Legislator Case Law & Legislation
1530/2011 AI generated

1530/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1530/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1530/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, διέβαλε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "ο ενάγων, δικηγόρος Θεσσαλονίκης επί σειρά ετών χειριζόταν τις υποθέσεις ενός ακινήτου που βρίσκεται στη πόλη της Θεσσαλονίκης και φέρει αριθμ. 2 ιδιοκτησίας στην ... πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως της Διεύθυνσης Πολεοδομίας που εγκρίθηκε με την ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1530 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1530/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Θ. του Ν., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κουσουλά.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Χ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρο του Παναγιώτη Μάζη, αφού προηγουμένως ανακάλεσε την από 13 Σεπτεμβρίου 2011 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26016/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1905/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 20 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 362/16-10-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 1905/12-9-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης .

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος και ο πληρεξούσιός του την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 362/16-10-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1905/12-9-2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 11066/20-3-2005 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσειόντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, απορρέουσα από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, για το ποσό των 30667,65 ευρώ, η 26016/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 3322/29-8-2006 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 1905/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για το ποσό των 14.572,00 ευρώ, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.

Ειδικότερα, διέβαλε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "ο ενάγων, δικηγόρος Θεσσαλονίκης επί σειρά ετών χειριζόταν τις υποθέσεις ενός ακινήτου που βρίσκεται στη πόλη της Θεσσαλονίκης και φέρει αριθμ. 2 ιδιοκτησίας στην ... πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως της Διεύθυνσης Πολεοδομίας που εγκρίθηκε με την ...

απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση μεταξύ άλλων, είναι και ο Δήμος Θεσσαλονίκης. Το έτος 1994 ο ενάγων, για λόγους δεοντολογίας, δεν επιθυμούσε να στραφεί κατά του Δήμου Θεσσαλονίκης με υποθέσεις των ανωτέρω ιδιοκτητών, που χειριζόταν ο ίδιος. Έτσι, στις 28-3-1994, δεκατέσσερις (14) από τους άνω ιδιοκτήτες ανάμεσα στους οποίους ο Κ.

Φ., η ΟΕ Αφοί Ν. και Γ. Λ. κλπ, με το ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρει την ίδια ημεροχρονολογία και με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, ανέθεσαν στους α) Κ. Χ. και β) Γ. Χ., δικηγόρους, όπως με ακρίβεια αναφέρεται στο δεύτερο όρο του συμφωνητικού, να ενεργήσουν δικαστικώς και εξωδίκως για την αποδέσμευση ή αξιοποίηση της ιδιοκτησίας τους, με ολοκλήρωση της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και καταβολή της αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα τμήματα αυτής, είτε με ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και με αποδέσμευση της ιδιοκτησίας τους που έχει χαρακτηρισθεί ως χώρος Πνευματικού Κέντρου Άνω Τούμπας, είτε με κήρυξη του χώρου αυτού σε αναγκαστική απαλλοτρίωση και δικαστικό καθορισμό και είσπραξη της αποζημίωσης είτε με αποχαρακτηρισμό του χώρου.

Στο ίδιο συμφωνητικό, οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι καθόρισαν επίσης την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους για καθεμιά από τις αναφερόμενες περιστάσεις και έθεσαν σε καθεμιά σελίδα την υπογραφή τους. Περαιτέρω, με την από 11-3-1994 επιστολή του εναγομένου, που την απευθύνει προς τον ενάγοντα και φέρει τις υπογραφές τους, οι ανωτέρω συμφώνησαν όπως ο ενάγων λάβει από την αμοιβή που αναφέρεται στο από 28-3-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, για τις μέχρι του χρόνου κατάρτισης της συμβάσεως εργασίας του και την αναγκαία συνδρομή του στο μέλλον για κάθε θέμα που θα προκύψει ποσοστό 5/14.

Συμφώνησαν επίσης, ότι το ποσοστό συμμετοχής του εναγομένου και του Ι. Χ., που δεν είναι διάδικος σε 4,5/14 για τον καθένα. Από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω ιδιοκτήτες του ακινήτου που προαναφέρθηκε ανέθεσαν απευθείας στον εναγόμενο και τον Ι. Χ. να χειρισθούν τις υποθέσεις τους που αναφέρονται στο από 28-2-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό και ως εκ τούτου δεν υπήρξε ο εναγόμενος υποκατάστατο όργανο του ενάγοντος1.

Εξάλλου, ούτε ο ίδιος ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή - ου κάτι τέτοιο, αλλά αρκείται στο να αναφέρει ότι στους έως τότε πελάτες του συνέστησε τον εναγόμενο δικηγόρο για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε, από ομολογία του εναγομένου, ότι ο Κ. Φ. συνιδιοκτήτης του εν λόγω ακινήτου, υποχρεούταν να καταβάλει στον εναγόμενο, ως αμοιβή, για την υπεράσπιση των υποθέσεων του 5%.επί του επιδικαζόμενου ποσού.

Aποδείχθηκε ακόμη, ότι επί της υπ' αριθμ.32635/13-9-2000 αγωγής του εναγομένου περί επιδικάσεως σ' αυτόν της συμφωνηθείσης αμοιβής του, εκδόθηκε η 32635/2001 απόφαση του Μονομερούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε σ' αυτόν 15.118.932 δραχμές, ως δικηγορική αμοιβή, υπολογίζοντας αυτή στο 5% επί του εισπραττόμενου ποσού.

Ο Κ. Φ., που ήταν υπόχρεος, αρνήθηκε να καταβάλει στον εναγόμενο το ποσό των 7.000.000 δραχμών, κατά το οποίο η ανώτερω απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και άσκησε το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως. Προκειμένου όμως, να αποτραπεί ο πλειστηριασμός της πατρικής οικείας του εναγομένου (τότε) Κ.

Φ., κατά το ποσοστό της συγκυριότητας του, ο ενάγων δήλωσε προφορικά στον εναγόμενο ότι παραιτείται από το ποσοστό της αμοιβής του. Ο εναγόμενος απέκρουσε την πρόταση του και ο Κ. Φ. κατέβαλε μέρος από το ποσό που κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεση Το Εφετείο με την 887/2002 απόφαση του έκανε δεκτή την έφεση του Κ.

Φ. και απέρριψε την αγωγή του εναγομένου ως αόριστη. Ο εναγόμενος Κ. Χ., με άλλη αγωγή του (υπ' αριθμ. κατ. 12591/4-4-2002), η οποία είχε το ίδιο αντικείμενο με την ως άνω απορριφθείσα από το Εφετείο επανήλθε, συγχρόνως δε με αίτηση του (υπ'αρίθμ. κατ. 13014/2001) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του Κ.

Φ., στην πατρική του οικεία, ώστε να εξασφαλισθεί η απαίτηση του σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αγωγή του. Οι ως άνω διάδικοι με το από 26-11-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως συμβιβάσθηκαν και ο εναγόμενος περιόρισε την απαίτηση του στο ποσό των 9.000.000 δραχμών. Στο ανωτέρω συμφωνητικό, περιελήφθη ο όρος ότι η αμοιβή αυτή αφορά αποκλειστικά και μόνο τη ρύθμιση της αμοιβής του Κ.

Χ. κι όχι αυτή του ενάγοντος, αφού ο πρώτος συμβαλλόμενος (Κ. Φ.) δηλώνει ότι έχει συνεννοηθεί με τον ενάγοντα και έχει αναλάβει να τακτοποιήσει κάθε σχετική οφειλή απευθείας μαζί του (ενάγοντα) . Από όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι ο όρος που περιελήφθη στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ του εναγομένου και του Κ.

Φ., δε δεσμεύει τον ενάγοντα, καθότι δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός υπέγραψε κάτι τέτοιο ή το αποδέχθηκε στη συνέχεια, οι δε μάρτυρες των διαδίκων δεν γνωρίζουν κάποια συγκεκριμένα περιστατικά σχετικά μ' αυτό και για το λόγο αυτό αναφέρονται ως προς το θέμα τούτο αορίστως.

Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει η καταλυτική ένσταση του εναγομένου περί άφεσης του χρέους του εναγομένου από τον ενάγοντα να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Από το ποσοστό της αμοιβής του εναγομένου που δικαιούται ο ενάγων πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.666,6 ευρώ, το οποίο βαρύνει τον ενάγοντα κατά τη συμφωνία των διαδίκων, περιστατικά που δεν αμφισβητούνται από τους τελευταίους.

Μετά από αυτά, το ποσό που οφείλει ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 7.665 ευρώ (9.000.000 δρχ. χ 5/14= 3.214.875 δρχ. ή (9.432 ευρώ, -1.666,6 ευρώ}, νομιμοτόκως από της εισπράξεως του ποσού. Αποδείχθηκε ακόμη, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, ότι και η εταιρεία με την επωνυμία "Αφοί Ν. και Γ. Λ. ΟΕ" που ήταν συγκυρία του ανωτέρω ακινήτου κατά ποσοστό 105,25% ανέθεσε στον εναγόμενο τον δικαστικό και εξώδικο χειρισμό ίων υποθέσεων και ειδικότερα α)της αγωγής διανομής της Μ.

Κ. κατά των εντολέων του και β) της "ΟΕ Ν. Γ. Λ." κατά των 1)Χ. Κ. 2)Μ. Κ. και 3)Μ. Κ. για ακύρωση συμβολαιογραφικών προσυμφώνων ... του συμβολαιογράφου Βέροιας Χαρίτωνα Παπαχρυσάνθου, δυνάμει των οποίων η εταιρεία είχε προσυμφωνήσει να αποκτήσει από τον Χ. Κ. και Κ. Κ. ποσοστά 31/256 και 28/256 αντίστοιχα, στο ως άνω ακίνητο.

Παρά όμως την ύπαρξη αυτής ο Χ. Κ. και ο Κ. Κ. μεταβίβασαν τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν στη Μ. Κ., η οποία μεταβίβαση έγινε με αυτοσύμβαση που προβλεπόταν από το ... προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Τοσουνίδη. O εναγόμενος διεκπεραίωσε τις ανωτέρω υποθέσεις από τις οποίες η μεν πρώτη έκλεισε με παραίτηση της εναγούσης από την αγωγή, η δε δεύτερη, λόγω λύσεως της ως άνω εταιρείας και της θέσεως αυτής υπό εκκαθάριση.

Ο εναγόμενος που με την υπ' αριθμ. κατ. 30056/7-9-1998 αγωγή του ζητούσε τη δικηγορική του αμοιβή από τη Μ. Κ. συμβιβάσθηκε με αυτή λαμβάνοντας το ποσό των 3.800.000 δραχμών (11.151,82 ευρώ). Με την υπ' αριθμ.32724/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που επικυρώθηκε από το δικαστήριο τούτο με την υπ'αριθμ.3330/2004 απόφαση επιδικάσθηκε στον εναγόμενο νια την υπόθεση που αφορά την ακύρωση των άνω προσυμφώνων, το ποσό των 51.359,87 ευρώ και γιά τους τόκους και τα έξοδα, όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες αποδείξεις υπ' αριθμ. 454, 456 και 457, το ποσό των 72.000 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω, οι αγωγές αυτές δεν εμπίπτουν στις υποθέσεις που ορίζονται στην παρ. 2 του από 28-3-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθότι δεν αφορούν απαλλοτρίωση ακινήτου και ως εκ τούτου από τις υποθέσεις αυτές ο ενάγων δε δικαιούται της ένδικης αμοιβής, σύμφωνα με τους όρους του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού.

Επίσης, πρέπει να λεχθεί ότι οι υποθέσεις αυτές δεν στρέφονται κατά του Δήμου Θεσσαλονίκης όπου, όπως προαναφέρθηκε, κυρίως λόγοι δεοντολογικοί υποχρέωσαν τον ενάγοντα να ζητήσει από τους εντολείς του να αναθέσουν τη διεκπεραίωση των ανωτέρω υποθέσεων σε άλλο συνάδελφό του". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, και ειδικότερα κατά του κεφαλαίου αυτής που αναφέρεται στην απόρριψη της αγωγής για την αξίωσή του που συνδέεται με την αμοιβή που εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος από την Μ.

Κ. και εκείνη σε εκτέλεση της 32724/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εναντιώνεται ο ηττηθείς κατά τούτο εφεσίβλητος-ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή της, με την οποία συνδέονται στο σύνολό τους οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, α) ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε κατόπιν απευθείας δοθείσης εις εκείνον εντολής από τους εντολείς του, συγκυρίους του ακινήτου, και με την έννοια αυτή δεν υπήρξε υποκατάστατο όργανο του αναιρεσείοντος και β)ότι στην διατυπούμενη στο από 28-3-1994 ιδιωτικό έγγραφο και συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν περιλαμβανόταν 1) η αγωγή διανομής της Μ.

Κ. κατά των εντολέων του και β) η αγωγή της εταιρείας "Ν.Γ. Λ. Ο.Ε." για ακύρωση των διατυπούμενων στα ... συμβόλαια του συμ/φου Βέροιας Χαρίτωνα Παπαχρυσάνθου προσυμβάσεων και η οφειλόμενη από τις αιτίες αυτές δικηγορική αμοιβή του αναιρεσίβλητου, i) έλαβε υπόψη τους εν λόγω και με στοιχ. (α), (β) ισχυρισμούς του τελευταίου, χωρίς να προταθούν από εκείνον.

Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται για πράγματα , κατά την προδιαληφθείσα έννοια του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως, αλλά για αρνητικούς των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών περιστατικών ισχυρισμούς και ii) με αποσπασματική αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής και των προτάσεων, ότι δεν έλαβε υπόψη τους διατυπούμενους δι' αυτών ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.

Πρόκειται για τους αγωγικούς του ισχυρισμούς και την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε για την κατ' ουσίαν βεβαίωσή τους οι οποίοι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου. Με το δεύτερο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, με τις με στοιχ. Ι (α), (β) της παρούσης παραδοχές του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο (i) του από 28-3-1994 ιδιωτικού εγγράφου, στο οποίο διατυπώνεται η συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση.

Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται για λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου του εν λόγω εγγράφου αλλά για εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, με τη συναγωγή πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων και (ii) των αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων εκτός της ενεστώσας δικών, τα οποία, ενόψει του ότι, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το αποδεικτικό του πορίσμα στήριζε αποκλειστικά στο περιεχόμενο του από 28-3-1994 ιδιωτικού εγγράφου, δεν διαθέτουν την ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα που θα δικαιολογούσε τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναιρέσεως, ο οποίος εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Στο πεδίο εφαρμογής του αναιρετικού αυτού λόγου εμπίπτει και η παραβίαση των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών κανόνων δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι εφαρμόζονται, σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης και αποκλείονται όταν το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας είναι σαφές, κατά την ανέλεγκτη πάντοτε περί τούτων περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Εντεύθεν έπεται ότι παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων αυτών σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις σημειούμενες με στοιχ.

Ι (α), (β) της παρούσης παραδοχές της (ευθέως) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Από τις αιτιολογίες της όμως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, εκτίμηση η οποία επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η σχετική κρίση του στήριξε αποκλειστικά στο περιεχόμενο της μεταξύ αυτών συνομολογηθείσης και διατυπούμενης στο από 28-3-1994 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνίας τους, με άμεση δικονομική συνέπεια ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, να ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία_ ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Οι σημειούμενος με στοιχ. Ι (α), (β) της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδία ότι το αντικείμενο της συνομολογηθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως περιοριζόταν μόνον στην απαλλοτρίωση ακινήτων, διατυπώνονται με πληρότητα και χωρίς αντίφαση και δικαιολογούν την κατ' ορθήν εφαρμογή του άρθρ361 ΑΚ απόρριψη κατά τούτο της αγωγής του αναιρεσείοντος.

Επομένως ο απομένων προς έρευνα τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚπολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση προφανώς του άρθρου 361 ΑΚ,, με την έννοια της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, με παράλληλη ανεπίτρεπτη εναντίωση, όπως και με τους λοιπούς λόγους, στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

XV. Κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ "ο δικαστής μπορεί ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις...". Με τη διάταξη αυτή, αντίστοιχου περιεχομένου εκείνης του άρθρου 48 του ν.δ./τος 3026/1954 (Κώδικος περί δικηγόρων), η οποία, όπως και εκείνη του άρθρου 205 αποβλέπει στην άμεση εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, η οποία πρέπει να συγκεντρώνει τα στοιχεία της ευπρεπούς και ευκόσμιας συμπεριφοράς από όλους τους παράγοντες της δίκης, παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο, μετά από αίτηση κάποιου διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως χωρίς χρονικό περιορισμό, να διατάσσει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, ανεξάρτητα αν υπάρχουν σ' αυτές θεμελιωτικά της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εξύβρισης περιστατικά ή άλλου (εγκλήματος) που ανάγεται στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης διαδίκου, πληρεξουσίου δικηγόρου ή και του δικαστηρίου.

Κάθε διάδικος, κατά την υπεράσπιση των απόψεων του, σε σχέση με την επίδικη διαφορά, κατά την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου του υπέχει υποχρέωση να τηρεί το επιβαλλόμενο μέτρο ευπρέπειας του δικανικού λόγου κατά τη σύνταξη των δικογράφων και των προτάσεων του, για να θεωρείται ότι μετέχει στη λειτουργία της δικαιοσύνης και να μην διατυπώνει, όταν μάλιστα δεν είναι αναγκαίο για την προσήκουσα υπεράσπιση της υπόθεσης δηλαδή των συμφερόντων του, φράσεις με οξείς χαρακτηρισμούς και κρίσεις σε βάρος του αντιδίκου του ή του πληρεξουσίου του ή του δικαστηρίου, οι οποίες ενέχουν καταφρονητική, ειρωνική μεταχείριση, ονειδισμό και περιφρόνηση των άνω παραγόντων της δίκης.

Η από τα δικαστήρια χρήση του μέτρου αυτού απαιτεί περίσκεψη, φειδώ και βαθεία εκτίμηση και αξιολόγηση των φράσεων για να κριθεί αντικειμενικά αν αυτές συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά που απαιτεί ο νόμος για να μην καταλήξει σε κατασταλτική λογοκρισία. Οι υπερβολές στις εκφράσεις και οι οξείς χαρακτηρισμοί πρέπει να υποβάλλονται σε βαθιά αξιολογική έρευνα για να μην επέρχεται σύγχυση στα όρια αυτών με τους κανόνες της ευπρέπειας και της ευκοσμίας.

Με τις προτάσεις τις οποίες υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος κατά την αρχική δικάσιμο (21-2-2011) και ισχύουν χωρίς ανάγκη επαναφοράς του κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, διατύπωσε το αίτημα διαγραφής από το αναιρετήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 206 ΚΠολΔ, των φράσεων α) "λεόντια εις βάρος του συμφωνία από το ανωτέρω ποσό ο μεν αναιρεσίβλητος θα λάβει εξήντα πέντε (65) εκατομμύρια εγώ τριάντα πέντε (35).

Ο όρος αυτός του συμφωνητικού, εκτός από την απύθμενη απληστία του αναιρεσίβλητου αποδεικνύει το αβάσιμο και την σαθρότητα της αναφερομένης στην αναιρεσίοβλητο απόφαση παραδοχής ότι ο ενάγων δε δικαιούται της ένδικης αμοιβής των 6.552 ευρώ-", (σελ. 70), β) "έφθασε μάλιστα εις τέτοιον βαθμόν αναισχυντίας ώστε να αναφέρει ότι η προς τον ενάγοντα επιστολή μου αναφέρεται μόνο στην υπόθεση της απαλλοτρίωσης (σελ. 9,10) γ) "οβιδιακαί όμως αυτές μεταμορφώσεις" (σελ. 76) δ) "το ψεύδος και η σαθρότητα της αιτιολογίας αυτής επικαλέσθηκα και απόδειξα πολλαπλώς τόσον κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία όσο και στο Εφετείο"(σελ.74) και ε) από τις σελ. 45,75,76,82,83.

Το εν λόγω αίτημα αξιολογείται i) ως παντελώς αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής αντιρήσεως κατά το τελευταίο, με στοιχ. (ε) σκέλος του, ii) ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα κατά το στοιχ. (β) σκέλος αυτού, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των σελ. 9 και 10 της αιτήσεως αναιρέσεως και γ) ως κατ' ουσίαν αβάσιμο κατά τα λοιπά, σε συνέπεια με την εκτίμηση ότι πρόκειται για ισχυρισμούς, οι οποίοι, συνδεόμενοι με τον αγωγικό ισχυρισμό για το περιεχόμενο της συνομολογηθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο της ευπρέπειας.

Όμοια, κατά μείζονα λόγο, αξιολογείται ως αβάσιμο το παράλληλο διατυπούμενο αίτημα για επιβολή, κατ' εφαρμογή ρου άρθρου 206 ΚΠολΔ, ποινής τάξεως. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει ενόψει του ότι δεν υποχρεούται, κατ' επιταγή του άρθρου 175 παρ. 2 του ν.δ. 3026/1954, σε έκδοση γραμματίου προεισπράξεως δικηγορικής αμοιβής στο ποσό των 2000, 00 ευρώ (ΚΠολΔ 83).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 362/16-10-2008 αίτηση για αναίρεση της 1905/12-9-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ