Legislator Case Law & Legislation
1530/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on expropriation damages, ruling full compensation required when property is fully expropriated for the same project.

Case Number 1530/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision awarding expropriation damages to a private landowner. The court held that when a property is fully expropriated through successive acts for the same road project, the owner is entitled to full compensation under Article 17 of the Constitution, rendering the previous partial compensation invalid. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the State was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 § 1 N. 653/1977; Art. 17 Constitution: When a property is fully expropriated via successive acts for the same public work, the owner is entitled to full compensation, and the doctrine of self-compensation does not apply to reduce the final award.

Keywords

AI generated
expropriation damages full compensation successive expropriation self-compensation doctrine Article 17 Constitution public road construction property rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 § 1 of Law 653/1977
53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977.
Art. 3 of Law 653/1977
Art. 4 of Law 653/1977
Paras. 9 and 10 of Art. 62 of Law 947/1979
Art. 17 of the Constitution
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
ST. 4035/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1530 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1530/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαλαφέκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12219/2010 μη οριστική και 29231/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1909/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-4-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 7-4-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1909/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 29231/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία δέχτηκε την υπ' αριθμ. 31220/23-9-200 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, για επιδίκαση αποζημίωσης, για την έκταση της ιδιοκτησίας του που δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκε ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης. ' Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", "προκειμένου περί διανοίξεως εκτός Σχεδίου πόλεων Εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς, υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων, δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων..", κατά δε την § 3 του ιδίου άρθρου "ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών" και κατά την § 4 του εν λόγω άρθρου "οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".

Στη συνέχεια, με τις διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου 62 του Ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών", ορίστηκε ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, "εφαρμόζονται και δια τας προς βελτίωσιν υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένας νέας χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων αυτών" (§ 9) και ότι "εφαρμόζονται και επί επαρχιακών και Δημοτικών ή Κοινοτικών οδών δια το μέχρι δεκαπέντε μέτρων πλάτος της οδού, εξαιρούμενων των περιπτώσεων διαπλατύνσεως των οδών τούτων" (§ 10), ενώ με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 1349/1983 το πλάτος της ζώνης των 30 μέτρων του άρθρου 1 § 1 του ως άνω Ν. 653/1977 αυξήθηκε σε πενήντα (50) μέτρα.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που ορίζει ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται -σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους" και που μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977.

Το τεκμήριο αυτό, το οποίο αρχικά είχε κριθεί νομολογιακώς ότι ίσχυε ως αμάχητο (Ολ. ΑΠ 14/1991), υπό την έννοια ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού, ήδη ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.

Ειδικότερα, με το άρθρο 33 § § 1 έως 4, 6 και 7 του Ν. 2971/2001 ορίσθηκαν τα ακόλουθα :

1. - "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου" ( § 1 ), 2. - "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης" ( § 2 ), 3- "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή αποτελούμενη από έναν μηχανικό του αρμόδιου από το σκοπό της απαλλοτρίωσης φορέα, ως Πρόεδρο..." ( § 3 ), 4. "Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών (3) μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του ( § 4 ). "Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο.

Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο...Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης. Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης..." ( § 6 ) και 7-

"Οι συνέπειες της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας. Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση" ( § 7 ).

Περαιτέρω, με το εδάφιο α' του άρθρου 37 του προαναφερόμενου νόμου ορίσθηκε ότι η ισχύς των διατάξεων του πιο άνω άρθρου 33 του εν λόγω νόμου αρχίζει "..μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Η τήρηση της ειδικής διαδικασίας και της προδικασίας που προβλέπονται από το νόμο 271/2001 απαιτείται μόνο αν υποβληθεί χωριστό αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ στην περίπτωση που το αίτημα αυτό υποβληθεί σωρευτικά με εκείνο του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης δεν εφαρμόζονται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε και η προδικασία που προβλέπονται από το ν. 2971/2001 και κατά συνέπεια δεν απαιτείται και η τήρηση της προθεσμίας των δύο μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα και ειδικότερα ότι: α) με το άρθρο 33 § 1 του Ν. 2971/2001 το τεκμήριο του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, β) οι διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 33 αφορούν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, ήτοι εκείνες που κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, και επεκτείνονται και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, των οποίων όμως δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής ( Β' Τακτική Ολ.ΑΠ 7/2013, ΑΠ 955/2012, ΑΠ 1056/2008), και γ) οι προϋποθέσεις άρσης του τεκμηρίου αυτοαποζημίωσης καθορίζονται ενδεικτικά, τούτου συναγομένου από τη χρήση του επιρρήματος "ιδία", στο ως άνω άρθρο 33 § 4 του εν λόγω Ν. 2971/2001 και ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται, (ενδεικτικά), και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή. Τέλος, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του μη επαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ανυπαρξίας ωφέλειας του απομένοντος τμήματος του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου από την απαλλοτρίωσή του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν πραγματικά και σε ποιό βαθμό το με αυξ.

αριθμό ΚΠ 2Α ακίνητο δεν ωφελήθηκε, αλλά ζημιώθηκε από την απαλλοτρίωση, ώστε να ανατραπεί το τεκμήριο του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 και άρα να καταστεί εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 (όπως τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τα άρθρα 63 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, 14 του Ν. 1349/1983 και 1, 2 του Π.Δ. 929/1979) και 33 παρ. 1 έως 4 του Ν. 2971/2001.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η απαλλοτρίωση του συνόλου της ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου με διαδοχικές απαλλοτριώσεις για την κατασκευή του ίδιου έργου και η συμμετοχή αυτού στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης με το συνολικό ποσό των 46.544,39 ευρώ, για ωφέλεια του ακινήτου του που δεν σώζεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής του για ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, αποτελεί έναν από τους λόγους ανατροπής αυτού (τεκμηρίου ωφέλειάς του),παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με το αίτημα του αναιρεσίβλητου περί μη συνδρομής του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 του Ν 653/1977 για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του: "Με την υπ' αριθμόν 1094049/5725/0010/29-8-1994 κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ. 925 Δ'/7-9-1994, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη του αυτοκινητοδρόμου Θεσσαλονίκης - ποταμού Στρυμώνα, τμήμα Ρεντίνα - Στρυμώνας, υποτμήμα Βόρεια Παράκαμψη Ασπροβάλτας α) χ.θ. 0 + 000 έως 8 + 970, 00 κα l β) χ.θ. 8 + 970, 00 έως χ.θ. 19 + 337,26, έκτασης συνολικού εμβαδού 940.158,50 τ.μ., που βρίσκεται στους Νομούς Θεσσαλονίκης και Σερρών κα l εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από Οκτωβρίου 1993 κτηματολογικό διάγραμμα (αριθ.

σχεδίου 1, φύλλα 2) και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα (τεύχη 2) της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιίας, Διεύθυνση Συγκοινωνιακών Έργων (τέως 14ης ΠΥΔΕ) του Υπουργείου Περιβάλλοντος-Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, τα οποία έχει συντάξει η "... ΑΈ." και θεωρήθηκε από τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων (Δ12) του εν λόγω Υπουργείου Κωνσταντίνο Δεσύπρη στις 23-3-1994.

Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες α)του Δημοσίου που θα αντιμετωπιστεί από τις πιστώσεις του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα οδοποιίας, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων (αριθμός έργου 9371510) και β) των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται με τις προϋποθέσεις του νόμου.

Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνεται και τμήμα της με αριθμό ΚΠ 2Α ιδιοκτησίας από την οποία απαλλοτριώθηκαν : α) το υπό στοιχεία 133-143-142-42-10-127-131-132-133 τμήμα, εμβαδού 8.876 τ.μ., από το οποίο το υπό στοιχεία 131-130-140-139-133-132-131 τμήμα, εμβαδού 1.220 τ.μ. θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενο και β) ένα τμήμα εμβαδού 340 τ.μ..

Από το αρχικό ακίνητο παρέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα εμβαδού 2.440,00 τ.μ., υπό στοιχεία 133-132- δ-γ-β-α-133....Στη συνέχεια το έτος 2005 με την υπ' αριθμόν 1083265/6322/0010/14-9-2005 Κ.Υ.Α κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ...Με την ανωτέρω απόφαση απαλλοτριώθηκε και το υπόλοιπο τμήμα της υπ' αριθμόν ΚΠ 2Α ιδιοκτησίας του ενάγοντος, υπό στοιχεία 17-18-19-14-15-16-17 εμβαδού 2.440 τ.μ..

Με την υπ' αριθμόν 31795/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης της απαλλοτριούμενης έκτασης των 2.440 τ.μ...Το Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την δικαστικώς καθορισθείσα αποζημίωση ....στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η αποζημίωση για την απαλλοτρίωση των τμημάτων εμβαδού 8.876 τ.μ.

και 340 τ.μ. της υπ' αριθμόν ΚΠ 2Α ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου - ενάγοντος. Δεν καταβλήθηκε αποζημίωση στον εφεσίβλητο -ενάγοντα για το υπό στοιχεία 131-130-140-139-133-132-131 τμήμα, εμβαδού 1.220 τμ, καθόσον αυτό θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενο, επειδή απέκτησε πρόσωπο επί της Εγνατίας Οδού. Το επίδικο ακίνητο πριν την κήρυξη ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ το εναπομείναν, από την πρώτη απαλλοτρίωση τμήμα, εκτάσεως, 2.440 τ.μ.

κατέστη, ως εμπίπτον σε απαγορευτική προς δόμηση περιοχή, μη οικοδομήσιμο. Πριν την κατασκευή της Εγνατίας Οδού, τα ακίνητα της περιοχής είχαν πρόσβαση με μηχανοκίνητα μέσα, από αγροτικούς δρόμους από και προς τον οικισμό της Ασπροβάλτας και την ευρύτερη αυτής περιοχή, η οποία παρουσιάζει τουριστική κίνηση ως τόπος παραθερισμού.

Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η Εγνατία οδός στην περιοχή του ακινήτου, έχει σε όλο το μήκος του προσώπου σ' αυτήν και επί του ορίου της απαλλοτρίωσης, διπλό μεταλλικό στηθαίο, αφού είναι κλειστή οδός ταχείας κυκλοφορίας, περιφραγμένη με προστατευτικά μεταλλικά στηθαία (μπάρες), ύψους 0,70 μ και περίφραξη κατά μήκος της με δικτυωτό συρματόπλεγμα και τσιμεντοπασσάλους, το οποίο δεν έχει άμεση πρόσβαση στην οδό αυτή.

Εξάλλου η Εγνατία Οδός, ως οδός ταχείας κυκλοφορίας συνδέεται με το υπόλοιπο κύριο οδικό δίκτυο μόνο με ειδικής διάταξης ισόπεδους ή ανισόπεδους κόμβους, δεν διασταυρώνεται ισόπεδα με άλλη οδό, μονοπάτι ή σιδηροδρομική γραμμή. Το εναπομείναν ως άνω τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος μετά την πρώτη απαλλοτρίωση καθόλου δεν ωφελήθηκε από την κατασκευή της εν λόγω οδού, αφού δεν έχει πρόσβαση σ' αυτή, αλλά αντιθέτως δυσχεράνθηκε και συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ωφέλεια που προέκυψε εξ αιτίας της κατασκευής της Εγνατίας Οδού, ενώ με τη συμπληρωματική απαλλοτρίωση απαλλοτριώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, και το εναπομείναν από την πρώτη απαλλοτρίωση τμήμα, οπότε δεν απέμεινε ιδιοκτησία του ενάγοντος, επί της οποίας να μπορούν να υλοποιηθούν οι τυχόν ωφέλειες από την κατασκευή του έργου της Εγνατίας Οδού, ώστε να τις απολαύσει ο ενάγων, ο οποίος δεν αποζημιώθηκε για το προαναφερθέν τμήμα, που θεωρήθηκε αυταποζημιούμενο.

Σημειωτέον δε ότι, με τη μεθόδευση των διαδοχικών απαλλοτριώσεων, για την κατασκευή του ίδιου έργου, το φερόμενο ως αυτοαποζημιούμενο, κατά την πρώτη απαλλοτρίωση, τμήμα του ακινήτου του εφεσίβλητου- ενάγοντος, μετά την απαλλοτρίωση, με τη δεύτερη απαλλοτριωτική απόφαση και του φερομένου ως ωφελούμενου τμήματος, εν τοις πράγμασι, απαλλοτριώθηκε, χωρίς να καταβληθεί, στον δικαιούχο ιδιοκτήτη του η οφειλόμενη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 παρ. 1, 2, 4 του Συντάγματος, οφειλόμενη αποζημίωση.

Ενόψει όλων των παραπάνω, κρίνεται ότι καμία ωφέλεια δεν προσέδωσε στο εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος από την αρχική απαλλοτρίωση, το γεγονός ότι έχει πρόσωπο επί της Εγνατίας Οδού, η κατασκευή της οποίας, πέραν της έμμεσης ωφέλειας που συνεπάγεται για όλους τους ιδιοκτήτες της περιοχής και του χρήστες αυτής, δεν επέφερε καμία άμεση ωφέλεια για το εν λόγω τμήμα και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ούτε ότι αυξήθηκε η αξία ή η εκμεταλλευσιμότητά του, ούτε ότι οποιοδήποτε προσδιοριστικό της αξίας του στοιχείο επηρεάστηκε θετικά, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε, κατά τα ειδικότερα προεκτιθέμενα, ότι είχε επηρεαστεί δυσμενώς η προσβασιμότητά του σ' αυτό και συνακόλουθα η εκμεταλλευσιμότητά του, για το χρονικό διάστημα των οκτώ ετών από την πρώτη απαλλοτρίωση μέχρι τη συμπληρωματική, οπότε και απαλλοτριώθηκε και το εναπομείναν αυτό τμήμα κατά τα προεκτεθέντα... "....

Συνεπώς, ο ενάγων δεν μπορεί να θεωρηθεί ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/77, ώστε έτσι να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση και συνακόλουθα δικαιούται αποζημίωση για την προαναφερόμενη μη αποζημιωθείσα έκταση της ιδιοκτησίας του, που θεωρήθηκε ότι αυταποζημιώνεται, υπολογιζόμενη με βάση την καθορισθείσα αντίστοιχη οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, όπως το ύψος της τιμής αυτής προαναφέρεται.

Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολό της, η οποία άλλο λόγο προς έρευνα δεν περιέχει ". Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι ουδεμία ωφέλεια προσέδωσε στο εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος από την αρχική απαλλοτρίωση, το γεγονός ότι έχει πρόσωπο επί της Εγνατίας Οδού, και εντεύθεν περί έλλειψης υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης για τμήμα της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του, εμβαδού 1220 τ.μ. , επειδή το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του, εμβαδού 2.440 τ.μ.

δεν απέκτησε άμεση πρόσβαση στην Εγνατία οδό, η οποία είναι κλειστή στην περιοχή του ακινήτου, αφού έχει σε όλο το μήκος του προσώπου σ' αυτήν και επί του ορίου της απαλλοτρίωσης, διπλό μεταλλικό στηθαίο, αλλά αντιθέτως ότι δυσχεράνθηκε η προσβασιμότητα του ακινήτου στο οδικό δίκτυο, ενόψει του ότι η Εγνατία Οδός , η οποία είναι κλειστή οδός ταχείας κυκλοφορίας, περιφραγμένη με προστατευτικά μεταλλικά στηθαία (μπάρες), ύψους 0,70 μ και περίφραξη κατά μήκος της με δικτυωτό συρματόπλεγμα και τσιμεντοπασσάλους, ως οδός ταχείας κυκλοφορίας συνδέεται με το υπόλοιπο κύριο οδικό δίκτυο μόνο με ειδικής διάταξης ισόπεδους ή ανισόπεδους κόμβους και δεν διασταυρώνεται ισόπεδα με άλλη οδό, μονοπάτι ή σιδηροδρομική γραμμή, ενώ πριν την κατασκευή της Εγνατίας Οδού, τα ακίνητα της περιοχής είχαν πρόσβαση με μηχανοκίνητα μέσα, από αγροτικούς δρόμους από και προς τον οικισμό της Ασπροβάλτας και την ευρύτερη περιοχή, η οποία παρουσιάζει τουριστική κίνηση ως τόπος παραθερισμού, ακόμη δε, δέχτηκε ότι αυτό υπέστη δυσμενή μεταβολή από την πρώτη απαλλοτρίωση ως προς την οικοδομησιμότητά του, αφού το αρχικό ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, εμβαδού 9216 τ.μ (8.876τ.μ +340τ.μ) πριν από την κήρυξη της πρώτης απαλλοτρίωσης ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ως έχον εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

ενώ το εναπομείναν από την πρώτη απαλλοτρίωση τμήμα της ιδιοκτησίας του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, εμβαδού 2.440 τ.μ.μετά την απαλλοτρίωση, κατέστη, μη οικοδομήσιμο, ως εμπίπτον σε απαγορευτική προς δόμηση περιοχή.

Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης , αλλά διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με την κρίση του περί μη ύπαρξης ωφέλειας του εναπομείναντος από την πρώτη απαλλοτρίωση τμήματος, αναφέροντας ειδικότερα τους λόγους που δικαιολογούν την κρίση του αυτή, συνιστάμενους στην αδυναμία άμεσης πρόσβασης στην Οδό στην οποία απέκτησε πρόσωπο, και στις δυσμενείς επιπτώσεις στην οικοδομησιμοτητά του που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της συνδρομής ή μη των όρων των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης , από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Πέραν τούτων, το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης , έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται να αποζημιωθεί για το παραπάνω τμήμα της ιδιοκτησίας του, δεχόμενο ότι δεν μπορεί ο ενάγων να θεωρηθεί ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ώστε έτσι να επιβαρυνθεί με αυταποζημίωση, αφού μετά τη δεύτερη συμπληρωματική απαλλοτρίωση, απαλλοτριώθηκε και το εναπομείναν από την πρώτη απαλλοτρίωση τμήμα, οπότε δεν απέμεινε ιδιοκτησία του ενάγοντος, επί της οποίας να μπορούν να υλοποιηθούν οι τυχόν ωφέλειες από την κατασκευή του έργου της Εγνατίας Οδού, ώστε να τις απολαύσει ο ενάγων, ο οποίος δεν αποζημιώθηκε για το προαναφερθέν τμήμα , που θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενο.

Με τις παραδοχές αυτές , το δικαίωμα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου , ως ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος τμηματικά με δύο διαδοχικές πράξεις κήρυξης απαλλοτρίωσης ακινήτου , για την εκτέλεση του ίδιου έργου οδοποιίας , να ζητήσει , μετά την απαλλοτρίωση, του συνόλου της ιδιοκτησίας του αποζημίωση και για το παραπάνω τμήμα της ιδιοκτησίας του, που με την πρώτη διοικητική πράξη απαλλοτρίωσης φέρεται ως αυτοαποζημιούμενο και δεν καταβλήθηκε γι' αυτό αποζημίωση, θεμελιώνεται στο άρθρο 17 του Συντάγματος για πλήρη αποζημίωση του ιδιοκτήτη του ακινήτου που απαλλοτριώνεται και δεν τίθεται θέμα τεκμηρίου ωφέλειας.

Τούτο δε διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή της διατήρησης της αυτοαποζημίωσης και μετά την απαλλοτρίωση της συνολικής έκτασης του ακινήτου με την τελευταία απαλλοτρίωση, ο ιδιοκτήτης δεν θα αποζημιώνεται πλήρως, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά η αποζημίωσή του θα είναι μειωμένη κατά το μέτρο της αυτοαποζημίωσης που περιλάμβανε η προηγούμενη απαλλοτρίωση (ΣΤ.Ε. 4035/1998 ). .Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο, καθόσον αφορά στην επάλληλη αιτιολογία του , δεν δέχτηκε, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων ότι η απαλλοτρίωση του συνόλου της ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου με διαδοχικές απαλλοτριώσεις για την κατασκευή του ίδιου έργου και η συμμετοχή αυτού στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης με το συνολικό ποσό των 46.544,39 ευρώ, για ωφέλεια του ακινήτου του που δεν σώζεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής του για ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, αποτελεί έναν από τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, αλλά δέχθηκε όσα παραπάνω αναφέρθηκαν περί μη πλήρους αποζημίωσης του ενάγοντος, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρο. 183 ΚΠολΔ ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-4-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. . 1909/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου , τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ