Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment due to lack of grounds and vague arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's judgment in a labor dispute involving an advertising company. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence and witness testimonies regarding salary reductions and cost-cutting measures. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning clear, evidence-based, and free from ambiguity, while deeming the third appeal ground vague and inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's decision is clearly supported by evidence and the appellant fails to identify specific grounds or documents ignored by the court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1530 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1530/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Β. του Τ., κατοίκου ... και 2) Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γαβριήλ Κερμανίδη, ο οποίος έχει καταθέσει τις από 2/11/2022 προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το δ.τ. "ALPHA", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Καναβάρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενη: Α. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και του μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Απόστολου Ζαπουνίδη του Γεωργίου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 1736/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1171/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-4-2021 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 815/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφεραν για συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2023 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 28-7-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ΚΛ 106/2-23) κλήση των αναιρεσειόντων φέρεται προς συζήτηση η από 15-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 4542/606/2021) αίτηση αναίρεσης μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 815/2023 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής κατά τη (μετ' αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1-2-2022) δικάσιμο της 1-11-2022, λόγω μη κλήτευσης, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση, των ακόλουθων συνδικαλιστικών οργανώσεων: 1) Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" (ΓΣΕΕ), 2) Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Προσωπικού Επιχειρήσεων Ραδιοφωνίας - Τηλεόρασης" (ΠΟΣΠΕΡΤ), 3) Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ένωση Τεχνικών Ιδιωτικής Τηλεόρασης Αττικής" (ΕΤΙΤΑ) και 4) Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας", οι οποίες είχαν ασκήσει παραδεκτά πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Εφετείου, και είχαν εκπροσωπηθεί από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους κατά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Ήδη η κρινόμενη αίτηση παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση, καθόσον οι προσθέτως παρεμβάσες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-3-2024), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. ...-2023, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Γ.
Δ. Με την υπό κρίση αίτηση των πρώτου και δευτέρου των εκκαλούντων-εναγόντων (ο τρίτος εξ αυτών Α. Ζ. του Γ. δεν άσκησε αναίρεση) διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1171/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν α) η από 29-9-2016 έφεση των εναγόντων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 1736/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) οι υπέρ των εκκαλούντων ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις των προαναφερόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, με την οποία (πρωτόδικη) απόφαση είχαν απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμες η από 12-12-2012 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης 201889/5874/2012) αγωγή και οι υπέρ των εναγόντων ασκηθείσες (προφορικά) πρόσθετες παρεμβάσεις των ιδίων ως άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020, 83 παρ. 1α' του Ν. 4790/2021, 25 του Ν. 4792/2021 και 49 παρ. 2 του Ν. 4963/2022).
Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28-2-2019 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση Δικαστηρίου στις 15-6-2021, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η οποία είχε ανασταλεί αρχικά από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και ακολούθως από 7-11-2020 έως 6-4-2021, δυνάμει των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1α' του Ν. 4790/2021 αντίστοιχα.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει προφανώς- τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.
Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 1561/2023, ΑΠ 1573/2022, 1387/2022, 729/ 2018, 769/2016).
Επί απολύσεων οφειλομένων σε οικονομοτεχνικούς λόγους όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομίας, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη του όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 1387/2022, 1325/2020, 1162/2019, 606/2017, 297/1996). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζόμενου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζόμενου στη θέση εργασίας με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση και ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.
Ελέγχονται, όμως, από τα δικαστήρια αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζόμενου (ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης) και αφετέρου τα κριτήρια επιλογής του εν λόγω εργαζόμενου ως απολυτέου, τα οποία πρέπει να βρίσκονται εντός των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων (ΑΠ 956/2023, ΑΠ 1573/2022, 1387/2022, 326/2001).
Αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι πραγματικά συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη οικονομικής ή τεχνικής φύσεως λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού και ότι δεν είναι προσχηματικοί, ερευνάται αν η καταγγελία μπορεί να αποτραπεί με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων, τα οποία οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος (ΑΠ 1780/2023, ΑΠ 897/2012, 701/2010), όπως η μετάθεση του τελευταίου σε κενή, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, θέση, η κατάργηση της υπερωριακής απασχόλησης, η μερική απασχόληση ή η δυνατότητα εξακολούθησης της απασχόλησης του εργαζομένου με τροποποίηση των όρων εργασίας (τροποποιητική καταγγελία).
Γίνεται δεκτό ότι, κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει, μεταξύ περισσότερων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων για την ικανοποίηση των επιδιωκόμενων με την καταγγελία σκοπών, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο και οφείλει να προτείνει στον μισθωτό, που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 1387/2022, 606/2017, 64/2015, 1404/2014, 31/2013, 922/2010) ή να προτείνει σε αυτόν να απασχοληθεί με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 1387/2022, 397/2004), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων.
Επομένως ο εργοδότης, ασκώντας νόμιμα το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθρο 652 ΑΚ), μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).
Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (281 ΑΚ) και κυρίως εάν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα, εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 1387/2022, 922/2010, 944/2005, 1199/2002).
Δηλαδή, η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθρο 652 ΑΚ) να προτείνει αυτή στον μισθωτό ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο, υλοποιείται δε με την αποδοχή της πρότασης από τον μισθωτό (ΑΠ 759/2023, ΑΠ 1387/2022, 1199/2002) και κατά τούτο δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, αφού για την υλοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη αποδοχή της πρότασης του εργοδότη από τον μισθωτό.
Εάν, αντιθέτως, δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη οικονομοτεχνικοί λόγοι ή οι συνδεόμενοι με το πρόσωπο του μισθωτού άλλοι λόγοι, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού, επειδή ο τελευταίος αρνήθηκε να αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου για τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας με μείωση των αποδοχών του, ελέγχεται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1387/2022, 1303/2018, 1407/2009).
Παρέπεται ότι, εφόσον διαπιστωθεί η συνδρομή των οικονομοτεχνικών λόγων και η απουσία καταχρηστικότητας στα κίνητρα του εργοδότη, η επιλογή του ηπιότερου μέτρου ανήκει αποκλειστικά σε αυτόν, αφού αυτός φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο, και το δικαστήριο, που ελέγχει την καταγγελία, δεν μπορεί να του υποδείξει το μέτρο που προτιμά ο εργαζόμενος ούτε να αναγνωρίσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ως καταχρηστική, επειδή ο εργοδότης δεν επέλεξε το συγκεκριμένο μέτρο (ΑΠ 497/2023, ΑΠ 1387/2022).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, όπως ο δεύτερος συμπληρώνεται με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου εκ του αριθμού 8 και αληθώς εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες συνήψαν ο πρώτος την 1.9.1993, ο δεύτερος την 26.9.1994 και ο τρίτος την 1.1.1998 με την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA Δορυφορική Τηλεόραση ΑΕ", που διατηρεί τηλεοπτικό σταθμό στην Παιανία Αττικής, συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστούν ως οπερατέρ πλατώ ο πρώτος, οπερατέρ ο δεύτερος και play back operator ο τρίτος, τις οποίες συμβάσεις κατήγγειλε με τις νόμιμες διατυπώσεις - εγγράφως η εναγομένη την 17.9.2012 του πρώτου, την 2.10.2012 του δεύτερου και την 17.9.2012 του τρίτου, καταβάλλοντάς τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 3 του Ν. 3863/2010, τη νόμιμη αποζημίωση ποσού 37.138,50 ευρώ στον πρώτο, 33.957 ευρώ στον δεύτερο και 20.823,83 ευρώ στον τρίτο, που εισέπραξαν οι ενάγοντες.
Κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγομένων, λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα ήδη από το 2010 με διαρκή και αισθητή μείωση της οικονομικής δραστηριότητας, είχαν ήδη επιδεινωθεί τα οικονομικά αποτελέσματα της εναγομένης και συνέχιζαν επιδεινούμενα. Ειδικότερα, λόγω του σοβαρού περιορισμού των διαφημιστικών εξόδων των επιχειρήσεων, μειώθηκαν σημαντικά (περί το 30%) τα έσοδα της εναγομένης από τη διαφήμιση, που αποτελούσε το κύριο έσοδό της, και συνολικά μειώθηκε ο κύκλος εργασιών της.
Η μείωση της διαφήμισης αποδείχθηκε από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο. Επίσης μειώθηκαν τα ταμειακά της διαθέσιμα και διογκώθηκαν οι επισφαλείς απαιτήσεις της έναντι τρίτων, όπως όλα τα ανωτέρω οικονομικά της στοιχεία συνάγονται από τα επικυρωμένα αντίγραφα των δημοσιευμένων ισολογισμών της εναγομένης των ετών 2011 και 2012, αλλά και 2013.
Για την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών της οικονομικής συγκυρίας, η εναγομένη προέβη στη λήψη μιας σειράς μέτρων μείωσης των δαπανών της και συγκεκριμένα προέβη σε μειώσεις των μισθών των στελεχών της και εν γένει των διοικητικών της εξόδων, επαναδιαπραγματεύτηκε τα μισθώματα που κατέβαλλε, μετακόμισε στούντιο παραγωγής σε ιδιόκτητο χώρο, μείωσε το κόστος προγράμματος αφενός με μείωση παραγωγών και αφετέρου συμπεριλαμβάνοντας στο πρόγραμμα παραγωγές χαμηλότερου κόστους, διέκοψε τη λειτουργία του παραρτήματός της στη Θεσσαλονίκη και των ανταποκριτικών γραφείων στη Λάρισα και τα Ιωάννινα, ενώ επιπλέον κρίθηκε πως θα έπρεπε να μειωθεί και η δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού της, που ανερχόταν σε περίπου 450 άτομα.
Για τον λόγο αυτό, τον Απρίλιο 2012 η εναγομένη γνωστοποίησε στο προσωπικό της τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, προτείνοντας τη σύναψη επιχειρησιακής σύμβασης, η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, μείωση μισθού σε όσους ελάμβαναν μηνιαίες αποδοχές άνω των 1.400 ευρώ μικτών, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι ενάγοντες, πλην όμως η σύμβαση δεν συνάφθηκε.
Στη συνέχεια η εναγομένη, περί τα μέσα Ιουλίου 2012, πρότεινε σε όλους τους εργαζόμενους τη σύναψη ατομικών συμβάσεων εργασίας με μειώσεις μισθών κατά ποσοστό κυμαινόμενο ανάλογα με το ύψος των αποδοχών του καθενός, προκειμένου να εξασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα της επιχείρησης και να προστατευθούν με τον τρόπο αυτό οι θέσεις εργασίας.
Ακολούθως, η εναγομένη προχώρησε στη μείωση μισθών δια της τροποποίησης των ατομικών συμβάσεων εργασίας, όσων εργαζομένων αποδέχθηκαν τις προτάσεις της. Οι ενάγοντες δεν δέχθηκαν να συνάψουν ατομικές συμβάσεις με μειωμένους μισθούς και η εναγομένη τους απέλυσε, καταβάλλοντάς τους τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 3 του Ν. 3863/2010, ενώ συνολικά προέβη σε περίπου 40 απολύσεις εργαζομένων.
Η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, διότι κανένα στοιχείο δεν προέκυψε περί τούτου, αντιθέτως μάλιστα η εναγομένη περίπου ένα μήνα μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων τους χορήγησε συστατικές επιστολές, με τις οποίες εξήρε την εργατικότητα και την ικανότητά τους, ούτε διαχρονικά αποδείχθηκε οποιαδήποτε αιτία κακοβουλίας της εναγομένης έναντι των εναγόντων ούτε αποτελεί τέτοιο στοιχείο μόνο το γεγονός ότι η εναγομένη επέλεξε να απολύσει προσωπικό που δεν είχε συναινέσει στη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, όσον αφορά τις αποδοχές του, που θα έπρεπε να μειωθούν, διότι και η επιλογή αυτή συνάδει με τους υπαρκτούς οικονομοτεχνικούς λόγους που υπαγόρευσαν την απόλυσή τους και ήταν η μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησης της εναγομένης, για να διαφυλαχθεί η βιωσιμότητά της και το μεγαλύτερο μέρος των θέσεων εργασίας, που έγινε με αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της και μείωση όλων των δαπανών της, συμπεριλαμβανομένου και του κόστους εργασίας.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι μετά την απόλυσή τους η εναγομένη χρησιμοποιούσε στη θέση τους ενοικιαζόμενα συνεργεία με εργαζόμενους ανασφάλιστους και αδήλωτους δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης προέκυψε ότι μετά την απόλυσή τους επαρκούσαν οι λοιποί εργαζόμενοι να καλύψουν την απουσία τους και μάλιστα χωρίς υπερωρίες.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, πριν να φτάσει στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, είχε προτείνει σ' αυτούς τη μείωση του μισθού τους, προκειμένου να διατηρηθεί η θέση εργασίας τους και να ασκούν τα ίδια με πριν καθήκοντα, ώστε να μην καταφύγει στο έσχατο μέσο της απόλυσης, πρόταση που δεν αποδέχθηκαν οι ενάγοντες.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν αποδείχθηκε ότι μπορούσε η εναγομένη να εξεύρει άλλο μέσο ηπιότερο της καταγγελίας, πέραν εκείνου που απέρριψαν, διότι, εφόσον οι ενάγοντες δεν συναινούσαν στο να λάβουν λιγότερα χρήματα μηνιαίως, δεν θα εξυπηρετείτο με άλλον τρόπο ο οικονομικός στόχος της εναγομένης να περικόψει τη μισθολογική δαπάνη.
Επομένως, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους και όχι σε λόγους εκδίκησης και συνδεόταν αιτιωδώς με τους λόγους αυτούς, ενώ, μετά την απόκρουση της μείωσης των αποδοχών των εναγόντων από τους ίδιους, δεν υφίστατο άλλο πρόσφορο ηπιότερο μέσο που θα μπορούσε η εναγομένη να λάβει, προκειμένου να διατηρήσει τη θέση εργασίας των εναγόντων και να μειώσει, όπως ήταν αναγκαίο, το μισθολογικό κόστος.
Εξάλλου, οι ενάγοντες ούτε στην αγωγή τους, αλλά ούτε και στις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικαλέστηκαν λόγο ακυρότητας της καταγγελίας για παραβίαση των αντικειμενικών κριτηρίων στην επιλογή τους ως μισθωτών προς απόλυση για λόγους αναδιοργάνωσης της επιχείρησης -οικονομοτεχνικούς λόγους ούτε περαιτέρω, βεβαίως, αναφέρουν ποια πρόσωπα θα έπρεπε να απολυθούν αντ' αυτών.
Επομένως, αβάσιμα υπολαμβάνουν στην έφεση τους ότι η εναγομένη όφειλε να διευκρινίσει με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή των εναγόντων προς απόλυση και ιδίως αν ελήφθη υπ' όψη η προϋπηρεσία τους, ειδικές γνώσεις, τυπικά προσόντα, πείρα, ηλικία και οικογενειακή τους κατάσταση. Με βάση τα ανωτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων δεν ήταν άκυρη λόγω καταχρηστικότητας για κανέναν από τους λόγους που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες στην αγωγή τους".
Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τις υπέρ των εκκαλούντων ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις των προαναφερόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, αφού δέχθηκε ότι: α) Κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα ήδη από το 2010 με διαρκή και αισθητή μείωση της οικονομικής δραστηριότητας, είχαν ήδη επιδεινωθεί τα οικονομικά αποτελέσματα της εναγομένης και συνέχιζαν επιδεινούμενα, ειδικότερα δε, λόγω του σοβαρού περιορισμού των διαφημιστικών εξόδων των επιχειρήσεων, μειώθηκαν σημαντικά (περί το 30%) τα έσοδα της εναγομένης από τη διαφήμιση, που αποτελούσε το κύριο έσοδό της, και συνολικά μειώθηκε ο κύκλος εργασιών της, ενώ μειώθηκαν και τα ταμειακά της διαθέσιμα και διογκώθηκαν οι επισφαλείς απαιτήσεις της έναντι τρίτων, όπως όλα τα ανωτέρω οικονομικά στοιχεία συνάγονται από τα επικυρωμένα αντίγραφα των δημοσιευμένων ισολογισμών της εναγομένης των ετών 2011, 2012 και 2013.
β) Για την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών της οικονομικής συγκυρίας, η εναγομένη προέβη σε μειώσεις των μισθών των στελεχών της και εν γένει των διοικητικών της εξόδων, επαναδιαπραγματεύτηκε τα μισθώματα που κατέβαλλε, μετέφερε στούντιο παραγωγής σε ιδιόκτητο χώρο, μείωσε το κόστος προγράμματος αφενός με μείωση παραγωγών και αφετέρου συμπεριλαμβάνοντας στο πρόγραμμα παραγωγές χαμηλότερου κόστους, διέκοψε τη λειτουργία του παραρτήματός της στη Θεσσαλονίκη και των ανταποκριτικών γραφείων στη Λάρισα και τα Ιωάννινα, ενώ επιπλέον έκρινε ότι θα έπρεπε να μειωθεί και η δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού της, που ανερχόταν σε περίπου 450 άτομα και, για τον λόγο αυτό, τον Απρίλιο του 2012 γνωστοποίησε στο προσωπικό της τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, προτείνοντας τη σύναψη επιχειρησιακής σύμβασης, η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, μείωση μισθού σε όσους ελάμβαναν μηνιαίες αποδοχές άνω των 1.400 ευρώ μικτών, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι ενάγοντες, πλην όμως η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.
γ) Περί τα μέσα Ιουλίου του 2012, η εναγομένη πρότεινε σε όλους τους εργαζόμενους τη σύναψη ατομικών συμβάσεων εργασίας με μειώσεις μισθών κατά ποσοστό κυμαινόμενο ανάλογα με το ύψος των αποδοχών τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα της επιχείρησης και να προστατευθούν με τον τρόπο αυτό οι θέσεις εργασίας, ακολούθως δε, προέβη σε μείωση μισθών, δια της τροποποίησης των ατομικών συμβάσεων εργασίας όσων εργαζομένων αποδέχθηκαν τις προτάσεις της, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονταν οι ενάγοντες και, για τον λόγο αυτό, η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους και τους κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ενώ συνολικά προέβη σε περίπου 40 απολύσεις εργαζομένων.
δ) Η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης των εκπροσώπων της εργοδότριας εταιρείας προς το πρόσωπό τους, αντιθέτως η τελευταία, περίπου ένα μήνα μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, χορήγησε σ' αυτούς συστατικές επιστολές, με τις οποίες εξήρε την εργατικότητα και την ικανότητά τους.
ε) Η επιλογή της εναγομένης να απολύσει εργαζομένους που δεν είχαν συναινέσει στη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, ήτοι σε μείωση μισθού, συνάδει με τους υπαρκτούς οικονομοτεχνικούς λόγους που υπαγόρευσαν την απόλυσή τους και ήταν η μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησης της εναγομένης, για να διαφυλαχθεί η βιωσιμότητά της και το μεγαλύτερο μέρος των θέσεων εργασίας, που έγινε με αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της και μείωση όλων των δαπανών της, συμπεριλαμβανομένου και του κόστους εργασίας.
στ) Δεν υπήρχε άλλο μέτρο ηπιότερο της καταγγελίας, πέραν εκείνου της μείωσης μισθού, στην οποία όμως δεν συναινούσαν οι ενάγοντες, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλον τρόπο ο οικονομικός στόχος της εναγομένης, που ήταν η περικοπή των μισθολογικών δαπανών. ζ) Η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους και συνδεόταν αιτιωδώς με τους λόγους αυτούς, ενώ, μετά την εκ μέρους αυτών απόκρουση της μείωσης των αποδοχών τους, δεν υπήρχε άλλο πρόσφορο ηπιότερο μέτρο, που θα μπορούσε να λάβει η εναγομένη, προκειμένου να διατηρήσει τις θέσεις εργασίας των εναγόντων και συγχρόνως να μειώσει, όπως ήταν αναγκαίο, το μισθολογικό κόστος.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να διαλάβει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου:
α) Ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε εφαρμόσει, κατά τα έτη 2008 και 2009, πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, επιτυγχάνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο μείωση του προσωπικού της, καθώς και ότι, αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, θα μπορούσε να εφαρμόσει και πάλι πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο.
Και τούτο, διότι από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν επικαλέστηκαν, όπως όφειλαν σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, την εθελουσία έξοδο ως ηπιότερο, σε σχέση με την καταγγελία, μέτρο, αλλά επικαλέστηκαν μόνο την τοποθέτησή τους σε διαφορετική θέση ή σε άλλη εταιρεία του Ομίλου, τη θέση τους σε καθεστώς μερικής απασχόλησης ή διαθεσιμότητας και την τροποποιητική καταγγελία (βλ.
σελ. 5 αγωγής). β) Ότι στην επιχείρηση της εναγομένης δεν υπήρχε συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία θα μπορούσε να συνάψει με αυτήν επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, όπως είχε προταθεί από την εργοδότρια πριν από την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ώστε να καταδειχθεί η έλλειψη αληθούς βούλησης της τελευταίας για σύναψη επιχειρησιακής ΣΣΕ ή έστω για ουσιαστική διαπραγμάτευση.
Και τούτο, διότι οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας μπορούν να συναφθούν, εφόσον στη συγκεκριμένη επιχείρηση δεν υπάρχει συνδικαλιστική οργάνωση, από ένωση προσώπων αποτελούμενη τουλάχιστον από τα 3/5 των εργαζομένων στην επιχείρηση και, εφόσον ούτε αυτή υπάρχει, από την αντίστοιχη πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση (άρθρο 3 παρ. 5 Ν. 1876/1990, όπως αντικ.
με το άρθρο 37 παρ. 1 Ν. 4024/2011). γ) Αναλυτικά τα οικονομικά στοιχεία που προκύπτουν από τους ισολογισμούς των ετών 2011, 2012 και 2013, τους οποίους επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και ο τρίτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 669/2018, 1350/2017, 798/2010).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 669/2018, 1350/2017). Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 26/2022, 516/2016).
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση υπ' αριθ. 1736/2015 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και β) τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Όσον αφορά την υπό στοιχ. α' αιτίαση του λόγου αυτού, από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, αφού συνεκτίμησε "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, το περιεχόμενο των οποίων διαλαμβάνεται στο ταυτάριθμο με την εκκαλουμένη πρακτικό, και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι στις προτάσεις τους, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", καθώς και από τις αναφορές, στη σελ. 8 της απόφασης ότι "....
Η μείωση της διαφήμισης αποδείχθηκε από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο.... Για την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών της οικονομικής συγκυρίας, η εναγομένη προέβη στη λήψη μιας σειράς μέτρων μείωσης των δαπανών της και συγκεκριμένα προέβη σε μειώσεις των μισθών των στελεχών της και εν γένει των διοικητικών της εξόδων, επαναδιαπραγματεύτηκε τα μισθώματα που κατέβαλλε, μετακόμισε στούντιο παραγωγής σε ιδιόκτητο χώρο, μείωσε το κόστος προγράμματος αφενός με μείωση παραγωγών (βλ.
κατάθεση μάρτυρα απόδειξης σελ. 10 πρακτικού) και αφετέρου συμπεριλαμβάνοντας στο πρόγραμμα παραγωγές χαμηλότερου κόστους (βλ. κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης σελ. 20 πρακτικού)...." και στη σελ. 10 ότι ".... από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης προέκυψε ότι μετά την απόλυσή τους επαρκούσαν οι λοιποί εργαζόμενοι να καλύψουν την απουσία τους και μάλιστα χωρίς υπερωρίες....", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις επίμαχες ένορκες καταθέσεις.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως προς την υπό στοιχ. α' αιτίαση του δευτέρου σκέλους του και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, όσον αφορά την υπό στοιχ. β' αιτίαση του δευτέρου σκέλους του, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ουδόλως καθορίζονται τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 4542/ 606/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1171/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ