1530/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 431/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1530/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) Οσάκις η ετησία πρόσοδος του υπό εκμίσθωσιν ακινήτου δεν υπερβαίνει το ποσό των δρχ. 60.000....."(παρ. 2). Άρθρο 6: "Η έγκρισης ή μη της κατακυρώσεως του διαγωνισμού γίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΔ. Κατά τον καθορισμό, βάσει του άρθρου 3 παρ. 1 του παρόντος, των όρων εκάστης μισθώσεως δύναται να ορίζεται, υπό του Δ.Σ.
Full text
Απόφαση 1530 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1530/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου (ΚΕΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιάνη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 431/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή κατά το άρθρο 809 του ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού "Για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) δραχμών ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάργησή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο. Το ανωτέρω ποσό μπορεί να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, επί συμβάσεως, η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της συμβάσεως".
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2α΄, 6 και 7 παρ. 1 και 3 του εγκριθέντος με την Υ.Α. (Οικονομικών) 167 της 12/20-6-1980 Υπηρεσιακού Κανονισμού Συμβάσεων της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 1α και 3 του ν. 973/1979, έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Β΄552/1980) και έχει ισχύ νόμου, ορίζονται τα εξής:
Άρθρο 1: "Τα υπό της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου (ΚΕΔ) διαχειριζόμενα συμφώνως προς τας διατάξεις του Ν. 973/1979 ακίνητα του Δημοσίου εκμισθούνται δια δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού, εκτός εάν ειδική διάταξις νόμου προβλέπει την άνευ διαγωνισμού εκμίσθωση (παρ. 1) "Κατ' εξαίρεσιν η ΚΕΔ δύναται να προβαίνει κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) αυτής εις εκμισθώσεις άνευ δημοπρασίας:
α) Οσάκις η ετησία πρόσοδος του υπό εκμίσθωσιν ακινήτου δεν υπερβαίνει το ποσό των δρχ. 60.000....."(παρ. 2). Άρθρο 6: "Η έγκρισης ή μη της κατακυρώσεως του διαγωνισμού γίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΔ. Κατά τον καθορισμό, βάσει του άρθρου 3 παρ. 1 του παρόντος, των όρων εκάστης μισθώσεως δύναται να ορίζεται, υπό του Δ.Σ.
της ΚΕΔ έτερον όργανον αρμόδιον δια την έγκρισιν ή μη της κατακυρώσεως του διαγωνισμού. Εν πάση περιπτώσει η έγκρισις ή μη του αποτελέσματος, δέον να γίνεται εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από της διεξαγωγής του διαγωνισμού". Άρθρο 7: "Μετά την έγκρισιν του αποτελέσματος του διαγωνισμού καλείται εγγράφως ο αναδειχθείς πλειοδότης, όπως, εντός προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών, προσέλθει προς υπογραφήν του μισθωτηρίου κομίζων εγγυητικήν επιστολήν ανεγνωρισμένης Τραπέζης, καλής εκτελέσεως ή εγγύησιν εις μετρητά, κατά τα εν τη διακηρύξει οριζόμενα.
Η σύμβασις της μισθώσεως θεωρείται καταρτισθείσα από της ως άνω υπογραφής του περί ταύτης εγγράφου" (παρ. 1). "Μετά την υπογραφή του μισθωτηρίου, ο μισθωτής θεωρείται λαβών την χρήση του μισθίου, της ΚΕΔ μη υποχρεουμένης εις εγκατάστασιν τούτου εν αυτώ. Ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται της πληρωμής του μισθώματος, εάν δεν εποιήσατο χρήσιν του μισθίου άνευ υπαιτιότητος της ΚΕΔ" (παρ.3).
Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, σε περίπτωση εκμισθώσεως ακινήτων του Δημοσίου, που διαχειρίζεται η αποτελούσα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ΚΕΔ (άρθρο 1 παρ. 1 ν. 973/1979), απευθείας με απόφαση του Δ.Σ. αυτής, χωρίς δημοπρασία, μετά την απόφαση του Δ.Σ. της ΚΕΔ, με την οποία εγκρίνεται πρόταση ενδιαφερομένου για εκμίσθωση σ' αυτόν ακινήτου του Δημοσίου, καλείται ο τελευταίος να προσέλθει προς σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως, η οποία θεωρείται καταρτισθείσα από την υπογραφή του περί αυτής εγγράφου, μετά την οποία ο μισθωτής θεωρείται, χωρίς τίποτε άλλο, ότι έλαβε τη χρήση του μισθίου και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθώματος κι' αν δεν έκανε χρήση του μισθίου χωρίς υπαιτιότητα της ΚΕΔ.
Επομένως, πριν από την υπογραφή μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της ΚΕΔ και του ενδιαφερομένου του εγγράφου της μισθώσεως, που θα περιλαμβάνει και τις ειδικότερες συμφωνίες και όρους, η σύμβαση αυτή δεν έχει καταρτιστεί, δηλαδή λογίζεται ως ανύπαρκτη κι έτσι η ΚΕΔ δεν είναι υποχρεωμένη να παραδώσει στον μισθωτή τη χρήση του μισθίου, έστω και αν έχει προηγηθεί απόφαση του Δ.Σ.
της ΚΕΔ, με την οποία γίνεται δεκτή η πρόταση για τη μίσθωση του ακινήτου χωρίς δημοπρασία. Οι πιο πάνω διατάξεις του Κανονισμού, ως ειδικές, υπερισχύουν των γενικών διατάξεων των άρθρων 192 και 194 του ΑΚ κι' επομένως δεν θεωρείται, βάσει της εκ των τελευταίων αυτών διατάξεων θεσπιζομένης αρχής, ότι η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ' αυτόν, που πρότεινε, η δήλωση αποδοχής της προτάσεώς του, ότι η απόφαση του Δ.Σ.
της ΚΕΔ, με την οποία γίνεται, κατ' αρχήν, δεκτή η πρόταση του ενδιαφερομένου για την εκμίσθωση του ακινήτου, αποτελεί οριστική δήλωση αποδοχής της προτάσεως αυτής και με την περιέλευση της εν λόγω αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο έχει συντελεστεί η σύμβαση. Ακόμη στην ίδια αυτή σύμβαση μισθώσεως της ΚΕΔ δύναται, κατ΄ εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 80 παρ. 2 του ν. 2362/1995, και η δήλωση βουλήσεως του κάθε συμβαλλομένου για την κατάρτισή της και τους όρους της, μετά την κατ΄ αρχήν έγκριση της σχετικής προτάσεως του ενδιαφερομένου από το Δ.Σ της ΚΕΔ, να γίνει και με χωριστό έγγραφο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 8-2-2000 αγωγής του, που απηύθυνε κατά του νομικού προσώπου της ΚΕΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με αυτή τα ακόλουθα: Με την από 18 Μαΐου 1999 έγγραφη πρότασή του προς το εναγόμενο νομικό πρόσωπο που έχει σκοπό τη διαχείριση, εκμετάλλευση και αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, του πρότεινε να του εκμισθώσει το περιγραφόμενο ακίνητο του Δημοσίου για πέντε (5) έτη από την έναρξη της θερινής περιόδου του έτους 1999 και με ετήσιο μίσθωμα 1.200.000 δραχμές, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την εγκατάσταση και λειτουργία εστιατορίου-αναψυκτηρίου και την εμπορική εκμετάλλευση ειδών εξυπηρετήσεως λουομένων (σκιάδια, ομπρέλες, ξαπλώστρες).
Η πρότασή του αυτή έγινε δεκτή με την 7096/5766/Φ. 31.4550 απόφαση του Δ.Σ του εναγομένου, που έλάβε κατά τη 17η συνεδρίαση του της 18-6-1999 και του κοινοποιήθηκε αυθημερόν. Κατόπιν αυτού από την 18-6-1999 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων μισθωτική σύμβαση με το πιο πάνω περιεχόμενο και το εναγόμενο όφειλε να του παραδώσει το μίσθιο ακίνητο.
Το εναγόμενο, όμως, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του (ενάγοντος), δεν του παρέδωσε το μίσθιο, αλλά το Δ.Σ αυτού κατά τη συνεδρίασή του της 30-9-1999 ανακάλεσε την ως άνω προηγούμενη απόφασή του. Η ανακλητική αυτή απόφαση δεν είχε κανένα έννομο αποτέλεσμα στην καταρτισθείσα ήδη σύμβαση μισθώσεως, αφού αυτή δεν μπορούσε να λυθεί με μονομερή δήλωση του εναγομένου, την οποία εκείνος δεν αποδέχθηκε.
Αλλά κι΄ αν ήθελε θεωρηθεί πως με την εν λόγω αναβλητική απόφασή του το εναγόμενο κατάγγειλε τη σύμβαση, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα, αφού δεν αναφέρεται στην απόφαση, ούτε υπάρχει κάποιος νόμιμος λόγος, που να τη δικαιολογεί. Ζήτησε δε ο ενάγων με βάση τους ισχυρισμούς του αυτούς να αναγνωριστεί, ότι έχει καταρτιστεί και είναι ισχυρή η ανωτέρω μισθωτική σύμβαση και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του παραδώσει το μίσθιο ακίνητο.
Το Εφετείο, με την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, που στηρίζει το διατακτικό της, έκρινε ότι, εφόσον, με την αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται σ΄ αυτή και έχουν πιο πάνω αναφερθεί, δεν γίνεται επίκληση, ότι μετά την εγκριτική της προτάσεως του ενάγοντος αποφάσεως του Δ.Σ. της εναγομένης ΚΕΔ για εκμίσθωση του ακινήτου χωρίς δημοπρασία δεν επακολούθησε η υπογραφή περί αυτής εγγράφου, η ένδικη μίσθωση δεν έχει καταρτιστεί, μη αρκούσης προς τούτο της κοινοποιήσεως στον ενάγοντα της περί εγκρίσεως της μισθώσεως αποφάσεως του Δ.Σ.
κι΄ επομένως η αγωγή, με το προαναφερόμενο αίτημα, είναι μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 192 και 194 του ΑΚ και 80 του ν. 2362/1995, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Επειδή αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται αποτελεσματικώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, οι λόγοι αναιρέσεως, που αφορούν άλλη αιτιολογία, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο πλήσσεται η κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η αγωγή του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, εφόσον, κατά την προηγούμενη αιτιολογία της παρούσης δεν πλήσσεται αποτελεσματικώς η επικουρική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της 431/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ