Legislator Case Law & Legislation
1530/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will revocation, ruling lower court correctly applied succession law.

Case Number 1530/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a will revocation dispute. The appellant argued the lower court violated succession laws by failing to interpret the public will's contradictory terms, while the appellee maintained the revocation was legally valid. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sound and the appellant's arguments baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1764, 1769 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a lower court's finding of will revocation based on contradictory testamentary provisions is not subject to appeal if the revocation is clearly established and the appellant failed to prove a final judicial recognition of their specific property right.

Keywords

AI generated
will revocation succession law contradictory wills appeal dismissal testamentary capacity property rights civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1764 of the Civil Code
Article 1769 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 1781 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1530 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1530/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νοτάρη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3193/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7136/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2008 αίτησή της και με τους από 9-2-2009 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 9-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης και δεύτερο πρόσθετο λόγο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι "... η προαναφερομένη ιδιόγραφη διαθήκη την οποία επικαλείται η εναγομένη δια να θεμελιώσει τον παραπάνω ισχυρισμό της, ανακλήθηκε κατ' άρθρο 1764 ΑΚ, από το διαθέτη-σύζυγό της με την προαναφερομένη ...

μεταγενέστερη δημοσία διαθήκη του, της οποίας το περιεχόμενο είναι ασυμβίβαστο με εκείνο της προγενέστερης ιδιόγραφης, αφού με την μεταγενέστερη αυτή διαθήκη του, σύμφωνα με όσα προεκτέθησαν, ο άνω διαθέτης εγκαθιστά γενικό κληρονόμο του τον ενάγοντα, στη δε εναγομένη καταλείπει τα παραπάνω περιουσιακό στοιχεία, στα οποία δεν περιλαμβάνεται και η επικαρπία του επιδίκου ακινήτου ...", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1769 και 1764, αντίστοιχα, του ΑΚ και περαιτέρω διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της ανάκλησης της από 27-12-1990 ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντα ΑΑ, συζύγου, από δεύτερο γάμο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και πατέρα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την από 25-9-1996 ιδιόγραφη προσθήκη της, με την ...

δημόσια διαθήκη του ίδιου και, έτσι, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από τη νόμιμη βάση της. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι η επικαρπία στο επίδικο ακίνητο, της οποίας το αμεταβίβαστο, καθώς και η απόσβεσή της είχε συμφωνηθεί, με την ...

διορθωτική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδ. Χαλκίδη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του επικαρπωτή, πατέρα του, ΑΑ, αποσβέστηκε μετά τον επισυμβάντα, στις 25-8-2004, θάνατο του τελευταίου και ενώθηκε με τη ψιλή κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ,Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό ...

δημόσιας διαθήκης του θανόντα ΑΑ, που προμνημονεύθηκε, με το να δεχθεί από εσφαλμένη ανάγνωσή της, ότι με αυτή εγκατέστησε ο διαθέτης γενικό κληρονόμο του τον αναιρεσίβλητο, γιο του και, έτσι, με την εν λόγω διαθήκη, της οποίας το περιεχόμενο είναι ασυμβίβαστο με εκείνο της προγενέστερης από 27-12-1990 ιδιόγραφης διαθήκης του ίδιου, ανακλήθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1764 ΑΚ, η προγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη του, ενώ στην πραγματικότητα με την επίμαχη διαθήκη εγκατέστησε ο διαθέτης κληρονόμο του τον αναιρεσίβλητο σε συγκεκριμένα κληρονομιαία ακίνητα, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το και ήδη επίδικο.

Όπως πράγματι προκύπτει από την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.), η τελευταία βούληση του διαθέτη ΑΑ διατυπώνεται σ' αυτή ως εξής: "Καθιστώ γενικό κληρονόμο το μοναδικό παιδί μου Ψ, κάτοικο ... και επί της οδού ... αριθμός ..., γεννημένο το 1966 στην ..., ... (και ήδη αναιρεσίβλητο).Αυτά που του αφήνω με την ευχή μου είναι τα κάτωθι:

1. Ένα διαμέρισμα στη ..., επί της οδού ..., δευτέρου ορόφου, όπως εμφαίνεται στο συμβόλαιο και στο Υποθηκοφυλακείο στη μερίδα μου.

2. Ένα οικόπεδο στη ..., όπως εμφαίνεται στο συμβόλαιο και στο Υποθηκοφυλακείο στη μερίδα μου.

3. Ένα χωράφι στην ..., όπως εμφαίνεται στο συμβόλαιο και στο Υποθηκοφυλακείο στη μερίδα μου.

4. Ένα οικόπεδο στο ..., όπως εμφαίνεται στο συμβόλαιο και στο Υποθηκοφυλακείο στη μερίδα μου.

5.Το μισό (1/2) χωραφιού οκτώ (8) στρεμμάτων στην τοποθεσία ..., όπως εμφαίνεται στο συμβόλαιο και στο Υποθηκοφυλακείο στη μερίδα μου, εφόσον δεν το έχω πουλήσει πριν το θάνατο μου.

Τη δεύτερη σύζυγό μου Χ (και ήδη αναιρεσείουσα), με την οποία δεν αποκτήσαμε παιδιά, την περιορίζω στη νόμιμη μοίρα, και της αφήνω την έως το θάνατό της επικαρπία του διαμερίσματός μου στη ... επί της οδού ..., δευτέρου ορόφου, όπως εμφαίνεται στο συμβόλαιο και στο Υποθηκοφυλακείο στη μερίδα μου. Η επικαρπία του διαμερίσματος αυτού να περιέλθει στο γιο μου Ψ μετά το θάνατο της δεύτερης συζύγου μου Χ.

Από τις καταθέσεις μου στους υπ' αριθμ. ... και ... λογαριασμούς μου της Εθνικής Τράπεζας, τα βιβλιάρια των οποίων έχει η δεύτερη σύζυγος μου Χ, επιθυμώ τα δύο τρίτα (2/3) των ποσών να διατεθούν στην ως άνω δεύτερη σύζυγό μου και το ένα τρίτο (1/3) στο γιο μου Ψ". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε σχετικά τα ακόλουθα: "Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, η προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη την οποία επικαλείται η εναγομένη για να θεμελιώσει τον παραπάνω ισχυρισμό της, ανακλήθηκε κατ' άρθρ. 1764 ΑΚ, από το διαθέτη-σύζυγο της με την προαναφερόμενη ...

ενώπιον του Συμβ/φου Αθηνών Θ. Χαλκίδη μεταγενέστερη δημόσια διαθήκη του, της οποίας το περιεχόμενο είναι ασυμβίβαστο με εκείνο της προγενέστερης ιδιόγραφης, αφού με τη μεταγενέστερη αυτή δημόσια διαθήκη του, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο άνω διαθέτης εγκαθιστά γενικό κληρονόμο του τον ενάγοντα, στη δε εναγομένη καταλείπει αποκλειστικά και μόνο τ' αναφερόμενα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία, στα οποία δεν περιλαμβάνεται και η επικαρπία του επίδικου ακινήτου, την εγκυρότητα δε της τελευταίας αυτής δημόσιας διαθήκης δεν αμφισβήτησε πρωτοδίκως και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η εκκαλούσα ...".

Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι η επικαρπία στο επίδικο ακίνητο, της οποίας το αμεταβίβαστο, καθώς και η απόσβεσή της ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του επικαρπωτή πατέρα του Ψ με την ...

διορθωτική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδ. Χαλκίδη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, αποσβέστηκε μετά τον επισυμβάντα, στις 25-8-2004, θάνατο του επικαρπωτή ΑΑ και ενώθηκε με τη ψιλή κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης.

Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "...

την εγκυρότητα δε της τελευταίας αυτής δημοσίας διαθήκης δεν αμφισβήτησε πρωτοδίκως και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η εκκαλούσα", δεν έλαβε υπόψη τον υψιγενή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προτάθηκε ενώπιόν του με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στις 14-12-2006, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της έφεσής της κατά της εκκαλούμενης απόφασης την 1-2-2007, κατέθεσε αυτή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 12-12-2006 (με αριθμό έκθ.

κατάθ. 11.507/2006) αγωγή της κατά του και ήδη αντιδίκου της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ... δημόσιας διαθήκης του θανόντα συζύγου της ΑΑ, περαιτέρω δε δεν έλαβε υπόψη το με αριθμό Γ§4 λόγο της έφεσής της, με τον οποίο ισχυρίστηκε η ίδια ειδικότερα, τα ακόλουθα: "Όσον αφορά στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν αμφισβητώ την εγκυρότητα της υπ' αριθ. ...

Δημοσίας Διαθήκης, δύο τινά θα πρέπει να επισημανθούν. Αφενός, ως έχει ήδη αναφερθεί εκτενώς ανωτέρω, η Διαθήκη αυτή ουδόλως ακυρώνει ή αναιρεί το περιεχόμενο της ιδιογράφου που έχω στα χέρια μου. Αφετέρου, φαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε την από 05.05.2006 Προσθήκη-Αντίκρουσή μου όπου ρητώς αναφέρεται ότι:"Ο ενάγων ...

κληρονόμησε το 99% της περιουσίας του θανόντος δυνάμει της υπ' αριθ. ... Δημοσίας Διαθήκης την εγκυρότητα της οποίας βεβαίως και αμφισβητώ". Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, εφόσον η από μέρους της αναιρεσείουσας επίκληση της κατάθεσης στο αρμόδιο Δικαστήριο της αμέσως πιο πάνω αναγνωριστικής αγωγής της, χωρίς συνάμα να προσδιορίζεται από την ίδια στο αναιρετήριο σε τι ειδικότερα συνίσταται η επιδιωκόμενη με αυτή - αγωγή - ακυρότητα της επίμαχης δημόσιας διαθήκης, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης σε βάρος της αγωγής του αντιδίκου της περί αποβολής του αναιρεσιβλήτου από τη νομή του επίδικου ακινήτου και αποζημίωσής του από τη σε βάρος του υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της αντιδίκου του, καθώς και χρηματικής του ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία έχει υποστεί, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, εφόσον το περιεχόμενο του προμνημονευόμενου λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας αποτελεί απλή αμφισβήτηση του κύρους της πιο πάνω δημόσιας διαθήκης.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση, περί του ότι η επικαρπία του επίδικου ακινήτου, η οποία αποσβέστηκε με τον επισυμβάντα στις 25-8-2004 θάνατο του επικαρπωτή, ΑΑ, περιήλθε στον αναιρεσίβλητο γιο του, ψιλό κύριο του ακινήτου αυτού, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την από 12-12-2006 (και με αριθμό έκθ.

κατάθ. δικογράφου 11.507/14-12-2006) αγωγή της κατά του και ήδη αντιδίκου της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ... δημόσιας διαθήκης του θανόντα συζύγου της ΑΑ, την οποία επικαλέστηκε η ίδια με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του οψιγενούς ισχυρισμού της περί της από μέρους της αμφισβήτησης ενώπιόν του του κύρους της εν λόγω δημόσιας διαθήκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα ...

που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω διαδικαστικό άλλης δίκης έγγραφο, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και, το έγγραφο αυτό, χωρίς να είναι, υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή του, ενόψει μάλιστα και του ότι στην προκείμενη περί αποβολής από τη νομή του επίδικου ακινήτου δίκη η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 991 ΑΚ, ότι έχει το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας στο εν λόγω ακίνητο, εφόσον το εν λόγω δικαίωμα δεν έχει ήδη αναγνωριστεί τελεσίδικα ανάμεσα σ' αυτή και τον αντίδικό της, ο σχετικός δε ισχυρισμός της δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκείμενης δίκης.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991). Εξάλλου, από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι "αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της δίκης εωσότου περαιωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα ή άλλη δίκη ...", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 222§1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει, ότι " όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα", προκύπτει, ότι, όταν δεν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας και όταν ακόμη η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται από τη διάγνωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας μιας έννομης σχέσης που κρίνεται από άλλο πολιτικό δικαστήριο, η αναβολή ή όχι της εκδίκασης της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας εκκρεμούς διαφοράς απόκειται στην κυριαρχική του εξουσία, γι' αυτό η κρίση του περί της αναβολής ή μη της εκδίκασης αυτής δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, το αίτημα περί αναβολής της δίκης και τα προς υποστήριξή του υποβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "ζήτημα", με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ούτε "πράγμα" με την έννοια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Ο δεύτερος, επομένως, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.

β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το με αριθμό Β§3 λόγο της έφεσής της, με τον οποίο η ίδια έπληττε την εκκαλούμενη απόφαση για την απόρριψη ως αλυσιτελών των ενστάσεών της (αιτημάτων) περί αναβολής (αναστολής) της συζήτησης της παρούσας υπόθεσης μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση στην εκκρεμή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών από 1-6-2005 αγωγή της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ...

διορθωτικής συμβολαιογραφικής πράξης, αλλιώς, προς συνεκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης με την προαναφερόμενη εκκρεμή αγωγή λόγω συνάφειάς τους, κατά την ειδική δωσιδικία της συνάφειας (άρθρο 31 Κ.Πολ.Δ.), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ως προς τις δύο αιτιάσεις του, εφόσον οι προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα ισχυρισμοί της, θεμελιωτικοί των αμέσως πιο πάνω αιτημάτων της, είναι επουσιώδεις και δεν αποτελούν πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ενώ, εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί απόρριψης των εν λόγω αιτημάτων λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεών τους ανήκει στην αναιρετικά ανέλεγκτη διακριτική εξουσία του.

Ο δεύτερος, κατά το τέταρτο και πέμπτο, αντίστοιχα, μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί δέχθηκε ότι τη νομή στο επίδικο ακίνητο ασκούσε ο αναιρεσίβλητος μέχρι το χρόνο του θανάτου του πατέρα του ΑΑ, ότι ανέκαθεν επιθυμούσε ο ίδιος να εκμισθώσει σε τρίτους το εν λόγω ακίνητο και ότι υπέστη βλάβη με την παραμονή της αντιδίκου του σ' αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις δεν αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αλλά πλήττουν αποκλειστικά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του Α.Κ., προκύπτει ότι στην ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις αντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη από το άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών.

Εξάλλου, έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που ο διαθέτης θέλησε.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθώς και περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το πιο πάνω δικαστήριο κρίνει ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται για την αποσαφήνισή τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Ο ΑΑ, ο οποίος ήταν πατέρας του ενάγοντος και σύζυγος- σε δεύτερο γάμο- της εναγομένης, ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου (οικοπέδου) κειμένου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως ...

στη θέση "...", συνολικής επιφάνειας 2.670 τμ, όπως αυτό απεικονίζεται με τον αριθμό ... του Ο.Τ. ... στο από 2.5.1983 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού ... με τα στοιχεία 4/5, Κ36/Α, Κ, 4, Λ, α, 4/5, το οποίο είχε υπαχθεί με το ... συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών Έλλης Παντουβάκη- Σταθοπούλου, στις διατάξεις των άρθ. 1 επ.

του Ν.3741/1929, ΝΔ 1024/1971 και 1002, 1117 ΑΚ περί καθέτου ιδιοκτησίας. Στο προαναφερόμενο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω μείζονος οικοπέδου, αντιστοιχεί κατ' αποκλειστική χρήση τμήμα αυτού επιφάνειας 1.335 τμ, όπως το τμήμα αυτό απεικονίζεται στο άνω σχεδιάγραμμα με το στοιχείο Β και περιμετρικά με τα στοιχεία Κ-5-4-Λ-Κ, και αποτελεί αυτοτελή, ανεξάρτητη και διακεκριμένη κάθετη ιδιοκτησία.

Με το ... συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Διονυσίου Νικ. Παπαδάτου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων στον τόμο ... με αριθμό ..., ο προαναφερόμενος πατέρας του ενάγοντος μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής στον τελευταίο (γιο του από τον πρώτο του γάμο) την ψιλή κυριότητα της εν λόγω κάθετης ιδιοκτησίας, ενώ παρακράτησε για τον εαυτό του και εφ' όρου ζωής του την επικαρπία.

Με το ίδιο συμβόλαιο συμφωνήθηκε μεταξύ τον άνω συμβληθέντων ότι ο εν λόγω επικαρπωτής θα έχει το δικαίωμα να μεταβιβάσει οποτεδήποτε την επικαρπία αυτή, στο σύνολό της ή εξ αδιαιρέτου ποσοστό της, στην εναγομένη (σύζυγό του σε δεύτερο γάμο) είτε εφ' όρου ζωής της, είτε για ορισμένο χρόνο.

Στη συνέχεια εκδόθηκε επ' ονόματι του ενάγοντος - ψιλού κυρίου και του επικαρπωτού - πατέρα του η ... οικοδομική άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας ... με βάση την οποία οι τελευταίοι ανήγειραν, επί του εν λόγω διακεκριμένου τμήματος του μείζονος ακινήτου (το οποίο, όπως προεκτέθηκε, αποτελεί αυτοτελή κάθετη ιδιοκτησία) διώροφη οικοδομή επιφάνειας 243 τμ με υπόγειο - αποθήκη επιφάνειας 120 τμ.

περίπου. Την οικοδομή αυτή την χρησιμοποιούσαν έκτοτε ως θερινή κατοικία, ο παραπάνω επικαρπωτής του ακινήτου και πατέρας του ενάγοντος ΑΑ μαζί με την εναγομένη (σύζυγο του δε δεύτερο γάμο), νεμόμενοι κατ' αυτόν τον τρόπο το εν λόγω επίδικο ακίνητο επ' ονόματι και για λογαριασμό του ενάγοντος- ψιλού κυρίου, ο οποίος ήταν και ο πραγματικός νομέας αυτού έναντι των τελευταίων.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος πατέρας του ενάγοντος και σύζυγος της εναγομένης ΑΑ με την από 27.12.1990 ιδιόγραφη διαθήκη του και την από 25.9.1996 προσθήκη στην εν λόγω διαθήκη, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το 1392/11.3.05 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την 552/11.3.05 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, εκτός άλλων, όρισε ότι σε περίπτωση θανάτου του, η επικαρπία της προαναφερόμενης κάθετης ιδιοκτησίας θα περιέλθει στην εναγομένη σύζυγό του.

Όμως στις 28.9.03. με την ... ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδ. Χαλκίδη διορθωτική συμβολαιογραφική πράξη που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, προέβη μαζί με τον ενάγοντα-γιο του στη διόρθωση του παραπάνω ... συμβολαίου, ως προς τον συμφωνηθέντα όρο της δυνατότητας μεταβίβασης της υπέρ αυτού παρακρατηθείσας επικαρπίας, και όρισαν ότι η επικαρπία αυτή είναι αμεταβίβαστη και αποσβέννυται μετά το θάνατο του (επικαρπωτή ΑΑ), την ίδια δε ημέρα (28.9.03) προέβη ενώπιον του ίδιου ως άνω Συμβ/φου στη σύνταξη της ...

δημόσιας διαθήκης του, η οποία δημοσιεύθηκε με το 6343/17.12.04 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή δημόσια διαθήκη του εγκατέστησε γενικό κληρονόμο του σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία του τον ενάγοντα (γιο του), την δε εναγομένη σύζυγο του περιόρισε στη νόμιμη μοίρα της, στην οποία και κατέλιπε την επικαρπία ενός διαμερίσματος επιφάνειας 94 τμ κειμένου στην οδό ...

της περιοχής ... και επί πλέον στα 2/3 των καταθέσεων που διατηρούσε σε δύο λογαριασμούς της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας. Στις 25.8.04 ο ηλικίας τότε 77 ετών πατέρας του ενάγοντος και σύζυγος της εναγομένης ΑΑ απεβίωσε, οπότε και αποσβέσθηκε η παρακρατηθείσα υπέρ του τελευταίου επικαρπία επί της προαναφερόμενης κάθετης ιδιοκτησίας (της οποίας το αμεταβίβαστο είχε συμφωνηθεί με την παραπάνω ...

διορθωτική συμβολαιογραφική πράξη), η οποία (επικαρπία) επέστρεψε αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί και ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα. Έτσι ο ενάγων απέκτησε την πλήρη κυριότητα του εν λόγω ακινήτου. Μετά τις εξελίξεις αυτές ο ενάγων κοινοποίησε στην εναγομένη στις 27.10.04 την από 26.10.04 εξώδικη δήλωσή του με την οποία, αφού την ενημέρωνε σχετικά με το περιεχόμενο της παραπάνω διορθωτικής συμβολαιογραφικής πράξης, και τη συνακόλουθη εκ μέρους του κτήση της πλήρους κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, ζήτησε από την τελευταία να του το αποδώσει, πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε την απόδοσή του, το οποίο και εξακολούθησε παράνομα και υπαίτια να κατακρατεί με συνέπεια να του οφείλει έκτοτε αποζημίωση, η οποία συνίσταται στο ποσό το οποίο θα κέρδιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την εκμετάλλευσή του.

Μετά ταύτα, ο ενάγων άσκησε εναντίον της εναγομένης την από 15.2.05 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εκδόθηκε η 261/27.4.05 απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ελλείψει κατεπείγοντος. Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης την ένδικη από 15.6.05 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

Προς απόκρουση της αγωγής αυτής η εναγομένη είχε προβάλει πρωτοδίκως τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με την έφεσή της, ότι δηλαδή ο, κατά τα ανωτέρω, αποβιώσας σύζυγός της με την από 27.12.1990 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την 553/11.3.05 απόφαση, κατέλιπε σ' αυτήν την επικαρπία του εν λόγω ακινήτου.

Συνακόλουθα μετά το θάνατο του τελευταίου εκείνη είναι επικαρπώτρια αυτού, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η προαναφερόμενη ... διορθωτική συμβολαιογραφική πράξη με την οποία ο επικαρπωτής - σύζυγός της συμφώνησε το αμεταβίβαστο της επικαρπίας, είναι άκυρη, καθ' όσον κατά το χρόνο συντάξεώς της ο τελευταίος στερείτο της χρήσεως του λογικού του, άλλως δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του, για την αναγνώριση της ακυρότητας της οποίας είχε ασκήσει κατά του ενάγοντος την από 1-6-05 (81810/4936/05) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σχετική αγωγή της.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της εναγομένης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος καθ' όσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ, σε περίπτωση αγωγής για προσβολή της νομής, όπως η ένδικη, ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα, παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν, και τον ενάγοντα και στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη- εκκαλούσα δεν ισχυρίσθηκε ότι το δικαίωμά της αυτό στο επίδικο ακίνητο, το οποίο αρνείται ο εναγόμενος, έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' εκείνη και τον τελευταίο.

Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, η προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη την οποία επικαλείται η εναγομένη για να θεμελιώσει τον παραπάνω ισχυρισμό της, ανακλήθηκε κατ' αρθ 1764 ΑΚ, από το διαθέτη-σύζυγό της με την προαναφερόμενη ... ενώπιον του Συμβ/φου Αθηνών Θ. Χαλκίδη μεταγενέστερη δημόσια διαθήκη του, της οποίας το περιεχόμενο είναι ασυμβίβαστο με εκείνο της προγενέστερης ιδιόγραφης, αφού με τη μεταγενέστερη αυτή δημόσια διαθήκη του, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο άνω διαθέτης εγκαθιστά γενικό κληρονόμο του τον ενάγοντα, στη δε εναγομένη καταλείπει αποκλειστικά και μόνο τ' αναφερόμενα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία, στα οποία δεν περιλαμβάνεται και η επικαρπία του επίδικου ακινήτου, την εγκυρότητα δε της τελευταίας αυτής δημόσιας διαθήκης δεν αμφισβήτησε, πρωτοδίκως και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η εκκαλούσα ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες, που δεν ενδιαφέρουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη, κύρια βάση της περί αποβολής του αναιρεσιβλήτου από τη νομή του επίδικου ακινήτου και εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τη δεύτερη, κύρια βάση της περί αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά σε βάρος του της αντιδίκου του, καθώς και περί χρηματικής του ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης την οποία έχει υποστεί, μειώνοντας το ποσό των τελευταίων από 38.066 ευρώ, συνολικά, σε 22.640 ευρώ, συνολικά.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν διέγνωσε, έστω και έμμεσα, ασάφεια ή κενό σημείο ως προς την περιεχόμενη στην επίμαχη δημόσια διαθήκη του διαθέτη ... δήλωσή του, ότι εγκαθιστά γενικό κληρονόμο του τον αναιρεσίβλητο γιο του. Ο πρώτος, επομένως, πρόσθετος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΑΚ, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, αφού, μολονότι διέγνωσε κενό ως προς την αληθινή βούληση του διαθέτη σε σχέση με την εγκατάσταση του αναιρεσιβλήτου ως γενικού κληρονόμου του, δεν προέβη σε ερμηνεία της δημόσιας διαθήκης του ως προς την ανεύρεση της αληθινής βούλησής του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 7136/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 9-2-2009 πρόσθετους λόγους αυτής. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ