης προσφοράς και έτσι ορίσθηκε ημέρα τoυ πλειστηριασμού, για την ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεως, η 6.11.2002.

Κατά την ημέρα αυτή, πράγματι προσήλθε η πρώτη ανακόπτουσα στον χώρο της διενεργείας του πλειστηριασμού, όπου και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της συνέστησε σε αυτήν τον δεύτερο των καθών, εργολάβο οικοδομών. Ο τελευταίος διαβεβαίωσε την οφειλέτιδα ότι θα υπερθεμάτιζε, κατά την διαδικασία του πλειστηριασμού, ώστε το εκπλειστηρίασμα να υπερβεί τις 300.000 ΕΥΡΩ. 'Ετσι η ανακόπτουσα αυτή πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις των ανωτέρω προσώπων (δικηγόρου - δεύτερου καθών η ανακοπή) και δεν κάλεσε την μάρτυρα Β, ώστε η ίδια να μετάσχει στον πλειστηριασμό και να πλειοδοτήσει και αφενός μεν την ειδοποίησε ότι το πλειστηρίασμα θα υπερέβαινε το ποσό των 300.000 ΕΥΡΩ, όπως υποσχέθηκε ο δεύτερος καθού, με συνέπεια να μην απαιτείται η παρουσία της ίδιας (μάρτυρας) στον χώρο του πλειστηριασμού, αφού μάλιστα η οικονομική της δυνατότητα εξικνείτο μέχρι της προσφοράς των 150.000 ΕΥΡΩ αφετέρου δε η πρώτη ανακόπτουσα, μετά τις ανωτέρω διαβεβαι'σεις, αποχώρησε, ήσυχη, του χώρου διενεργείας του πλειστηριασμού για οικογενειακό λόγο (παραλαβή τέκνου από σχολείο).

Στην αντίληψη της πρώτης ανακόπτουσας υπέπεσε προσπάθεια του δεύτερου καθού να καταβάλει σε τρίτο, άγνωστο, πρόσωπο ποσό 300.000 ΕΥΡΩ με τον σκοπό της μη ανόδου της τιμής του πλειστηριαζόμενου ακινήτου και της αποχωρήσεώς του από την διαδικασία του πλειστηριασμού. Τελικά το ακίνητο αυτό εκπλειστηριάσθηκε, στην, χαμηλή, τιμή των 69.000 ΕΥΡΩ, περίπου, και κατακυρώθηκε στους υπερθεματιστές ήδη εκκαλούντες, Χ1, τον αδελφό του Χ2, πολιτικό μηχανικό, τον Χ3, έμπορο, και Χ4, κτηματομεσίτη.

Οι τελευταίοι, καθών και εκκαλούντες είναι πρόσωπα που μετέχουν σε αρκετούς πλειστηριασμούς και απέκτησαν, κατά αυτόν τον τρόπο, ικανή ακίνητη περιουσία, σύμφωνα και με τα αντίγραφα των μερίδων τους από το Υποθηκοφυλακείο, που προσκομίζονται με επίκληση και δεν αμφισβητούνται. Επομένως, εν όψει της συμπεριφοράς του δεύτερου των καθών που δρούσε και για λογαριασμό των λοιπών ομόδικών του που έτεινε στην παρεμπόδιση της πλειοδοσίας, ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερο εκπλειστηρίασμα και η ενέργεια του ίδιου που απέβλεπε στην παρακώλυση του ανταγωνισμού με αποχώρηση των ενδιαφερόμενων, πλειοδοτών, με σκοπό την κατακύρωση του προνομιούχου αυτού, ακινήτου στους ίδιους (καθών) με την μικρότερη τιμή προς βλάβη των οφειλετών, ανακοπτόντων, οι ενέργειες αυτές των ανωτέρω προσώπων μαζί με τον δικηγόρο των ανακοπτόντων είναι αντίθετες προς την ελευθερία των συναλλαγών, κατά τα προαναφερόμενα η δε επελθούσα έτσι βλάβη στην περιουσία της ανακόπτουσας δεν μπορεί αλλιώς να επανορθωθεί ει μη μόνον με την ακυρότητα του πλειστηριασμού.

Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο, από την κατάθεση της ανωτέρω, πρώτης μάρτυρος που ενισχύεται και τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δεν αναιρείται από την κατάθεση του άλλου μάρτυρος, εκείνου των υπερθεματιστών, ο οποίος βεβαιώνει την συμμετοχή των τεσσάρων αυτών προσώπων σε "......αρκετούς" πλειστηριασμούς.

Το Πρωτοδικείο επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του όμοια έκρινε και ακύρωσε τον διενεργηθέντα έτσι αναγκαστικό πλειστηριασμό δεν έσφαλε αφού σωστά το μεν τις ανωτέρω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε το δε τις αποδείξεις εκτίμησε, γι' αυτό και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι εφέσεως είναι αβάσιμοι και απoρριπτέoι".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ο δε τρίτος λόγος της αναίρεσης -εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ- με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Ο από τη διάταξη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πραγμάτων θεωρουμένων των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστική ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Όμως δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν αμφισβήτηση της βαρύτητας ορισμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 22/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι το Εφετείο : δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες παρεμπόδισαν την πλειοδοσία κατά τον επίμαχο πλειστηριασμό, παρόλο που η αναιρεσίβλητη "δεν υποστηρίζει ότι υπήρχε άμεση και απευθείας συνομιλία με κάποιον από αυτούς" και δεν έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι "κανένας από αυτούς δεν γνώριζε, ουδέ ήλθε σε συνεννόηση ποτέ με τον δικηγόρο της αντιδίκου, πόσο μάλλον με την ίδια"? επιπλέον δε "έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της αντιδίκου ότι υπέπεσε στην αντίληψή της προσπάθεια του πρώτου από αυτούς να καταβάλει σε τρίτο, άγνωστο, πρόσωπο ποσό 30.000 ευρώ", παρόλο που ο σχετικός ισχυρισμός ήταν αόριστος, αφού δεν κατονομαζόταν "το εν λόγω άτομο".

Υπό την διατύπωση αυτή, αβασίμως αποδίδεται στην απόφαση η ως άνω πλημμέλεια. Τούτο δε, διότι "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια είναι ο διαλαμβανόμενος στην ανακοπή της αναιρεσείουσας (ιδίως στη σελίδα 5) και κριθείς ουσιαστικά βάσιμος ισχυρισμός, ότι ο εκ των υπερθεματιστών Χ1 σε συνεργασία με τους ομοδίκους του, καθώς και με άλλο πρόσωπο, και δη τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Γ, παρεμπόδισαν την πλειοδοσία με σκοπό (και αποτέλεσμα) την κατακύρωση του ακινήτου της αναιρεσίβλητης στους αναιρεσείοντες με τίμημα πολύ μικρότερο της πραγματικής του αξίας, και όχι οι επιμέρους λεπτομέρειες, υπό τις οποίες το όλο συμβάν έλαβε χώραν και στις οποίες αναφέρονται οι αναιρεσείοντες πλήττοντας την περί πραγμάτων κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου.

Περαιτέρω ο δεύτερος -εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ- λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η ανακοπή της αντιδίκου των ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού δεν κατονομαζόταν το πρόσωπο που φερόταν ότι απετράπη της πλειοδοσίας, προβάλλεται αλυσιστελώς, καθόσον το πρόσωπο αυτό (Β) κατονομάσθηκε στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ανακοπής της αναιρεσιβλήτου. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-9-2005 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της 3045/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα : α) της αναιρεσιβλήτου Ψ1 και β) της καθής η ανακοπή και κληθείσης στην αναιρετική δίκη Ω, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για την καθεμιά.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ