Legislator Case Law & Legislation
1530/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against second instance judgment for lack of legal basis and remands case.

Case Number 1530/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment, finding it lacked legal basis regarding the calculation of the symbolic wage. The court ruled that the second instance decision failed to sufficiently establish the facts necessary for its ruling on the statutory conditions. Consequently, the case was remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 KPolD; Art. 580 para. 3 KPolD: An appeal is admissible when a judgment lacks legal basis due to insufficient factual premises or contradictory reasoning, requiring remittal for retrial by a different panel.

Keywords

AI generated
lack of legal basis insufficient reasoning remittal for retrial symbolic wage service conditions appeal admissibility different judges panel

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 580 para. 3 KPolD
Art. 579 para. 2 KPolD
Art. 914 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1530 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1530/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρεκλό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Καστριτσέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-7-2002 και 24-9-2002 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1716/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7508/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 15-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, κατά το δεύτερο και έκτο μέρος του, τέταρτος, κατά το πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος του και πέμπτος, καθ΄ όλα τα μέρη του, και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή με τον τέταρτο, κατά το έκτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς να εκτιμήσει τα αποδεικτικά μέσα και χωρίς να τάξει αποδείξεις, δέχτηκε ότι στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος που λειτουργούσε ως μεικτή επιχείρηση (εστιατόριο-μπαρ-καφετέρια), προσελήφθη η αναιρεσείουσα και εργαζόταν αποκλειστικά ως σερβιτόρα εστιατορίου, με αποτέλεσμα να απορρίψει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία στερείται αιτιολογίας, το αίτημα της από 24-9-2002 αγωγής της περί καταβολής του συμβολικού μισθού που δικαιούνται οι σερβιτόροι καφενείων-ζαχαροπλαστείων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί, με το πρόσχημα της παραβάσεως της ως άνω διατάξεως, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικώς επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Επειδή o από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται από τη διάταξη που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε εν μέρει τη συνεκδικαζόμενη από 20-7-2002 αγωγή της αναιρεσείουσας, επιδικάζοντας σ' αυτήν το ποσό των 2.436 ευρώ, αφού έκρινε ότι οι αξιώσεις της από το Μάϊο 1997 έως το Μάϊο 2002 έχουν κατά το πλείστον ικανοποιηθεί και σε ορισμένες περιπτώσεις υπερκαλυφθεί, πλην των αποδοχών αδείας 1999 (795 ευρώ), των αποδοχών Απριλίου 1998 (425,53 ευρώ) και του ποσού των 1.215,34 ευρώ.

Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, κατά μερική παραδοχή της ενστάσεως εξοφλήσεως που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος, αφού παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικά τις ημέρες και ώρες που εργάστηκε η αναιρεσείουσα και τα ποσά που της κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος, αλλά χωρίς να προσδιορίσει τις ένδικες αξιώσεις της, δηλαδή τα ποσά που εδικαιούτο για ποσοστά επί των λογαριασμών πελατών, για εργασία κατά τη νύκτα και τις Κυριακές και αργίες, για αμοιβή υπερωριακής εργασίας κλπ.

Ετσι το Εφετείο, αναφορικά με την ως άνω αγωγή, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αφού δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν μετά την αφαίρεση των ποσών που δέχτηκε ότι κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος, απέμεινε υπόλοιπο προς εξόφληση και ποιες αξιώσεις αφορούσε. Επομένως, η απόφαση, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, στερείται νόμιμης βάσης, όπως βασίμως υποστηρίζεται με τους τέταρτο, κατά το πρώτο, και δεύτερο μέρος του και πέμπτο κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο (πρώτου καθ' όλα τα μέρη του, δευτέρου και τρίτου από τα άρθρα 559 αριθ.10, 11 και 14 του ΚΠολΔ).

Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο μέρος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Eπειδή κατά το άρθρο 579 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να διατάξει ο Αρειος Πάγος την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ότι, σε εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε κηρυχθεί εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, ο αναιρεσίβλητος της κατέβαλε το ποσό των 8.000 ευρώ, αλλά μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή για ποσό 2.436 ευρώ, η αναιρεσείουσα επέστρεψε εκουσίως στον αναιρεσίβλητο 5.275 ευρώ, ζητεί δε ακολούθως να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την επιστροφή του ως άνω ποσού, έτσι ώστε να ισχύσει η εκτέλεση που είχε γίνει με την απόφαση του Πρωτοδικείου Η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι η εκούσια επιστροφή από την αναιρεσείουσα του επιπλέον ποσού δεν είχε το χαρακτήρα της εκούσιας εκτέλεσης της αποφάσεως του Εφετείου, η οποία δεν διέτασσε την επιστροφή του ποσού αυτού, αφού δεν είχε υποβληθεί αίτημα για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, σύμφωνα με το άρθρο 914 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7508/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ