Legislator Case Law & Legislation
1530/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court decision for failure to state reasons and omission of facts.

Case Number 1530/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the appellant against the Athens Court of Appeal's decision of 7840/2006. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the company's assets and omitted critical facts about the liquidation process. The court found the appellate judgment lacked necessary justification for determining the company's assets and failed to address the appointment of a second liquidator, constituting a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(a) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the appellate court fails to provide adequate reasoning for its decision or omits facts essential to the case outcome.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility failure to state reasons omission of facts correction of judgment liquidation proceedings corporate assets

Cited Legislation

AI generated
Article 246 in conjunction with Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 656/1989
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1530 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1530/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου: χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Ξανάλατο και Μιλτιάδη Κλωνάρη.

Της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας: ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2002 και 13-5-2003 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3666/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7840/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 7-3-2007 και 22-1-2007 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε τις από 30-4-2008 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε α)την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου και τρίτου λόγων της από 7-3-2007 αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών και β) την απόρριψη της από 22-1-2008 αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η από 22-1-2007 αίτηση της ψ1 και η από 7-3-2007 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 7840/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους (άρθρο 246 σε συνδ. προς το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Α. Επί της αίτησης αναίρεσης της ψ1 Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής ή της ένστασης περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 656/1989, Δ 1990.482). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

α του ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι "α) Ότι τα εμπορεύματα (παντόφλες) που εισήγαγε η εταιρεία το φθινόπωρο του 1992 έφεραν μεν τον διακριτικό τίτλο του ιταλικού οίκου ....., πλην όμως δεν είχαν κατασκευαστεί στην Ιταλία, όπως όλες οι προηγουμένως μέχρι τότε εισαχθείσες, αλλά στο εργοστάσιο του οίκου αυτού στην Κίνα, απ' όπου και εισήχθησαν απ' ευθείας στην Ελλάδα, χωρίς να περάσουν προηγουμένως από την Ιταλία, ενώ ήσαν και φθηνότερες από τις ιταλικές κατά 30% - 40%, υπονοώντας σαφέστατα ότι, εξ αυτού του λόγου, ήταν κατώτερης ποιότητας.

β) Ότι οι παραληφθείσες παντόφλες ήταν κατά μεγάλο, μη καθοριζόμενο όμως ούτε κατά προσέγγιση, μέρος ελαττωματικές και ειδικότερα ότι άλλες ήταν κακοραμμένες και άλλες ήταν σε νούμερα στην πραγματικότητα μεγαλύτερα από αυτά που έγραφαν πάνω τους, τις οποίες επιδιόρθωσε η εταιρεία, τοποθετώντας σε αυτές πάτους από μοκέτα και γ) ότι η γνωστή αλυσίδα SUPER MARKET "......", η οποία ήταν βασικός πελάτης της εταιρείας για τα προϊόντα αυτά άλλαξε διεύθυνση του τμήματος υποδημάτων και η νέα διεύθυνση δεν επανέλαβε τις αγορές παντόφλων, με αποτέλεσμα στο κλείσιμο του 1992 να μείνουν απούλητα στην αποθήκη της εταιρείας περίπου 57.000 ζευγάρια, τα οποία πωλήθηκαν εξ αυτού του λόγου, κάτω του κόστους και σε τιμές 100 - 200 δρχ.

το ζεύγος", δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο και μη περιληφθέντα στον προβληθέντα ισχυρισμό του ότι το εμπόρευμα πωλήθηκε σε χαμηλές τιμές γιατί δεν ήταν καλής ποιότητας και η πολιτική της εταιρείας μας ήταν ότι δεν έπρεπε να έχουμε στις αποθήκες μας STOCK". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο περιστατικά είναι διευκρινιστικά του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί πωλήσεως των εμπορευμάτων σε χαμηλές τιμές, λόγω κακής ποιότητας, που κατατέθηκαν από τη μάρτυρα ......

στην υπ' αριθμ. 14.684/2006 ένορκη βεβαίωσή της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία, και αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. γ του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: (α) την από 29-5-2002 εξώδικη γνωστοποίηση, πρόσκληση και λογοδοσία του λογιστή Δ1, (β) το βιβλίο απογραφών της εταιρείας και ειδικότερα τις απογραφές από 1-1-1992 έως 31-12-1992, (γ) την καρτέλα χορηγήσεων της Τράπεζας Εργασίας, (δ) τον τιμοκατάλογο της εταιρείας ...., (ε) δέκα δελτία αποστολής - τιμολόγια της εταιρείας, που εκδόθηκαν κατά την κρίσιμη περίοδο, (στ) τιμολόγια αγοράς και πώλησης, (ζ) ιδιόχειρο σημείωμα του εταίρου Γ1 και (η) την υπ' αριθμ. 17.553/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα οποία μετ' επικλήσεως προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της περί υποτιμολογημένης πώλησης των εμπορευμάτων και προς απόκρουση του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί υπάρξεως STOCK.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξεις το περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα "τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων παραδεκτά συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια τα έγγραφα και οι δικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικογραφιών".

Από την βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό και με το σύνολο των παραδοχών, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, μερικών από τα οποία γίνεται και ρητή μνεία. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Β. Επί της αίτησης αναίρεσης του χ1 Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 765, 767, 777, 781-783 Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται και επί της, κατά το άρθρο 22 Εμπ.Ν., ομόρρυθμης εταιρίας, κατά το άρθρο 18 αυτού, προκύπτει, ότι μετά τη λύση της, ακολουθεί η εκκαθάριση, η οποία σκοπό έχει την ενέργεια των πράξεων εκείνων που είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί ο προσδιορισμός του ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, ώστε να προπαρασκευαστεί η διανομή του μεταξύ των εταίρων είτε εξωδίκως, είτε με έγερση της περί διανομής αγωγής, ειδικότερα δε ο σκοπός της εκκαθαρίσεως έγκειται στη ρευστοποίηση του ενεργητικού, τη διαπίστωση και εξόφληση των χρεών της εταιρίας και στη συνέχεια στην απόδοση των εισφορών και τη διανομή του τυχόν υπολοίπου μεταξύ των εταίρων.

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα, έτσι ώστε τα περιστατικά αυτά να μην προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, με αποτέλεσμα εξαιτίας των ελλείψεων αυτών της αποφάσεως να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικώς αν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο το δικαστήριο εφάρμοσε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο που δίκασε δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αποδεικτικό πόρισμα, ανελέγκτως τα εξής : Με το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας ψ1, του εναγομένου χ1 και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Γ1, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συστάθηκε ανάμεσα στα ανωτέρω πρόσωπα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "......

Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "....." διάρκειας 2 ετών, με έναρξη λειτουργίας της την 1-9-1991, που μπορούσε, εφόσον το επιθυμούσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, να παραταθεί για ίσο χρόνο, με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες της ενάγουσας 50% και των λοιπών εταίρων κατά 25% για τον καθένα από αυτούς, ενώ ορίσθηκε διαχειριστής αυτής ο εναγόμενος, που θα παρέμενε και ως εκκαθαριστής της σε περίπτωση λύσης της εταιρίας.

Με εναντίωση του ως άνω μη διαδίκου εταίρου στην παράταση της διάρκειας της εταιρείας, όπως από το καταστατικό της είχε αυτό το δικαίωμα, η οποία περιλήφθηκε στην από 6-5-1993 εξώδικη δήλωση του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα αυτά ως άνω βιβλία και επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 7-5-1993 η εταιρία λύθηκε κατά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της στις 31-8-1993, τελούσα έκτοτε σε εκκαθάριση, η οποία και περατώθηκε όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη (βλ.

την από 29-5-2002 εξώδικη Γνωστοποίηση -Πρόσκληση-Λογοδοσία του εκκαθαριστή, Δ1). Ο εναγόμενος κατά το χρόνο λύσης της εταιρίας, ως διαχειριστής μέχρι τότε και έκτοτε εκκαθαριστής της, κατά τη σύνταξη του από 31-8-1993 ισολογισμού για τη χρήση από 1-1-1993 έως 31-8-1993, στον οποίο περιέλαβε και το λογαριασμό της εκκαθάρισης, δεν υπολόγισε όπως είχε υποχρέωση στα πλαίσια άσκησης της διαχειριστικής του εξουσίας, στο εκ δραχμών 64.241.909 ενεργητικό της εταιρίας το καθαρό ποσό των μη διανεμηθέντων κερδών της χρήσης έτους 1992, που ανερχόταν σε 14.000.000 δραχμές, από το οποίο αντιστοιχεί στην μερίδα της ενάγουσας ποσό εκ δραχμών 14.166.929 (64.241.909 + 14.000.000 - 78. 241.909 Χ 50% -39.120.954 - 24.954.025 που ήδη της κατεβλήθησαν) ή 41.575, 73 ευρώ, που ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες και την στέρησε έτσι νόμιμης βάσης, σε σχέση με ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικώς αν ορθώς ή όχι εφαρμόσθηκαν οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 780-783 Α.Κ.

Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα στοιχεία με βάση τα οποία προσδιορίζεται το εκ δραχμών 64.241.909 ενεργητικό της εταιρίας και εάν το ενεργητικό αυτό επαρκούσε (εν όλω ή μερικώς) για την πληρωμή των χρεών προς τρίτους και των χρεών μεταξύ των εταίρων, καθώς επίσης και τα ποσά των χρεών αυτών.

Επίσης, ενώ δέχεται ότι εκκαθαριστής εκ του καταστατικού είναι ο εναγόμενος, ο οποίος και ενήργησε την εκκαθάριση, χωρίς να περιλάβει στο ενεργητικό της εταιρίας το καθαρό ποσό των μη διανεμηθέντων κερδών της χρήσης του έτους 1992, δέχεται εμμέσως, πλην σαφώς, την διενέργεια και δεύτερης εκκαθάρισης από τρίτο εκκαθαριστή, ονόματι Δ1, χωρίς όμως να αναφέρει πως διορίστηκε ο ανωτέρω (Δ1) ως εκκαθαριστής, ποιο ήταν το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης και ειδικότερα ποιο ήταν κατ' αυτόν το ενεργητικό της εταιρίας, αν στο ενεργητικό περιελήφθη και το ποσό των μη διανεμηθέντων κερδών της χρήσης του έτους 1992 και ποιο ήταν το ποσό που δικαιούται αναλόγως της μερίδας της η ενάγουσα με βάση την εκκαθάριση αυτή.

Επομένως, υπέπεσε ενταύθα το Εφετείο στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του με τον πρώτο (ο οποίος ερευνάται από τον αριθμό 19 και όχι από τον αριθμό 1) και τον τρίτο λόγους της αναίρεσης, οι οποίοι είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις στο σκεπτικό αιτήσεις αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 22-1-2007 αίτηση της ψ1.\

Αναιρεί την 7840/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ψ1 στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος χ1, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ