1530/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Τριαντάφυλλος Καζάνης και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος (Δ. Κ.) απεβίωσε στις 16-2-2007 και κληρονομήθηκε από τα τρία τέκνα του Κ., Ι. και Ι. Κ., εκ των οποίων ο Ι. απεβίωσε στις 3-1-2009 και άφησε ως μοναδικούς κληρονόμους του, την σύζυγό του Γ. χα Ι. Κ. και τα τέκνα του Ανθούλα Κ.-Τ. και Α. Κ., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους (Τριαντ. Καζάνη).
Legislator headnote
AI generated1530/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύεται από τις με ημερομηνίες 14.8.2007 και 1.5.2009 Ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου Σιθωνίας Χαλκιδικής και προσκομίζονται σε ακριβή φωτοαντίγραφα, πέθαναν στις 16.2.2007 ο αναιρεσίβλητος Δ. Κ. του Ι. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα τρία τέκνα του Κ., Ι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1530 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1530/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων 1. Α. Κ. του Ε. και 2. Π. Κ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελισάβετ Αντωνιάδου.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ. του Ι., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Τριαντάφυλλος Καζάνης και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος (Δ. Κ.) απεβίωσε στις 16-2-2007 και κληρονομήθηκε από τα τρία τέκνα του Κ., Ι. και Ι. Κ., εκ των οποίων ο Ι. απεβίωσε στις 3-1-2009 και άφησε ως μοναδικούς κληρονόμους του, την σύζυγό του Γ. χα Ι. Κ. και τα τέκνα του Ανθούλα Κ.-Τ. και Α. Κ., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους (Τριαντ. Καζάνη).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2003 αγωγή του Δ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2208/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ.1 εδάφ. δ, 286 επ. και 573 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και πέθανε χωρίς ο θάνατός του να γνωστοποιηθεί νόμιμα, η δίκη δεν διακόπτεται, αλλά συνεχίζεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης και τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατόν του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής μεν τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται, με την ιδιότητα αυτή στη συζήτηση (ΟλΑΠ 27/1987).
Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύεται από τις με ημερομηνίες 14.8.2007 και 1.5.2009 Ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου Σιθωνίας Χαλκιδικής και προσκομίζονται σε ακριβή φωτοαντίγραφα, πέθαναν στις 16.2.2007 ο αναιρεσίβλητος Δ. Κ. του Ι. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα τρία τέκνα του Κ., Ι.
και Ι. Κ., ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, και στις 3.1.2009 προαναφερόμενος γιός του Ι. χωρίς επίσης να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Γ. χήρα Ι. Κ., το γένος Ι. Ζ. και τα τέκνα του Α. Τ. Γ., το γένος Ι. και Γ. Κ. και Α. Κ. του Ι. και Γ., ήτοι μετά την έναρξη της δίκης εξαιτίας της άσκησης της ένδικης-από 20.6.2003 - αγωγής, χωρίς οι αναιρεσείοντες να λάβουν γνώση του θανάτου τους έως την πιο πάνω δικάσιμο της αναίρεσης (της 23.5.2012) που οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του αναιρεσίβλητου Δ.
Κ. του Ι. και του προαναφερόμενου γιού αυτού Ι., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Τριαντάφυλλου Καζάνη του Νικολάου, δυνάμει του ειδικού πληρεξουσίου .../21.5.2012 της συμβολαιογράφου Χαλκιδικής Παρασκευής Στ. Καρακώτσογλου-Παρασίδου, δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά της εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατό τους και ότι ως οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους-γεγονός άλλωστε το οποίο επικαλούνται και με τις κατατεθείσες στις 30.4.2012 και 28.5.2012 προτάσεις τους και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες-συνεχίζουν την εκκρεμούσα κατ' αυτών αναιρετική δίκη.
Επομένως, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η αναίρεση, καθόσον απευθύνεται κατά του προαναφερόμενου αναιρεσίβλητου Δ. Κ. του Ι., δεν είναι άκυρη και πρέπει η συζήτησή της να γίνει με τους προαναφερόμενους κληρονόμους του, οι οποίοι με την ιδιότητά τους αυτήν παρίστανται στη συζήτηση.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή με ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόστασή του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το όρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του όρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικό περιστατικό στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Ο Α. Κ. του Δ., απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, είχε στη νομή του κατά το έτος 1942 έναν αγρό εμβαδού 25.000 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται στη θέση "Ελιά" της αγροτικής περιοχής Νικήτης Χαλκιδικής. Ο Α. Κ. πέθανε την 23 Ιουλίου 1976 (και) κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη θυγατέρα του Β.
συζ. Ε. Κ., η οποία ... ακολούθως πέθανε την 3 Ιουνίου 2000 (και) κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον εναγόμενο σύζυγό της Ε. Κ. και από τα εναγόμενα τέκνα της Α. Κ. και Π. Κ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία (και) ... μετέγραψαν νόμιμα την 4 Μαρτίου 2002 το σχετικό 24/1.3.2002 πιστοποιητικό περί μη αποποιήσεως της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής στον τόμο ...
και αριθμό 41 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκιδικής. Περαιτέρω (δέχτηκε το Εφετείο) ότι σε ημερομηνία του έτους 1942 που δεν διακριβώθηκε, ο Α. Κ. μεταβίβασε προφορικά εν ζωή και παρέδωσε εκουσίως χωρίς αντάλλαγμα την κατοχή ενός τμήματος εμβαδού 350,73 τ.μ. από το μείζονα αγρό προς τον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) Δ.
Κ., ο οποίος την παρέλαβε ... . Η παραχώρηση της κατοχής έγινε εκ μέρους του θέλοντος να μεταβιβάσει αυτό Α. Κ., προς το σκοπό να το καταλάβει και να αποκτήσει τη νομή του ο ενάγων Δ. Κ., προκειμένου αναγείρει σ'αυτό κτίσμα και να διαμένει σ'αυτό κατά τα χρονικά διαστήματα κάθε έτους που γίνονταν οι αγροτικές εργασίες στα κτήματα της περιοχής, ώστε να διευκολύνεται ο ενάγων, ενόψει του ότι δεν υπήρχε δρόμος και μεταφορικά μέσα και δεν ήταν εφικτή η καθημερινή επιστροφή στην κατοικία του.
Αφότου ο Α. Κ. εγκατέλειψε το παραπάνω εδαφικό τμήμα για να το αποκτήσει ο ενάγων Δ. Κ. ..... ο τελευταίος παρέλαβε την κατοχή του παραπάνω τμήματος του μείζονος αγρού και έκτοτε, μέχρι το χρόνο που ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή, το κατείχε με τη βούληση να το έχει ως αποκλειστικά δικό του καθ' όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή.
Έθεσε το παραχωρηθέν εδαφικό τμήμα υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας. Το χρησιμοποιούσε με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέως ενάγοντος.
Ειδικότερα, είχε το ακίνητο υπό την εποπτεία του και είχε τη δυνατότητα να ασκεί τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή. Επιπλέον, το έτος 1942 κατασκεύασε με δικές του δαπάνες ισόγειο πρόχειρο κεραμοσκεπές κτίσμα, μήκους 10,85 μέτρων και πλάτους 5,05 μέτρων, αποτελούμενο από δύο δωμάτια. Στο κτίσμα αυτό διέμενε ο ίδιος καθ' όλη τη διάρκεια των αγροτικών εργασιών στα κτήματα του από το έτος 1942 μέχρι το έτος 1970 περίπου.
Ένα τμήμα του κτίσματος το διαμόρφωσε κατάλληλα για τον σταυλισμό των ζώων που χρησιμοποιούσε. Το υπόλοιπο εδαφικό τμήμα που απέμεινε μετά την ανέγερση του κτίσματος το χρησιμοποιούσε για την προσωρινή εναπόθεση των γεωργικών εργαλείων και το δέσιμο των ζώων. Ακόμη, ένα τμήμα το χρησιμοποιούσε ως αλώνι, στο οποίο αλώνιζε τα δεμάτια που θέριζε με το δρεπάνι.
Μετά το έτος 1970, οπότε είχε διανοίγει η επαρχιακή οδός και ήταν εφικτή η επιστροφή στην οικία του αυθημερόν, ο ενάγων έπαυσε να διαμένει σ' αυτό κατά τη διάρκεια των αγροτικών εργασιών, αλλά συνέχισε να το χρησιμοποιεί μέχρι το έτος 1990 ως χώρο αποθήκευσης γεωργικών εργαλείων και σταυλισμού των ζώων του.
Τα είχε ασφαλίσει με κλειδαριά. Το έτος 1990, με τη βοήθεια των υιών του και την πρόσληψη εργάτη, επισκεύασε την κεραμοσκεπή στέγη. Κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από το έτος 1970 μέχρι το έτος 1990, που ο ενάγων δεν διέμενε στο κτίσμα, είχε την εποπτεία του και την άσκηση φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Η θύρα του κτίσματος ήταν, κλειδωμένη και το κλειδί το είχε ο ενάγων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η είσοδος οποιουδήποτε στο κτίσμα χωρίς την άδεια του ενάγοντος.
Το έτος 1990 ο ενάγων επέτρεψε στον τρίτο Α. Κ. και ο τελευταίος, αφού παρέλαβε το κλειδί από τον ενάγοντα, διέμενε μόνιμα στο επίδικο κτίσμα μέχρι το θάνατο του, που συνέβη το έτος 1998. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η δικαιοπάροχος των εναγομένων Β. συζ. Ε. Κ. παρείχε στον Α. Κ. ηλεκτροφωτισμό, με καλώδιο από τη γειτονική δική της κατοικία, πλην όμως η ενέργεια της αυτή αποτελούσε πρόσθετη προσωπική παροχή προς τον ένοικο του κτίσματος και δεν είχε σχέση με τη νομή που ασκούσε ο ενάγων σ' αυτό.
Μετά το θάνατο του Α. Κ. ο ενάγων ξανακλείδωσε το κτίσμα. Ακολούθως, διατηρώντας τη νομή του επιδίκου, με τη βοήθεια του υιού του Ι., ζήτησε τον Ιούλιο 2002 από την αρμόδια υπηρεσία του Δασαρχείου Πολυγύρου το χαρακτηρισμό ολόκληρης της επίδικης εδαφικής έκτασης και εκδόθηκε από το Δασάρχη η 4098/20-8-2002 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης.
Όλες οι ανωτέρω εμφανείς υλικές πράξεις έγιναν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βούληση κτήσης και άσκησης νομής εκ μέρους του ενάγοντος Δ. Κ. για λογαριασμό του, δηλαδή με τη θέληση εξουσιάσεως του ακινήτου με διάνοια κυρίου. Η πρόθεση του για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής, εκδηλώθηκε με τις εμφανείς αυτές υλικές πράξεις και τη μεταχείριση του τμήματος του αγρού με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να μεταχειρισθεί αυτό ο ιδιοκτήτης.
Η παραπάνω νομή του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας διήρκεσα μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (20-6-2003), χωρίς μέχρι το έτος 2002 να προβληθεί αμφισβήτηση από οποιοδήποτε. Κατ' ακολουθίαν, ο ενάγων, ο οποίος νεμήθηκε αδιάκοπα ολόκληρο το παραπάνω επίδικο εδαφικό τμήμα από το έτος 1942 μέχρι την 20 Ιουνίου 2003, δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία ... .
Επιπλέον, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίζονται (οι εναγόμενοι) ότι ο ενάγων ασκεί την αγωγική του αξίωση κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, διότι κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το έτος 1942 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, κατά ο οποίο οι εναγόμενοι φέρεται πως νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, τελευταία μάλιστα χρησιμοποιώντας αυτό για τις ανάγκες του παρακείμενου ξενοδοχείου τους, ο ενάγων δεν ανέφερε προφορικά στους εναγομένους και τους δικαιοπαρόχους τους ότι διεκδικεί δικαιώματα κυριότητας στο επίδικο, ενώ επιπλέον κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αδράνησε να ασκήσει τις προστατευτικές του δικού του δικαιώματος κυριότητας εξουσίες, με αποτέλεσμα, από τη μακροχρόνια αυτή αδράνεια του ενάγοντος, να δημιουργηθεί στους εναγομένους η εντύπωση ότι δεν πρόκειται ποτέ να ασκηθεί εναντίον τους η αξίωση προς αναγνώριση της κυριότητας. 0 ισχυρισμός αυτός των εναγομένων (πέραν του ότι) είναι μη νόμιμος ...
διότι μόνη η αδράνεια του ενάγοντος κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, και αληθής υποτιθέμενη, καθώς και η καλόπιστη ενδεχομένως πεποίθηση των εναγομένων ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτών ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον τους, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος ...
είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι η προβληθείσα ένσταση διατυπώνεται υπό την παραπάνω προϋπόθεση, η οποία έχει αποβεί αναληθής, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου ολόκληρο το επίδικο ακίνητο καθ' όλη τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος της αγωγής, δηλαδή από το έτος 1942 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι πρέπει να απορριφθεί η ένσταση των (ήδη αναιρεσειόντων) εναγομένων από την ΑΚ 281 και να γίνει δεκτή η ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που έχει ως βάση τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1045), και ακολούθως απέρριψε την έφεση των εναγομένων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο σωστά τις άνω διατάξεις των άρθρων 1045 και 281 του ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο καθ' όσον αφορά την παραδοχή της αγωγής όσο και καθ' όσον αφορά την απόρριψη της άνω ένστασης, και, συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι περιλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστες, εφόσον δεν εξειδικεύεται σ' αυτούς σε τι συνίστανται οι επί μέρους πλημμέλειες. Εξάλλου, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι λήφτηκαν υπόψη όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν από τους διαδίκους, καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων (αναιρεσειόντων) Σ.
Τ. του Ν. (κουμπάρου αυτών), γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν εκτίμησε σωστά τόσο την κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα των αναιρεσειόντων "γνώστη των πραγμάτων, ως συγγενή (κουμπάρου αυτών), ο οποίος επισκέπτεται τακτικά το ακίνητό τους και μάλιστα επί σειρά ετών ήταν αυτός που περιποιούνταν τα ελαιόδενδρα που υπάρχουν μέσα σ' αυτό και συνέλεγε τον καρπό τους", όσο και "την αμφιβόλου ευκρίνειας και μάλλον αοριστόλογη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον η σχετική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπόκειται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1707/2009).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.9.2010 αίτηση των 1) Α. Κ. του Ε. κ.α. για αναίρεση της 2208/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2012. Και
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ