1530/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1530/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1530 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1530/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Α.Ε." πρώην "... Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χρύσα Σαλαβράκου και Νικόλαο Παπαχρονόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλείου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-2-2010 τέσσερις αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 415/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5466/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ήδη αναιρεσίβλητη "... Α.Ε." με τις ένδικες (τέσσαρες κοινού ιστορικού περιεχομένου) αγωγές ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως, την οποία είχε καταρτίσει με την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.", η τελευταία ανέλαβε, την υποχρέωση να της καταβάλει ασφαλιστική αποζημίωση σε περίπτωση επελεύσεως μεταξύ άλλων κινδύνων και εκείνου της οιασδήποτε οικονομικής της απώλειας, συνεπεία πράξεων "απιστίας υπαλλήλων", όπως ειδικότερα περιγράφεται η εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη σε στερεότυπη ρήτρα που έχει συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και περιλαμβάνεται στο σύνολο των εκδοθέντων από την εναγομένη και αναφερομένων στις αγωγές ασφαλιστηρίων.
Επικαλούμενη δε ακολούθως επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, λόγω των παρανόμων δραστηριοτήτων των διευθυντικών οργάνων και υπαλλήλων της που περιγράφονται στις αγωγές, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αρχικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να της καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση τα χρηματικά ποσά των 1.662.204,39€, 3.161.039,32€, 5.477.134,93€ και των 5.363.745,10€ αντιστοίχως με τις πρώτη, δευτέρα, τρίτη και τετάρτη των αγωγών, αφαιρουμένου παρ’ εκάστου των ποσών τούτων του ποσού των 400.000 ευρώ που αποτελεί την προβλεπομένη από το ασφαλιστήριο απαλλαγή της εναγομένης, άλλως δε και επικουρικώς τα ποσά των 1.204.541,7€ , 1,829.090,88€, 3.875.273,45€ και 3.133.094,78€, άλλως δε και επικουρικότερα τα ποσά των 1.495.521,58€, 1.559.522,69€ 3.931.219,47 € και 4.017.889,26€.
Με την πρωτόδικη απόφαση, και οι τέσσαρες αγωγές που συνεκδικάσθηκαν, κατά την τακτική διαδικασία, απερρίφθησαν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, δεκτού γενομένου ότι δεν επήλθε ο για την θεμελίωση αυτών προβαλλόμενος ασφαλιστικός κίνδυνος. Επί της ασκηθείσης κατά της ανωτέρω αποφάσεως εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση, με εξαίρεση μέρος μόνο αυτής που αφορούσε τμήμα της μιας μόνο από τις συνεκδικασθείσες αγωγές, κατά το οποίο εξαφάνισε την απόφαση και δεχόμενο εν μέρει την αγωγή αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσείβλητη νομιμοτόκως το ποσό των 486.554,00 €.
Η απόφαση αυτή, κατά το μέρος που δέχθηκε την ως άνω αγωγή, πλήττεται ήδη από την εναγομένη με την υπό κρίση αίτηση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αυτό αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
Α.Π. 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του λόγου αυτού, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ’ αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 378/2011, Α.Π. 656/2011).
Εξάλλου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2496/1997: " Αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε στον λήπτη της ασφάλισης κάποια από τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 2 περίπτωση Η και παρ. 3 περίπτωση Δ του ν.δ/τος 400/1970, όπως ισχύει, κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για ασφάλιση ή αν δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου...".
Επίσης κατά το άρθρο 3 παρ. 1, 6 και 7 του ιδίου ως άνω νόμου : " Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή...(παρ.1).
Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης...Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή (παρ.6) .
Η καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους του ασφαλιστή... στη ν περίπτωση της παρ. 6 του άρθρου αυτού επιφέρει άμεσα αποτελέσματα... (7)". Τέλος κατά το άρθρο 7 του ιδίου ως άνω νόμου ; " 1. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός οκτώ (8) ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωση να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή.
Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δίνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα που σχετίζονται με τις περιστάσεις και τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου που του ζητάει ο ασφαλιστής. Ο λήπτης της ασφάλισης δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν γνώριζε την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αν τούτο οφείλεται σε βαριά του αμέλεια. 2.
Η υπαίτια παράβαση από τον λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεων της παρ. 1 αυτού του άρθρου παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του. 3. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή ή μείωση της ζημίας και να ακολουθεί τις οδηγίες το ασφαλιστή....
Αντίθετη συμφωνία επιτρέπεται, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους...4. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των διατάξεων της παρ. 3 αυτού του άρθρου, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποζημίωση του ασφαλιστή. 5. Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης.
Ο ασφαλιστής δικαιούται μόνο το δεδουλευμένο ασφάλιστρο. 6. Με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.... Αντίθετη συμφωνία επιτρέπεται, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους." Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε , κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Η ενάγουσα...
τραπεζική εταιρεία, στα πλαίσια της συνεχούς...από το έτος 1999 συνεργασίας της με την εναγομένη...δυνάμει ... του .../29-1-2003 πολυασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατάρτισε με την τελευταία, η οποία.... μέχρι το έτος 2007 ήταν θυγατρική της εταιρία, υπό την επωνυμία "... Α.Α.Ε", σύμβαση ασφαλίσεως κατά διαφόρων κινδύνων που συνάπτονταν με την λειτουργία της (κατά τραπεζικών κινδύνων - ...), κινδύνους από τη χρήση πιστωτικών καρτών, από ηλεκτρονική απάτη, επαγγελματική ευθύνη και ευθύνη των στελεχών και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου), με την οποία, μεταξύ άλλων, ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι ετησίου ασφαλίστρου ύψους 1.141.989,11 Ευρώ, να καταβάλει στην ενάγουσα ασφαλιστική αποζημίωση μέχρι του ποσού των 30.000.000 Ευρώ σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του κινδύνου οιασδήποτε οικονομικής απώλειας που θα υφίστατο συνεπεία πράξεων απιστίας υπαλλήλων της - με απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας ύψους 400.000 Ευρώ - για την χρονική περίοδο από 1-12-2002 έως 1-12-2003 και κατόπιν ανανεώσεως της σχετικής συμβάσεως, δυνάμει του .../3-2-2004 πολυασφαλιστηρίου, για το χρονικό διάστημα από 1-12-2003 έως 1-12-2004, υπό τους ίδιους συμβατικούς όρους, πλην αυτού του ύψους της απαλλαγής της άνω ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία ορίστηκε σε 500.000 Ευρώ και του ύψους του καταβαλλομένου ασφαλίστρου, το οποίο ανήλθε σε 1.156.186,12 Ευρώ.
Στα εν λόγω πολυασφαλιστήρια και ειδικότερα στο Τμήμα Ι αυτών, που τιτλοφορείτο ως "..." και αφορούσε την κάλυψη από τον κίνδυνο της "απιστίας υπαλλήλων" περιελήφθη στην αγγλική γλώσσα, ως πρόσθετος όρος του εν λόγω τμήματος, η ρήτρα 1 - "απιστία υπαλλήλων" (όπως είχε διαμορφωθεί με το στερεότυπο ασφαλιστικό όρο του wording KFA 81), σύμφωνα με την οποία, όπως επί λέξει μεταφράζεται από την αγγλική γλώσσα, ο άνω αναληφθείς κίνδυνος προσδιοριζόταν ως ακολούθως: "Απώλεια που προκύπτει αποκλειστικά και άμεσα από ανέντιμες και παράνομες πράξεις από εργαζόμενους του ασφαλισμένου που διαπράχθηκαν με την έκδηλη πρόθεση να προκαλέσουν στον ασφαλισμένο αυτή τη ζημία ή να προσπορίσουν οικονομικό όφελος για τους εαυτούς τους, όπου και εάν έχουν διαπραχθεί και είτε τις έχουν διαπράξει μόνοι τους είτε σε σύμπραξη με άλλους, συμπεριλαμβανομένης και της περιουσιακής ζημίας μέσω οποιωνδήποτε τέτοιων πράξεων από τους εργαζομένους.
Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, συμφωνείται ότι σε σχέση με την εμπορία ή άλλες συναλλαγές με χρεόγραφα, εμπορεύματα (commodities), συμβάσεις προθεσμιακών αγορών ή πωλήσεων (futures), οψιόν (ορtiοη), νομίσματα, συνάλλαγμα και τα συναφή και δάνεια, συναλλαγές με τη φύση δανείου ή σε άλλη πιστωτική μορφή, το παρόν Συμβόλαιο καλύπτει μόνο ζημίες που προκύπτουν αποκλειστικά και άμεσα από ανέντιμες ή παράνομες ενέργειες των Εργαζομένων του Ασφαλισμένου που έχουν διαπραχθεί με την έκδηλη πρόθεση να διαπράξουν και που οδηγούν στο αποτέλεσμα του προσπορισμού ακατάλληλου οικονομικού οφέλους για τους εαυτούς τους εκτός από τον μισθό, αμοιβές, προμήθειες, προώθηση και άλλες παρόμοιες απολαβές".
Από τη σαφή διατύπωση της άνω ρήτρας, η οποία δεν επιτρέπει την ερμηνευτική προσέγγισή της σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 173 και 200 Α.Κ και ειδικότερα του δεύτερου τμήματος (δεύτερης παραγράφου), η οποία περιελήφθη χωρίς αντίρρηση από την πλευρά της ενάγουσας στα άνω ασφαλιστήρια συμβόλαια, προκύπτει ότι, ειδικά για ορισμένες περιπτώσεις κινδύνου απιστίας των υπαλλήλων της τελευταίας, μεταξύ των οποίων οι περιπτώσεις που έχουν σχέση με την παροχή δανείων, συναλλαγών με τη μορφή δανείου, ή με άλλη πιστωτική μορφή, επιλέχθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ο περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, σε αντίθεση με άλλους καλυπτόμενους με τα ένδικα πολυασφαλιστήρια συμβόλαια ασφαλιστικούς κινδύνους, με συνέπεια η θεμελίωση αξιώσεως του ασφαλισμένου για την καταβολή ασφαλιστικής αποζημιώσεως να προϋποθέτει την πράγματι αποκόμιση ακατάλληλου (διαφόρου από αμοιβές, προμήθειες, προαγωγές και άλλες παρόμοιες απολαβές), και συνακόλουθα παράνομου οικονομικού - περιουσιακού οφέλους από τον ίδιο τον υπάλληλο, χωρίς να αρκεί για τη θεμελίωση της μόνον η πρόθεση αυτού να αποκομίσει τέτοιου είδους όφελος ή η αποκόμιση οφέλους από τρίτους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι της εφέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω... ο Α. Β., διευθυντής του καταστήματος της ενάγουσας στη ...
από 1-6-2003 έως 23-8-2004, σύμφωνα με την από 25-11-2004 έκθεση ελέγχου του Επιθεωρητή της ενάγουσας Δ. Κ., προέβη σε "ιδιαίτερα διακριτική μεταχείριση συγκεκριμένων πελατών του καταστήματος". Ειδικότερα, σύμφωνα με την άνω έκθεση, εκμεταλλευόμενος την άνω θέση του "εξυπηρέτησε παράτυπα ορισμένους πιστούχους γνωστούς του στην πλειοψηφία τους" και ειδικότερα ...κατά παράβαση των Εγκυκλίων οδηγιών και των εσωτερικών Κανονισμών της Τράπεζας, και ειδικότερα του Κανονισμού Χρηματοδοτήσεων της ενάγουσας, που επέβαλε, μεταξύ άλλων, αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των άνω πιστούχων πριν από κάθε αύξηση του ορίου χρηματοδοτήσεως, αλλά και της τραπεζικής δεοντολογίας, προβαίνοντας συγκεκριμένα στην έγκριση χρηματοδοτήσεων - πιστώσεων ενώ γνώριζε δυσμενή οικονομικά στοιχεία των δανειοδοτούμενών πιστούχων, τα οποία απέκρυπτε από τη Διεύθυνση Καταστημάτων Κεντρικής Ελλάδος της ενάγουσας...,χρηματοδοτώντας επιχειρήσεις με επιβαρυντικά οικονομικά στοιχεία συγγενών επιχειρήσεων σε άλλα Καταστήματα..., υπερχρηματοδοτώντας νεοϊδρυθείσες επιχειρήσεις με λήψη ανεπαρκών καλύψεων..., αποδεχόμενος αφερέγγυα αξιογραφικά καλύμματα-επιταγές ευκολίας των άνω πιστούχων και αντικαθιστώντας χωρίς προηγούμενη έγκριση των αρμοδίων οργάνων της ενάγουσας ενέχυρο καταθέσεως πιστούχου με επιταγές ευκολίας..., με αποτέλεσμα οι εν λόγω δανειοδοτηθέντες να μην ανταποκριθούν τελικά στις συμβατικές τους υποχρεώσεις από τις συμβάσεις πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό που είχαν καταρτίσει με την ενάγουσα, οι αντίστοιχοι λογαριασμοί να κλείσουν και να παρουσιάζουν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, κατά το κλείσιμο τους, ύψους 1.895.463,16 Ευρώ....Περαιτέρω, ο Χ.
Ν., διευθυντής του καταστήματος ... της ενάγουσας από 2-6-2003 έως 15-6-2004 και του καταστήματος ... από 6-4-2000 έως 1-6-2004 αλλά και στέλεχος με δικαίωμα Α’ υπογραφής του καταστήματος ... της ενάγουσας από 1-12-1997 έως 5-4-2000, σύμφωνα με την από 12-11- 2004 έκθεση ειδικού ελέγχου του Επιθεωρητή της ενάγουσας Δ. Γ., κατά παράβαση των κανονισμών και εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας, εκμεταλλευόμενος τις άνω θέσεις του, προέβη στη χορήγηση χρηματοδοτήσεων-πιστώσεων, καταστρατηγώντας τις διαδικασίες του Συμβουλίου Χορηγήσεων της ενάγουσας, καθόσον ενώ γνώριζε δυσμενή στοιχεία των δανειοδοτούμενων από αυτόν πιστούχων και ειδικότερα της εταιρείας "...
Ε.Π.Ε", κατά το διάστημα που ήταν διευθυντής του καταστήματος ..., των Κ. Α., Ε. Ν., Δ. Λ., κατά το διάστημα που ήταν διευθυντής στο κατάστημα ... και της Μ. Λ., όταν εργαζόταν ως υπεύθυνος χρηματοδοτήσεων με δικαίωμα Α’ υπογραφής στο κατάστημα ..., απέκρυψε αυτά από τη Διεύθυνση Καταστημάτων Κεντρικής Ελλάδος της ενάγουσας που ήταν αρμόδια για την έγκριση, διατήρηση ή αύξηση των πιστωτικών ορίων χρηματοδοτήσεων,..., αποδέχθηκε σωρεία επιταγών ευκολίας που είχαν εκδοθεί από γνωστά φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή συγγενείς επιχειρήσεις των πιστούχων που ενεργούσαν από κοινού ως ομάδα, προβαίνοντας σε αμοιβαίες μεταξύ τους οικονομικές διευκολύνσεις..., προέβη ενόσω εργαζόταν ως διευθυντής του καταστήματος ..., στην έκδοση εικονικού δανείου προς την φίλη του Ε.
Φ., την υπογραφή της οποίας και πλαστογράφησε, μεθόδευσε καθ’ υπέρβαση των ορίων του άνω Καταστήματος τη χορήγηση στεγαστικού δανείου στην τρίτη και τέταρτο εκ των άνω πιστούχων με σκοπό την έμμεση χρηματοδότηση του πιστούχων Β. Χ. και Ε. Δ. και μεθόδευσε ενόσω εργαζόταν στο κατάστημα ... ως υπεύθυνος χρηματοδοτήσεων με δικαίωμα Α’ υπογραφής την καθ’ υπέρβαση των ορίων του καταστήματος χρηματοδότηση της Μ.
Λ. χωρίς επαρκή καλύμματα. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ενεργειών του ήταν οι εν λόγω δανειοδοτηθέντες να μην ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις από τις συμβάσεις πιστώσεως που είχαν καταρτίσει με την ενάγουσα, οι αντίστοιχοι λογαριασμοί που τηρήθηκαν για κάθε πιστούχο να κλείσουν και να παρουσιάζουν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, κατά το κλείσιμο τους ύψους 1.959.140,58 Ευρώ...
Ομοίου περιεχομένου παράτυπες ενέργειες, κατά παράβαση των κανονισμών και εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας, του Γ. Τ., διευθυντή του καταστήματος ... από 1-10-2002... διαπιστώθηκαν και στην από 12-8-2004 έκθεση ειδικού ελέγχου της Επιθεωρητού της ενάγουσας Β. Π., αναφορικά με τη λειτουργία του εν λόγω καταστήματος, με αποτέλεσμα οι κατωτέρω δέκα (10) πιστούχοι που χρηματοδοτήθηκαν κατά τον ανωτέρω τρόπο, ήτοι κατά παράβαση των εσωτερικών κανονισμών και εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας...
να μην ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις από τις συμβάσεις πιστώσεως που είχαν καταρτίσει με την ενάγουσα, με συνέπεια οι αντίστοιχοι λογαριασμοί που τηρήθηκαν για κάθε πιστούχο να κλείσουν παρουσιάζοντας συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, κατά το κλείσιμο τους ύψους 4.330.967,79 Ευρώ...Τέλος, σύμφωνα με την από 21-4-2005 έκθεση ειδικού ελέγχου του καταστήματος ...
Θεσσαλονίκης του επιθεωρητού της ενάγουσας Κ. Π., διαπιστώθηκε ότι κατά το χρόνο που στο εν λόγω κατάστημα απασχολούνταν ο Ι. Π. ως διευθυντής, ήτοι από 1-6-2003 και ο Κ. Φ. ως υπεύθυνος πελατείας επιχειρήσεων του άνω καταστήματος της ενάγουσας, υπήρξαν ανάλογου περιεχομένου παράτυπες ενέργειες του πρώτου, με την ανοχή του δεύτερου εξ αυτών και ειδικότερα, χρηματοδότηση - δανειοδότηση είκοσι δύο πιστούχων...κατά καταστρατήγηση των αρμοδιοτήτων τους και κατά παράβαση των κανονισμών και εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας...
Αποτέλεσμα των ανωτέρω ενεργειών ήταν οι εν λόγω δανειοδοτηθέντες να μην ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις από τις συμβάσεις πιστώσεως που είχαν καταρτίσει με την ενάγουσα, οι αντίστοιχοι λογαριασμοί που τηρήθηκαν για κάθε πιστούχο να κλείσουν και να παρουσιάζουν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, κατά το κλείσιμο τους ύψους 4.228.178,80 Ευρώ....
Οι πιο πάνω πράξεις των προαναφερθέντων υπαλλήλων της ενάγουσας, όπως επισημαίνεται και στις άνω εκθέσεις των ειδικών ελέγχων, έθεσαν σε κίνδυνο τα συμφέροντα της, αφού (κατά κύριο λόγο), οι τελευταίοι προέβησαν σε επισφαλείς χρηματοδοτήσεις διαφόρων πιστούχων, κατά παράβαση των Κανονισμών και των εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας και εν τέλει τη ζημίωσαν, πλην όμως, ακόμη κι’ αν ήθελε γίνει δεκτό ότι έγιναν με σκοπό τη ζημία της ενάγουσας - παρότι ήταν δυνατό να οφείλονταν σε πληθώρα άλλων πλην της "απιστίας" λόγων, όπως η εσφαλμένη εκτίμηση του επιχειρηματικού κινδύνου, η χαριστική χρηματοδότηση λόγω φιλικών σχέσεων, η συντόμευση των διαδικασιών χρηματοδοτήσεως για την προσέλκυση ενός πελάτη, συνδυαζόμενη με την επιδίωξη εμφανίσεως αυξημένου κύκλου εργασιών του καταστήματος ή και σε συνδυασμό των ανωτέρω λόγων δεν αποδείχθηκε (πλην των κατωτέρω αναφερομένων δύο περιπτώσεων), ότι οι εν λόγω υπάλληλοι αποκόμισαν πράγματι για τον εαυτό τους από τις επίδικες χρηματοδοτήσεις κάποιο παράνομο οικονομικό όφελος, την ύπαρξη και το συγκεκριμένο ύψος του οποίου, κάθε φορά (σε κάθε δανειοδότηση), δεν επικαλείται ούτε η ενάγουσα - η οποία αντιθέτως, ισχυρίζεται, αβάσιμα, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ότι για την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως δεν απαιτείτο, σύμφωνα με την ένδικη σύμβαση, η αποκόμιση στην πραγματικότητα εκ μέρους του ανέντιμου ("άπιστου") υπαλλήλου παράνομου περιουσιακού - οικονομικού οφέλους και συνακόλουθα δεν υποχρεούτο στην απόδειξη της, παρά τη σαφή γραμματική διατύπωση της δεύτερης παραγράφου της ένδικης ρήτρας, στην οποία προσδιορίζονται σαφώς οι προϋποθέσεις της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως σε ορισμένες συναλλαγές όπως τα δάνεια, μεταξύ των οποίων και η εν τοις πράγμασι αποκόμιση οικονομικού οφέλους εκ μέρους του ανέντιμου υπαλλήλου...
Στις περιπτώσεις όμως α) της χρηματοδοτήσεως της πιστούχου εταιρείας "... Ε. Π. Ε", κατά το διάστημα που ο Χ. Ν. ήταν διευθυντής του καταστήματος ... και β) της "εικονικής" δανειοδοτήσεως της Ε. Φ., κατά το διάστημα που ο τελευταίος εργαζόταν ως διευθυντής του υποκαταστήματος ... της ενάγουσας, αποδείχθηκε η εν τοις πράγμασι αποκόμιση οικονομικού οφέλους εκ μέρους του άνω υπαλλήλου.
Ειδικότερα, στην πρώτη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω υπάλληλος, έχοντας αναπτύξει φιλική σχέση με τον Α. Π. κατά παράβαση των εσωτερικών κανονισμών και των εγκυκλίων οδηγιών της ενάγουσας, χωρίς να ενημερώνει το Συμβούλιο Χρηματοδοτήσεων του καταστήματος ... και τη Διεύθυνση Καταστημάτων Κεντρικής Ελλάδος, που ήταν αρμόδια για την έγκριση, διατήρηση, αύξηση ή μείωση των πιστωτικών ορίων χρηματοδοτήσεων παρότι γνώριζε δυσμενή στοιχεία για την εν λόγω επιχείρηση, και ειδικότερα ότι παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, ότι επιταγές εκδόσεως της που κυκλοφορούσαν στην αγορά δεν επρόκειτο να πληρωθούν, ενώ και επιταγές πελατείας που είχε παραδώσει ως ενέχυρο θα ήσαν ακάλυπτες και επί πλέον, ότι η παρασχεθείσα εκ μέρους της άνω πιστούχου εμπράγματη ασφάλεια δεν ήταν επαρκής για την εξασφάλιση της χρηματοδοτήσεως της, αποφάσισε και πραγματοποίησε από την 11-11-2003 έως 27-4-2004, καθ’ υπέρβαση του αρχικού πιστωτικού ορίου (ύψους 250.000 Ευρώ) επανειλημμένες αυξήσεις τούτου, με συνέπεια αυτό να ανέλθει στο ποσόν των 1.136.554,00 Ευρώ, ήτοι να σημειωθεί υπέρβαση του άνω ορίου κατά το ποσό των 886.554,00 Ευρώ, το οποίο και εκταμιεύθηκε, πραγματοποιώντας τις σχετικές συναλλαγές μόνος του, από τη δική του θέση εργασίας (05-1) και καταστρέφοντας και τα σχετικά παραστατικά για να μην υποπέσει η ανέντιμη και αντικανονική ενέργεια του στην αντίληψη άλλων υπαλλήλων του καταστήματος...
Ο τελευταίος, παρά τις επικαλούμενες από τον ίδιο στο άνω έγγραφο δικαιολογίες των άνω ενεργειών του...αποκόμισε οικονομικό όφελος (διάφορο από αμοιβή, προμήθεια ή προαγωγή) από την εν λόγω χρηματοδότηση, καθόσον αποδείχθηκε ότι με επιταγή εκδόσεως της άνω πιστούχου με ημερομηνία εκδόσεως 15-3-2004 πληρώθηκε μέρος του οφειλομένου από τον άνω υπάλληλο τιμήματος από την αγορά ενός αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Μercedes 200, ύψους 8.000,00 Ευρώ, στον πωλητή του τελευταίου Α.
Χ.. Επίσης, ο ίδιος υπάλληλος, περί τον Απρίλιο του έτους 2001 κατάρτισε με την ενάγουσα την .../3-42001 σύμβαση στεγαστικού δανείου για αγορά ανύπαρκτου διαμερίσματος στο όνομα της Ε. Φ., παιδικής του φίλης, εν αγνοία της τελευταίας και πλαστογραφώντας την υπογραφή της οικειοποιήθηκε στη συνέχεια το εκταμιευθέν ποσό, ύψους 39.618,00 Ευρώ, αποκομίζοντας έτσι ισόποσο παράνομο οικονομικό όφελος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 16 παρ.1 του ν. 2496/1997 που τιτλοφορείται ως "υπολογισμός του ασφαλισματος" και βρίσκεται στο τμήμα των γενικών διατάξεων του άνω νόμου, στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η αξία (τρέχουσα και αν δεν υπάρχει η συνηθισμένη) κατά το χρόνο της επελεύσεως του κινδύνου.
Γίνεται δε δεκτό ότι, εάν η ασφαλιστική περίπτωση είναι εκτεταμένη, κρίσιμη για την αξία αποκαταστάσεως θεωρείται όχι η τελευταία αλλά η πρώτη στιγμή της πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου και συγκεκριμένα η αμέσως προηγούμενη της ενάρξεως της πραγματοποιήσεως του ασφαλιστικού κινδύνου χρονική στιγμή...
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε κατά το χρόνο που ο άνω υπάλληλος της ενάγουσας προέβη στην αντικανονική χρηματοδότηση της εταιρίας "... Ε.Π.Ε" και στην έκδοση του άνω στεγαστικού δανείου στο όνομα της Ε. Φ., και επομένως, η αξία αποκαταστάσεως της ζημίας της ενάγουσας συνίσταται στα ποσά των κεφαλαίων που εκταμιεύθηκαν από την τελευταία για τους παραπάνω σκοπούς, ήτοι στα ποσά των 886.554,00 και 39.618,00 Ευρώ...
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η εναγομένη ως πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία, προς το σκοπό, μεταξύ άλλων, αποφυγής περιπτώσεων παρατυπιών και απάτης, με την 2438/1998 πράξη του Διοικητή της όρισε τις βασικές αρχές και κριτήρια σχετικά με την οργανωτική δομή και τις διαδικασίες λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων προβλεπόταν "η άμεση ή έμμεση εμπλοκή δύο τουλάχιστον λειτουργιών του πιστωτικού ιδρύματος σε κάθε δραστηριότητα ή συναλλαγή για λόγους διαφάνειας και ασφάλειας".
Η ενάγουσα εφαρμόζοντας την εποπτική νομοθεσία είχε προσαρμόσει, μέσω της ηλεκτρονικής μηχανοργανώσεως της και των εγκυκλίων οδηγιών και εσωτερικών κανονισμών της, τις διαδικασίες της λειτουργίας της και την οργανωτική δομή της στην εν λόγω εποπτική νομοθεσία, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείεται η περίπτωση ένας και μόνον υπάλληλος να ελέγχει μία συναλλαγή από την αρχή έως το τέλος της, επί πλέον δε μέσω των επιθεωρητών της πραγματοποιούσε τακτικούς ελέγχους στα καταστήματα της.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 2000 έως 2008 πραγματοποίησε δια των αρμοδίων επιθεωρητών της 1546 ελέγχους στα Καταστήματα της, και ειδικότερα 5 ελέγχους στο Κατάστημα ... και 4 ελέγχους σε καθένα εκ των καταστημάτων ... και ..., ανταποκρινόμενη στη συμβατική της υποχρέωση περί διενεργείας ελέγχων ανά τριάντα (30) μήνες στα υποκαταστήματα της.
Το γεγονός ότι ο υπάλληλος της Χ. Ν., επιδεικνύοντας προδήλως ανέντιμη συμπεριφορά, εκμεταλλευόμενος τη θέση του και αδυναμίες λοιπών υπαλλήλων των καταστημάτων όπου υπηρετούσε, διεκπεραίωσε, εισερχόμενος στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας μόνος του και από τη δική του αποκλειστικά θέση - χωρίς συμμετοχή και άλλου υπαλλήλου, όπως προβλεπόταν από τον εσωτερικό Κανονισμό και τις εγκύκλιες οδηγίες της ενάγουσας - συναλλαγές που αφορούσαν την καθ’ υπέρβαση του ορισθέντος πιστωτικού ορίου χρηματοδότηση της εταιρίας "...
Ε.Π.Ε" και δανειοδότηση του ιδίου μέσω του εικονικού στεγαστικού δανείου της Ε. Φ., δεν αναιρούν όσα προεκτέθηκαν αναφορικά με τη τήρηση εκ μέρους της ενάγουσας των απαιτουμένων προϋποθέσεων ασφαλείας των χρηματοπιστωτικών της συναλλαγών, τη συμμόρφωση της με τις οδηγίες της άνω εποπτικής αρχής (Τράπεζας της Ελλάδος), και την επίδειξη εκ μέρους της απαιτούμενης επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην προκειμένη περίπτωση για την αποφυγή αντικανονικών χρηματοδοτήσεων και δανείων.
Περαιτέρω, απορριπτέα ως αβάσιμη τυγχάνει και η προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής (αρ. 10 του ν. 2496/1997) κατά το μέρος που προβάλλεται κατά της αξιώσεως της ενάγουσας για την καταβολή του ασφαλίσματος που αφορά στην επελθούσα ασφαλιστική περίπτωση, της Ανέντιμης συμπεριφοράς του άνω υπαλλήλου αναφορικά με την καθ’ υπέρβαση του πιστωτικού ορίου χρηματοδότηση της εταιρείας "...
Ε.Π.Ε", λόγω παρελεύσεως χρονικού διαστήματος μεγαλυτέρου των τεσσάρων (4) ετών μεταξύ του τέλους του έτους κατά το οποίο επήλθε στην προκειμένη περίπτωση ο ασφαλιστικός κίνδυνος και της ασκήσεως της δεύτερης από τις ένδικες αγωγές... Κατά το μέρος όμως που η εν λόγω ένσταση προτείνεται κατά της αντίστοιχης αξιώσεως της ενάγουσας για την καταβολή ασφαλιστικής αποζημιώσεως συνεπεία της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου στην περίπτωση του προαναφερθέντος εικονικού δανείου προς την Ε.
Φ., η κρινομένη ένσταση πρέπει να γίνει δεκτή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, διότι από το χρόνο κατά τον οποίο επήλθε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ασφαλιστικός κίνδυνος (ήτοι το έτος 2001) και ειδικότερα από το τέλος 1-1-2002 μέχρι της ασκήσεως της από 12-12-2007...αγωγής, στις 27-12-2007, συμπληρώθηκε χρόνος μεγαλύτερος των τεσσάρων ετών, με συνέπεια η εν λόγω αξίωση της ενάγουσας να υποπέσει σε παραγραφή.
Τέλος, από το ποσό των 886.554,00 Ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η ζημία που υπέστη η ενάγουσα στην προκειμένη περίπτωση από τις ανέντιμες ενέργειες του υπαλλήλου της Χ. Ν. κατά την αντικανονική χρηματοδότηση της εταιρείας "... Ε.Π.Ε" πρέπει να αφαιρεθεί ποσόν ύψους 400.000 Ευρώ που αντιστοιχεί στη συμφωνημένη απαλλαγή της εναγομένης - από τη ζημία που προκλήθηκε από την συνολικά εκτιμώμενη ανέντιμη συμπεριφορά του άνω υπαλλήλου της ασφαλισμένης, η οποία άρχισε να υλοποιείται στην περίπτωση της άνω εταιρίας στις 11-11-2003, ήτοι ενόσω βρισκόταν σε ισχύ το .../29-1-2003 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, και να προσδιορισθεί η οφειλομένη από την εναγομένη ασφαλιστικά αποζημίωση στο ποσόν των 486.554,00 Ευρώ (886.554,00 - 400.000,00).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις πρώτη, τρίτη και τέταρτη...αγωγές....στο σύνολο τους και τη δεύτερη...κατά το μέρος που αφορούσε τις λοιπές περιπτώσεις επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, πλην αυτής που αφορούσε την εταιρεία "... Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε" με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται κατ’ αρ 534 Κ.Πολ.Δ, με την παρούσα, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και δέχθηκε εν μέρει την αντίστοιχη (δεύτερη) από τις συνεκδικασθείσες αγωγές κατά το προεκτεθέν μέρος της, απορρίπτοντας τις περί απαλλαγής ενστάσεις της αναιρεσείουσας, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2496/1997 και 361 Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφαση του την αναγκαία αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου και συνεπώς τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, με τους τέσσαρες πρώτους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση επάλληλες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 (πράγματι όμως μόνο από τον αριθμό 1) τυγχάνουν αβάσιμα.
Επί πλέον δε υπό την προσχηματική επίκληση των εν λόγω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται απαραδέκτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τις παραδοχές του ως προς την ουσία της υποθέσεως. Ειδικότερα, οι με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδιδόμενες στην απόφαση, ως άνω, αναιρετικές αιτιάσεις αφορούν την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1,6 και ,7 , 2 παρ. 6 και 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 και 361 του Α.Κ., που συντελέσθηκε με την απόρριψη των καταλυτικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας :
α) ότι η αναιρεσίβλητη κατά την σύναψη των ενδίκων ασφαλιστικών συμβάσεων, προέβη εκ δόλου σε αναληθή δήλωση ως προς τον τρόπο ρυθμίσεως των συναλλαγών, ώστε να μην ελέγχονται εξολοκλήρου από ένα μόνο υπάλληλο της , β) ότι παρέβη την αντίστοιχη συμβατική της υποχρέωση, αφού η επίδικη συναλλαγή με την εταιρεία "...
Ε.Π.Ε", από την οποία απορρέει η ευθύνη της για καταβολή ασφαλιστικής αποζημιώσεως, πραγματοποιήθηκε κατ’ αποκλειστικότητα από ένα μόνο υπάλληλο της (τον Χ. Ν.), γ) ότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από βαρεία αμέλεια της αναιρεσίβλητης συνιστάμενη στην έλλειψη συστηματικών εσωτερικών ελέγχων σε όλα τα υποκαταστήματα αυτής και στην μη λήψη μέτρων, μέσω του ηλεκτρονικού και μηχανογραφικού της συστήματος, που να αποτρέπουν την διεξαγωγή μιας συναλλαγής από ένα μόνο υπάλληλο της και να αποκλείουν την ολοκλήρωση της χωρίς την ηλεκτρονική έγκριση των υπερκειμένων οργάνων και διευθύνσεων.
Όλες οι ανωτέρω αναιρετικές αιτιάσεις είναι αβάσιμες, ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσίβλητη , υποκείμενη, ως πιστωτικό ίδρυμα, στην εποπτεία της Τραπέζης της Ελλάδος και εφαρμόζοντας την εποπτική νομοθεσία είχε προσαρμόσει, μέσω της ηλεκτρονικής μηχανοργανώσεως της και των εγκυκλίων οδηγιών και εσωτερικών κανονισμών της, τις διαδικασίες της λειτουργίας της και την οργανωτική δομή της στην εν λόγω εποπτική νομοθεσία, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείεται η περίπτωση ένας και μόνον υπάλληλος να ελέγχει μία συναλλαγή από την αρχή έως το τέλος της, επί πλέον δε πραγματοποιούσε δια των αρμοδίων επιθεωρητών της συστηματικούς ελέγχους στα καταστήματα της.
Το γεγονός δε ότι ο υπάλληλος της Χ. Ν., επιδεικνύοντας προδήλως ανέντιμη συμπεριφορά, εκμεταλλευόμενος τη θέση του και αδυναμίες λοιπών υπαλλήλων των καταστημάτων όπου υπηρετούσε, διεκπεραίωσε, εισερχόμενος στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας μόνος του και από τη δική του αποκλειστικά θέση - χωρίς συμμετοχή και άλλου υπαλλήλου, όπως προβλεπόταν από τον εσωτερικό Κανονισμό και τις εγκύκλιες οδηγίες της ενάγουσας - συναλλαγές που αφορούσαν την καθ’ υπέρβαση του ορισθέντος πιστωτικού ορίου χρηματοδότηση της εταιρίας "...
Ε.Π.Ε" και δανειοδότηση του ιδίου μέσω του εικονικού στεγαστικού δανείου της Ε. Φ., δεν αναιρούν όσα προεκτέθηκαν αναφορικά με τη τήρηση εκ μέρους της ενάγουσας των απαιτουμένων προϋποθέσεων ασφαλείας των χρηματοπιστωτικών της συναλλαγών, τη συμμόρφωση της με τις οδηγίες της άνω εποπτικής αρχής (Τράπεζας της Ελλάδος), και την επίδειξη εκ μέρους της, της απαιτούμενης επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην προκειμένη περίπτωση για την αποφυγή αντικανονικών χρηματοδοτήσεων και δανείων.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αφορούν παραβίαση των διατάξεων άρθρων 1 παρ.1 και 2 , 11 παρ. 1 του ν. 2496/1997, σε συνδ. προς 361 Α.Κ., που συντελέσθηκε με την παραδοχή του Εφετείου ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος στην περίπτωση της εταιρείας "... Ε.Π.Ε" επήλθε άπαξ με την έγκριση από τον υπάλληλο της αναιρεσίβλητης, Χ.
Ν. της αντικανονικής χρηματοδοτήσεως της εν λόγω εταιρείας με το χρηματικό ποσό των 886.554,00 ευρώ, το οποίο και συνιστά την ζημία αυτής που πρέπει να αποκατασταθεί από την αναιρεσείουσα, μετ’ αφαίρεση του ποσού των 400.000 ευρώ που αντιστοιχεί στην συμφωνημένη απαλλαγή αυτής, με βάση το ισχύον κατά τον χρόνο εκδηλώσεως της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του υπαλλήλου και υλοποιήσεως της ζημίας (11-11-2003), υπ’ αριθμ. .../29-1-2003 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ενώ κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας εκταμίευση κάθε επί μέρους ποσού της συνολικής ως άνω χρηματοδοτήσεως, συνιστά ξεχωριστή ζημία και συνακολούθως αυτοτελή ασφαλιστική περίπτωση και συνεπώς πλέον του ποσού των 400.000 ευρώ που αφορά τις ζημίες που πραγματοποιήθηκαν υπό την ισχύ" του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για τις ζημίες που έλαβαν χώρα μετά την 1-12-2003 να αφαιρεθεί επί πλέον και το χρηματικό ποσό των 500.000 ευρώ που συνιστά την προβλεπομένη, από το ισχύον κατά τη περίοδο αυτή υπ’ αριθμ. .../3-2-2004 πολυασφαλιστήριο απαλλαγή της.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις τυγχάνουν αβάσιμες, διότι η ζημία στην αναιρεσίβλητη από την επίμαχη συναλλαγή, δεν επήλθε εξακολουθητικώς κατά τη εκταμίευση εκάστης των επί μέρους δόσεων της χορηγηθείσης χρηματοδοτήσεως, ώστε να γίνεται λόγος για συνδρομή αλλεπαλλήλων ασφαλιστικών περιπτώσεων με αντίστοιχο δικαίωμα αφαιρέσεως για κάθε μία του ποσού της συμφωνηθείσης με το ασφαλιστήριο απαλλαγής της αναιρεσείουσας, αλλά έλαβε χώρα άπαξ με την έγκριση της χορηγηθείσης πιστώσεως, ως προϊόντος αθεμίτου και αξιοποίνου συμπεριφοράς του αρμοδίου υπαλλήλου της, διότι έκτοτε επήλθε μεταβολή της ταμιακής και λογιστικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας, ανεξαρτήτως του χρόνου εκταμιεύσεως του ποσού της εγκριθείσης πιστώσεως.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο δεν παρεβίασε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 β’ του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή νομικώς αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που. δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 8/2013,ΑΠ 14/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για την θεμελίωση των οποίων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της ότι οι ένδικες ασφαλιστικές συμβάσεις αφορούσαν κάλυψη ζημιών, που θα διαπιστώνονταν κατά την διάρκεια της ισχύος τους και αναγγελλομένων σ’ αυτήν το συντομότερο δυνατόν και πάντως ενός προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών από της ανακαλύψεώς τους τέτοια δε αναγγελία δεν έγινε προς αυτήν από την αναιρεσίβλητη, με συνέπεια να απαλλάσσεται της υποχρεώσεως της προς καταβολή ασφαλίσματος και σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη της αφορά ζημίες που ανακαλύφθηκαν κατά την ασφαλιστική περίοδο από 1-12-2003 έως 1-12-2004, για την οποία το σχετικό ασφαλιστήριο προβλέπει απαλλαγή της ύψους 500.000 ευρώ.
Έτσι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά και σε εκείνες από τους αριθμούς 19 και 1 του ιδίου άρθρου, αφού δεν διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες ως προς τον είδος και το περιεχόμενο των ενδίκων ασφαλιστικών συμβάσεων και των καλυπτομένων δι’ αυτών κινδύνων και απέρριψε την ένσταση της περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, λόγω μη εμπροθέσμου προς αυτήν αναγγελίας της ανακαλύψεως της ζημίας, άλλως περί απαλλαγής της για το ποσό των 500.000 ευρώ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, τυγχάνει αβάσιμος, διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και απέρριψε αυτόν εν τοις πράγμασι δεχόμενο, ως αποδειχθέντα, αντίθετα από τα συγκροτούντα τον ισχυρισμό αυτό πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι οι ένδικες ασφαλιστικές συμβάσεις αφορούσαν την κάλυψη ζημιών που θα εκδηλώνονταν κατά την διάρκεια της ισχύος των και όχι της ανακαλύψεως αυτών, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα.
Διέλαβε δε επί πλέον στην απόφαση του ως προς τις παραδοχές του αυτές, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την βασιμότητα ή μη του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος, καθισταμένου έτσι αβασίμου του ιδίου αναιρετικού και κατά το δεύτερο μέρος του.
Κατά το τρίτο μέρος του δε ο ίδιος αναιρετικός λόγος τυγχάνει επίσης αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ότι δηλαδή είναι βάσιμος ο φερόμενος ως αγνοηθείς ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, καθόσον επ’ αυτού στηρίζονται οι παραβιάσεις των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που στοιχειοθετούν την προβαλλόμενη με τον συγκεκριμένο λόγο αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση διότι για τον προσδιορισμό του καταβλητέου ασφαλίσματος, δέχθηκε ότι έγινε εκταμίευση από τον Χ. Ν. προς την εταιρεία " ... Ε.Π.Ε." του ποσού των 886.554 ευρώ, μολονότι η αναιρεσίβλητη με την αντίστοιχη αγωγή της δεν είχε ισχυρισθεί εκταμίευση, αλλά έγκριση μόνο της αυξήσεως του πιστωτικού ορίου κατά το εν λόγω ποσό, επί πλέον δε διότι η απόφαση αυτή για τον προσδιορισμό του καταβλητέου ασφαλίσματος δεν αφαίρεσε το ποσό των 107.141,13 ευρώ που η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι καταβλήθηκε από τον πιστούχο και τέλος διότι δέχθηκε εσφαλμένα ότι το χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ που απεκόμισε ως παράνομο οικονομικό όφελος ο υπάλληλος της αναιρεσίβλητης Χ.
Ν., για την αντικανονική χρηματοδότηση της προαναφερομένης εταιρείας, και συνιστά προϋπόθεση για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, αφορά την όλη χρηματοδότηση, μολονότι δεν αποδείχθηκε συνδρομή τέτοιου οφέλους και για κάθε μία από τις επί μέρους εκταμιεύσεις του εγκριθέντος ποσού της πιστώσεως (ζημίες κατά την αναιρεσείουσα), προσάπτει δε σχετικώς στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι υπό τις προαναφερόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδεμία από τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες στοιχειοθετείται, υπό την προσχηματική δε επίκληση των πλημμελειών τούτων πλήττεται απαραδέκτως η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υποθέσεως.
Ειδικότερα η έγκριση της αντικανονικής χρηματοδοτήσεως ή η εκταμίευση του ποσού αυτής, καθώς και η επιστροφή μέρους αυτής από τον πιστούχο και αν το παράνομο περιουσιακό όφελος του απεκόμισε ο υπάλληλος της αναιρεσίβλητης αφορούσε την όλη συναλλαγή ή την εκταμίευση των επί μέρους ποσών αυτής, δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου , ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς, καταλυτικούς ή διακωλυτικούς ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά πραγματικά περιστατικά αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, κατά το άρθρο 261 παρ. 1 εδ. α’ του Α.Κ. "την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής", κατά δε το άρθρο 263 του αυτού Κωδικός: "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 221 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι η νέα αγωγή για να έχει το ως άνω αποτέλεσμα πρέπει να έχει ασκηθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων και να θεμελιώνεται επί της αυτής ιστορικής και νομικής αιτίας.
Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στην προηγουμένη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διατάξεως, που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (Α.Π. 215/2011, 1221/2011, 962/2009, 1048/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αποφαινόμενο επί της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του τα εξής: "Απορριπτέα ως αβάσιμη τυγχάνει και η προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής (αρ. 10 του ν. 2496/1997) κατά το μέρος που προβάλλεται κατά της αξιώσεως της ενάγουσας για την καταβολή του ασφαλίσματος που αφορά στην επελθούσα ασφαλιστική περίπτωση, της ανέντιμης συμπεριφοράς του άνω υπαλλήλου αναφορικά με την καθ’ υπέρβαση του πιστωτικού ορίου χρηματοδότηση της εταιρείας "...
Ε.Π.Ε", λόγω παρελεύσεως χρονικού διαστήματος μεγαλυτέρου των τεσσάρων (4) ετών μεταξύ του τέλους του έτους κατά το οποίο επήλθε στην προκειμένη περίπτωση ο ασφαλιστικός κίνδυνος και της ασκήσεως της δεύτερης από τις ένδικες αγωγές , διότι, όπως και η εναγομένη συνομολογεί της ασκήσεως της ένδικης αγωγής προηγήθηκε η άσκηση της από 12-12-2007 ....αγωγής της ενάγουσας , η οποία αφού επιδόθηκε στην εναγομένη στις 27-12-2007....απορρίφθηκε ως αόριστη...με την 4185/16-6-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ...είχε την ίδια ιστορική και νομική αιτία , ήτοι αφορούσε την αξίωση ασφαλιστικής της αποζημιώσεως λόγω επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως και ειδικότερα της απιστίας του υπαλλήλου της Χ.
Ν. στην περίπτωση της χρηματοδοτήσεως της εταιρείας " ... Ε.Π.Ε.", με συνέπεια εφόσον η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός της προβλεπομένης εκ του αρ. 263 παρ.2 Α.Κ. προθεσμίας των έξι μηνών....να θεωρείται σύμφωνα με την άνω διάταξη.... ότι η παραγραφή της εν λόγω αξιώσεως διεκόπη και δεν συμπληρώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από την επομένη της επιδόσεως της άνω προγενέστερης αγωγής (28-12-2007) έως την επίδοση της από 22-2-2010...ένδικης αγωγής, στις 1-6-2010".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., απορρίπτοντας την ένσταση της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως, κατά παραδοχή του περί διακοπής της παραγραφής ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης η οποία επήλθε με την άσκηση της πρώτης (από 12-12-2007) αγωγής και την επακολουθήσασα, εντός της διαγραφόμενης από την ρηθείσα διάταξη προθεσμίας, έγερση της ομοίου περιεχομένου ενδίκου αγωγής.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 (πράγματι όμως 1) του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι η ένδικη αγωγή δεν ταυτίζεται πλήρως κατά την ιστορική της αιτία με την προηγηθείσα τοιαύτη, καθόσον σ’ αυτήν αναφέρεται διηγηματικώς μόνο ότι στο σώμα της επιλήψιμης επιταγής ποσού 8.000 ευρώ σε διαταγής Ξ.
Χ. αναγράφεται χειρόγραφα η φράση "..., χωρίς να αναφέρεται ότι με τον τρόπο αυτόν κατεβλήθη μέρος του τιμήματος του εν λόγω αυτοκινήτου από τον Χ. Ν. προς την Ξ. Χ. και επί πλέον με την ένδικη αγωγή γίνεται επίκληση ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων από το έτος 1999, ενώ με την προηγηθείσα τοιαύτη η επίκληση των ιδίων συμβάσεων περιορίζεται στο χρονικό διάστημα από 29-1-2003 και εφεξής, τυγχάνει αβάσιμος, αφού οι προβαλλόμενες διαφορές μεταξύ των δύο αγωγών είναι επουσιώδεις και δεν διαφοροποιούν το ιστορικό περιεχόμενο τούτων.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον η τελευταία, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2016 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Α.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5466/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ