Legislator Case Law & Legislation
1531/2006 AI generated

Appeal partially allowed regarding 1989 period; res judicata applies only to identical legal issues and parties.

Case Number 1531/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 3460/2003. The appellant argued that the lower court failed to apply the principle of res judicata regarding a continuous employment relationship. The court held that res judicata applies only to the specific period from September to December 1989, where the legal issue was identical to a prior judgment, while dismissing claims for the subsequent years due to a change in the legal regime.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata applies only when the same legal issue is adjudicated between the same parties, but does not bar new claims arising from a continuous legal relationship if the governing legal regime has changed.

Keywords

AI generated
res judicata continuous employment legal regime change partially allowed appeal identical legal issue

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 16 and 18 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 178, paragraph 1 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
1053/2002
Η τελευταία αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την 1053/2002 του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο.
118/1991
42/1981
Περαιτέρω, με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις υπ' αριθμ.
1/1999
3460/2003
Εκδόθηκε η 3460/2003 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Αυγούστου 2004 αίτησή του.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1531 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1531/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Mαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ» (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Διαμαντάτο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Απριλίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 412/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3501/2000 του Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την 1053/2002 του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο.

Εκδόθηκε η 3460/2003 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Αυγούστου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 21 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, κατά το τρίτο μέρος του και δεύτερου, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά το ν κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζεται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες, με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Ετσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις, που στηρίζονται στις ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ. Α.Π. 10/2002). Περαιτέρω, με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις υπ' αριθμ.

ΑΥΕ 16.170/1981 και 18.749/1981 αντίστοιχα, ρυθμίσθηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κ.λ.π. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 18 αυτής καθορίσθηκε ο βασικός μηνιαίος μισθός των βοηθών μαγείρων, που εργάζονται στα εν λόγω νοσηλευτικά ιδρύματα κ.λ.π., ενώ με το ιδ' γενικό όρο της ίδιας ΔΑ 42/1981 και τον όρο 12 της νεότερης 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17.663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του άνω προσωπικού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τον κατώτατο όριο βασικού μισθού ή ημερομισθίου των ΕΓΣΣΕ.

Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17.853/1989 και προβλέπει την επέκταση από 1-7-1988 των διατάξεων του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, που είναι μέλη των σωματείων της ΠΟΕΔΗΝ.

Με την διάταξη του άρθρου 9 της ΕΣΣΕ αυτής ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και στη συνέχεια του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.

Α.Π. 10/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργάζεται από 15-12-1980 στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, ως βοηθός μαγείρου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που την 10-11-1987 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και ότι με την 123/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 118/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκαν επί της από 1-9-1989 προηγούμενης αγωγής του αναιρεσείοντος για επιδίκαση σ' αυτόν μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1-7-1988 έως 31-8-1989, κρίθηκε ότι ο όροι αμοιβής και εργασίας του αναιρεσείοντος ρυθμίζονται από τις προϊσχύσασες της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις και επιδικάσθηκαν έτσι σ' αυτόν διαφορές των αποδοχών του, που προέκυψαν από την μη χορήγηση της αμοιβής του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975 και τον μη υπολογισμό της προσαυξήσεως του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 1057/1980 επί του συνόλου τω αποδοχών του.

Ακολούθως, με την ένδικη από 18-4-1996 αγωγή του ζήτησε ο αναιρεσείων να του καταβάλει το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-9-1989 έως 31-12-1995, λόγω μη συνυπολογισμού στις αποδοχές του της αμοιβής του Ν. 201/1975 και της προσαυξήσεως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 1057/1980 επί του συνόλου των αποδοχών του, με βάση τον ιδ' γενικό όρο της ΔΑ 42/1981 και τον μισθό ασφαλείας την ΕΓΣΣΕ, που ίσχυσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ' αρχήν η 3501/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη και με επάλληλη αιτιολογία ως αόριστη, κατά το μέρος ιδίως που στηριζόταν στο άρθρο 9 της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 1053/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι από τις προαναφερόμενες 123/1990 και 118/1991 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου αντίστοιχα υφίστατο δεδικασμένο για το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να αμείβεται με τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις και ότι ο περί δεδικασμένο ισχυρισμός είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού σε περίπτωση παραδοχής του και εφαρμογής του προγενέστερου της άνω ΕΣΣΕ νομικού καθεστώτος για ολόκληρο ή για μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος η αγωγή δεν θα ενείχε αοριστία για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, λόγω ελλείψεως στοιχείων που αναφέρονται στο νομικό καθεστώς της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.

Μετά ταύτα παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αγωγή, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε ειδικότερα τα ακόλουθα: α) Από 1.7.1988 και εφεξής, επομένως και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-9-1989 έως 31-12-1995) ίσχυε ως προς τον καθορισμό των αποδοχών των εργαζομένων, πλην ιατρών, με σχέση ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία, που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, όπως είναι και ο αναιρεσείων, το νομικό καθεστώς που καθιδρύεται με την ως άνω από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και τις διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε, δηλαδή νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που ίσχυσε μέχρι τις 30-6-1988 και στο οποίο στήριξε τις αγωγικές του αξιώσεις ο αναιρεσείων.

Η ένδικη αγωγή, άρα, ήταν μη νόμιμη. Β) Κατά το μέρος που η αγωγή στηριζόταν στο άρθρ. 9 της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ ήταν αόριστη, διότι δεν αναφερόταν σ' αυτή σε ποιο μισθολογικό κλιμάκιο εντάχθηκε ο αναιρεσείων, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός του μισθού του από το δικαστήριο. γ) Με την 123/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 118/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας του αναιρεσείοντος δεν διέπεται από την ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά από τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των βοηθών μαγείρων και με βάση τις τελευταίες αυτές ΣΣΕ και ΔΑ, που ίσχυαν μέχρι 31-8-1989 επιδικάσθηκαν σ' αυτόν διαφορές αποδοχών.

Από τις αποφάσεις αυτές δεν απορρέει δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την ένδικη αγωγή αξιώσεις του αναιρεσείοντος, που έχουν διαφορετική νομική και ιστορική αιτία, αφού αναφέρονται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και στηρίζονται σε μεταγενέστερες ΕΓΣΣΕ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση και δέχθηκε παρά το νόμο ότι από τις ανωτέρω αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασμένο για τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος του χρονικού διαστήματος από 1-9-1989 έως 31-12-1989, αφού οι εν λόγω αποφάσεις εφάρμοσαν διατάξεις του νομικού καθεστώτος που ίσχυε μέχρι την 30-6-1988 και στο οποίο περιλαμβάνονται και οι μη αναφερόμενες ρητώς διατάξεις της ΔΑ 42/1989 και των ΕΓΣΣΕ, όπως έχει δεχθεί και η αναιρετική απόφαση.

Το ως άνω νομικό καθεστώς – που έγινε εσφαλμένα δεκτό ότι είχε εφαρμογή για τις αποδοχές του αναιρεσείοντος μέχρι της 31-8-1989 – δεν μεταβλήθηκε μέχρι και της 31-12-1989, αφού και κατά το διάστημα αυτό συνέχιζε να ισχύει η ΕΓΓΣΣΕ της 10-3-1989 και δεν σημειώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι μετά την 1-9-1989 και μέχρι της 31-12-1989 τέθηκε σε ισχύ κάποια νέα από τις αορίστως αναφερόμενες ΣΣΕ ή ΔΑ για τις αποδοχές των βοηθών μαγείρων.

Επομένως, για τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος του από 1-9-1989 έως 31-12-1989 χρονικού διαστήματος υπήρχε δεδικασμένο, το οποίο αναπλήρωνε και τη νομική βασιμότητα αυτών. Το ως άνω δεδικασμένο όμως δεν καλύπτει και τις αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1990 έως 31-12-1995, αφού κατά το διάστημα αυτό ίσχυαν οι από 21-2-1990, 3-4-1991, 9-6-1993 και 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ, τις οποίες επικαλείται και ο αναιρεσείων για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και με τις οποίες μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς υπό το οποίο κρίθηκαν οι αξιώσεις του μέχρι της 31-8-1989 από τις προαναφερόμενες αποφάσεις.

Για τις αξιώσεις, άρα, του τελευταίου αυτού χρονικού διαστήματος το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ούτε παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, στην οποία τονίζεται – και με παραπομπές μάλιστα στην μνημονευόμενη και στην παρούσα απόφαση 10/2002 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου – ότι η παραδοχή του περί δεδικασμένου ισχυρισμού για ολόκληρο ή μέρος του ένδικου χρονικού διαστήματος θα ασκήσει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ενόψει αυτών, οι σχετικοί από το άρθρο 559 αριθμ. 16 και 18 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως είναι βάσιμοι μόνο καθόσον αφορούν στις αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-9-1989 έως 31-12-1989, ενώ για τις αξιώσεις του υπόλοιπου επίδικου χρονικού διαστήματος (από 1-1-1990 έως 31-12-1995) είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Οι ίδιοι λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, που πρότεινε νόμιμα ο αναιρεσείων για το δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από την ανωτέρω 118/1991 απόφαση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη, όπως εκτέθηκε ήδη, τους σχετικούς ισχυρισμούς του και τους απέρριψε.

Εξάλλου, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981, με τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ΕΓΣΣΕ, χωρίς να προταθεί τούτο από το αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι αβάσιμος, αφού το αναιρεσίβλητο πρότεινε την επελθούσα νομική μεταβολή, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί «πράγμα» με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνεται υπόψη μόνο κατόπιν προτάσεως αυτής από τους διαδίκους.

Τέλος, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να αμείβεται με βάση το προηγούμενο της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 ΔΑ και των οικείων ως άνω από 10-3-1989, 21-2-1990, 3-4-1991, 9-6-1993 και 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, γιατί δεν πρόκειται για έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Ολ.

ΑΠ. 1/1999). Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που κρίθηκαν βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, δηλαδή καθ' όσον αφορά στην απόρριψη της ένδικης αγωγής για τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος του χρονικού διαστήματος από 1-9-1989 έως 31-12-1989 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ.

Για τους λόγους αυτούςΑΝΑΙΡΕΙ την 3460/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ