152/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΝικόλαου Νικολάου Και 2. Μαρίας Τρουπή, αντίστοιχα (γιατί κωλύεται o Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Y. K. του Y. και της L., υπήκοος Καζακστάν, γεννηθέντος την .../1982 στο Καζακστάν, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Θεσσαλονίκης, που εμφανίστηκε με τους συνηγόρους υπερασπίσεώς του, Δημήτριο Δημητριάδη, Κωνσταντίνο Κοσμάτο και Ιωάννη Κωνσταντίνου, κατά της υπ'αριθμ. 586/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated152/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έκδοση πραγματοποιείται για πράξεις που, σύμφωνα με τη νομοθεσία και των δύο Συμβαλλομένων Μερών αποτελούν εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας άνω του ενός έτους ή άλλη βαρύτερη ποινή. Η έκδοση για εκτέλεση ποινής πραγματοποείται σε περίπτωση καταδίκης για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων σε ποινή στερητική της ελευθερίας άνω των έξι μηνών ή άλλη βαρύτερη ποινή".
Full text
Απόφαση 152 / 2026 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 152/2026ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Ειρήνη Νικολάου, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.Συνήλθε ως Συμβούλιο, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2026 και 3 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου 1.
Νικόλαου Νικολάου Και 2. Μαρίας Τρουπή, αντίστοιχα (γιατί κωλύεται o Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Y. K. του Y. και της L., υπήκοος Καζακστάν, γεννηθέντος την .../1982 στο Καζακστάν, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Θεσσαλονίκης, που εμφανίστηκε με τους συνηγόρους υπερασπίσεώς του, Δημήτριο Δημητριάδη, Κωνσταντίνο Κοσμάτο και Ιωάννη Κωνσταντίνου, κατά της υπ'αριθμ. 586/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές του Καζακστάν. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 18/13-10-2025 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Β.
Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025. Προκειμένης συζητήσεωςΑφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους συνηγόρους υπερασπίσεώς του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της υπ'αριθμόν 18/13-10-2025 εφέσεως του ανωτέρω εκζητουμένου, κατά της υπ' αριθμόν 586/8-10-2025 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΣύμφωνα με το άρθρο 451 παρ. 1 Κ.Π.Δ., κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε, κατά το άρθρο 450 του ίδιου κώδικα, επί της αιτήσεως εκδόσεως, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στον Άρειο Πάγο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 Κ.Π.Δ., που ορίζει ότι "Η έφεση έχει καθολικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, εκτός αν ο εκκαλών την περιορίσει σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή προβάλλει συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους λόγους", προκύπτει ότι αν ο εκκαλών προβάλλει συγκεκριμένους λόγους έφεσης, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι έφεσης, οι οποίοι διατυπώνονται στην συντασσόμενη συναφώς, κατά το άρθρο 474 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, έκθεση έφεσης.
Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της έφεσης, ενώπιον του αρμοδίου, κατά το άρθρο 451 παρ. 1 Κ.Π.Δ., Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία αυτό γνωμοδοτεί υπέρ της έκδοσης αλλοδαπού υπηκόου (ΑΠ 1381/2025, ΑΠ 1266/2025, ΑΠ 392/2025, ΑΠ 555/2024, ΑΠ 1080/2024). Στην κρινόμενη υπόθεση, η με αριθμό πρωτ. 18/13.10.2025 έφεση του εκζητουμένου K. (επ.) Y.
ή E. (ον.) του Y. ή Y. και της L., υπηκόου Καζακστάν, που γεννήθηκε στις .../1982 στο Καζακστάν, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα ..., κατά της με αριθμό 586/8.10.2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία το εν λόγω Συμβούλιο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως αυτού στις Δικαστικές Αρχές του Καζακστάν, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας δωροδοκίας προσώπου που κατέχει υπεύθυνη κυβερνητική θέση από ομάδα προσώπων με προηγούμενη συνωμοσία, σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα και διέταξε την άρση των περιοριστικών όρων που είχαν επιβληθεί στον εκζητούμενο και την σύλληψη και κράτηση αυτού μέχρι την παράδοσή του στις ως άνω Αρχές, έχει ασκηθεί για λογαριασμό του από τον έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο δικηγόρο του Δ.Σ.Θ.
Ιωάννη ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 13/10/2025, εντός της προθεσμίας πέντε ημερών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, συνταχθείσας σχετικώς της με αριθμό πρωτ. 18/13.10.2025 έκθεσης έφεσης, που περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 451 παρ. 1, 462, 463, 474 παρ. 1 και 4 και 502 παρ. 2 Κ.Π.Δ.
Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, οι διεθνείς συμβάσεις από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, σύμφωνα με τους όρους της καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.
Κατά το άρθρο 436 του Κ.Π.Δ. οι όροι και η διαδικασία εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση, ρυθμίζονται υπό τον όρο της αμοιβαιότητας από τις διατάξεις των επομένων άρθρων. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση.
Περαιτέρω, η από 21/5/1981 Σύμβαση Δικαστικής Αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Ε.Σ.Σ.Δ.), η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 1242/1982 και τέθηκε σε ισχύ την 1/9/1982 με ανακοίνωση του Υπ. Εξωτερικών της 23/24 Αυγούστου 1982 (ΦΕΚ Α` 99), εξακολουθεί να ισχύει τις επόμενες πενταετείς περιόδους από την ημερομηνία θέσεώς της σε ισχύ και να έχει εφαρμογή, όχι μόνο ως προς την Ρωσική Ομοσπονδία (ΡΟ), που υπεισήλθε στη θέση της Ε.Σ.Σ.Δ., ως διάδοχο κράτος, αλλά και ως προς τη Δημοκρατία του Καζακστάν, που υπήρξε μέλος της Ε.Σ.Σ.Δ.
και στη συνέχεια μέλος της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ), που προέκυψε από τη διάσπαση της Σοβιετικής Ενώσεως, με τα από 21/12/1991 Πρωτόκολλα της Άλμα Άλτα, τα οποία επέχουν θέση ιδρυτικών διακηρύξεων (καταστατικού χάρτη) της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ) και με την οποία ρυθμίστηκε και η δεσμευτικότητα των διεθνών υποχρεώσεών τους, αφού δεν καταγγέλθηκε μετά τη διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ.
η σύμβαση αυτή, ούτε υπεγράφη διμερής σύμβαση μεταξύ των δύο χωρών, ρυθμίζουσα την έκδοση των εκζητουμένων προσώπων από τη μια χώρα στην άλλη (ΑΠ 1504/2024, ΑΠ 2192/2018, ΑΠ 673/2018, ΑΠ 1289/2016). Στο άρθρο 37 της πιο πάνω σύμβασης, υπό τον τίτλο "Εγκλήματα που επισύρουν έκδοση", ορίζονται τα εξής: "1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται μετά από αίτηση και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συμβάσεως να εκδίδουν αμοιβαία πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφός τους για άσκηση ποινικής διώξεως ή εκτέλεση ποινής. 2.
Η έκδοση πραγματοποιείται για πράξεις που, σύμφωνα με τη νομοθεσία και των δύο Συμβαλλομένων Μερών αποτελούν εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας άνω του ενός έτους ή άλλη βαρύτερη ποινή. Η έκδοση για εκτέλεση ποινής πραγματοποείται σε περίπτωση καταδίκης για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων σε ποινή στερητική της ελευθερίας άνω των έξι μηνών ή άλλη βαρύτερη ποινή".
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 42 της ίδιας σύμβασης, "1. Η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συντάσσεται εγγράφως και να περιλαμβάνει: 1) την ονομασία του οργάνου από το οποίο προέρχεται η αίτηση. 2) Το κείμενο του νόμου του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση, που χαρακτηρίζει την πράξη ως έγκλημα. 3) Το ονοματεπώνυμο του προσώπου του οποίου ζητείται η έκδοση, πληροφορίες για την υπηκοότητά του, τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του και άλλες πληροφορίες για το πρόσωπό του όπως και, αν είναι δυνατό, περιγραφή της εξωτερικής του εμφανίσεως, φωτογραφία και τα δακτυλικά του αποτυπώματα. 4) Εκτίμηση του μεγέθους της ζημίας, εφ` όσον το έγκλημα προκάλεσε υλική ζημία. 2.
Στην αίτηση εκδόσεως για άσκηση ποινικής διώξεως επισυνάπτεται κυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής αποφάσεως που διατάσσει προσωρινή κράτηση και περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την εγκληματική πράξη. Στην αίτηση εκδόσεως για εκτέλεση αποφάσεως επισυνάπτεται κυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής αποφάσεως και σημείωμα ότι αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου καθώς και το κείμενο της ποινικής διατάξεως βάσει της οποίας καταδικάστηκε ο εκζητούμενος.
Αν το πρόσωπο αυτό έχει ήδη εκτίσει μέρος της ποινής, δίδονται σχετικά στοιχεία. 3. Το Συμβαλλόμενο Μέρος από το οποίο προέρχεται η αίτηση δεν υποχρεούται να επισυνάψει στην αίτηση εκδόσεως τις αποδείξεις ενοχής του εκζητούμενου". Από τις διατάξεις αυτές της πιο πάνω Συμβάσεως και τη διάταξη του άρθρου 12 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 4165/1961 και από την άλλοτε Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Ε.Σ.Σ.Δ.), με νόμο, του οποίου η ισχύς άρχισε την 7/11/1966, οι οποίες, ενόψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως ημεδαπού νόμου, προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται η έκδοση αλλοδαπού εκζητουμένου για αξιόποινη πράξη, το Συμβούλιο που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως δεν συγχωρείται να προβεί στην έρευνα αν υπάρχουν ή όχι στοιχεία ενοχής του εκζητουμένου ως προς την αποδιδομένη σ' αυτόν κατηγορία, αφού όχι μόνο οι παραπάνω Συμβάσεις δεν διαλαμβάνουν, μεταξύ των δικαιολογητικών που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως, και τα αποδεικτικά στοιχεία ενοχής του εκζητουμένου, αλλά ρητώς ορίζει το αντίθετο το προαναφερόμενο άρθρο 42 παρ. 3 της διμερούς Συμβάσεως (Ν. 1242/1982).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 της παραπάνω Διμερούς Συμβάσεως (Ν. 1242/1982), έκδοση δεν λαμβάνει χώρα αν: 1) το πρόσωπο για το οποίο έγινε η αίτηση εκδόσεως είναι υπήκοος του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ή πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί από το κράτος αυτό το δικαίωμα του ασύλου, 2) η έκδοση δεν επιτρέπεται από τη νομοθεσία του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, 3) το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση διώκεται κατά τη νομοθεσία και των δύο Συμβαλλομένων Μερών, μόνον κατ' έγκληση, 4) κατά την στιγμή της αιτήσεως η ποινική δίωξη δεν μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλομένου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση, ή η απόφαση δεν μπορεί να εκτελεσθεί λόγω παραγραφής ή για άλλη νόμιμη αιτία, 5) στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση και για το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση έχει εκδοθεί και έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου απόφαση για το ίδιο ακριβώς έγκλημα, ή έχει παύσει η ποινική δίωξη, 6) το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση έχει τελεστεί στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 του Κ.Π.Δ., το οποίο, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο 38 παρ. 2 της ως άνω Διμερούς Συμβάσεως, έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, "Η έκδοση απαγορεύεται και αν ακόμα συναινεί ο εκζητούμενος: α) αν πρόκειται για δράστη που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν ημεδαπός, β) αν υπάρχει δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους, γ) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται ως πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό ή του τύπου ή, εξαιρουμένων των προβλεπόμενων στον Π.Κ.
εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση αυτού που αδικήθηκε ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ) αν, σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του Ελληνικού Κράτους ή του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει ανακύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο, ε) αν πιθανολογείται ότι ο εκζητούμενος θα διωχθεί στο κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση, στ) αν πιθανολογείται ότι θα υποβληθεί σε διακρίνουσα μεταχείριση για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς ή εξαιτίας της εθνικότητάς του ή ότι θα υποβληθεί σε μεταχείριση αντίθετη προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ότι θα διακυβευτούν τα ανθρώπινα δικαιώματά του, ζ) αν κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη η ποινή του θανάτου και η) αν ο εκζητούμενος καταδικάστηκε ερήμην χωρίς να κλητευθεί".
Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως της παρ. γ' του άρθρου 438 Κ.Π.Δ., πολιτικοί είναι οι λόγοι, όταν με την έκδοση η Κυβέρνηση του εκζητούντος Κράτους επιδιώκει να εκδιωχθεί ή να καταστείλει την αντίδραση πολιτικού της αντιπάλου, εξαιτίας της αντιθέσεώς του προς αυτήν (ΑΠ 1289/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 2 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως, δεν χωρεί έκδοση, αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία αιτείται η έκδοση, θεωρείται από το άλλο μέρος ως πολιτική τοιαύτη ή ως συναφής προς τοιαύτη παράβαση ή αν το καλούμενο προς έκδοση μέρος έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι η αίτηση εκδόσεως, που αιτιολογείται για κάποια παράβαση του κοινού δικαίου, έχει υποβληθεί με τον σκοπό διώξεως ή τιμωρίας ατόμου για τα φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά ή εθνικά του φρονήματα ή ότι η θέση του εν λόγω ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τον ένα ή τον άλλο από τους λόγους αυτούς.
Ακόμη, κατά μεν το άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α. (Νόμος 53/1974), κανένας δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια, ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπες ή εξευτελιστικές, κατά δε το άρθρο 6 αυτής, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικασθεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει κατασταθεί από τον νόμο, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις του αστικής φύσεως, είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως, ενώ, κατά το αυτό άρθρο 6 παρ. 3 περ.
α' αυτής, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί, μέσα στη συντομότερη προθεσμία, σε γλώσσα που κατανοεί και με λεπτομέρεια, την φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαιτείται τα εγκλήματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση, να προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο στην σχετική αίτηση και στην αντίστοιχη διωκτική πράξη, με επαρκή περιγραφή του χρόνου, τόπου, τρόπου και λοιπών περιστάσεων τελέσεώς τους και της μορφής συμμετοχής του εκζητουμένου σ' αυτήν.
Αυτό επιβάλλεται και από την αρχή της ειδικότητας, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 14 της Ε.Σ.Ε., σύμφωνα με την οποία η έκδοση γίνεται για το έγκλημα που ορίζεται ειδικά (ως προς τα στοιχεία που το συγκροτούν) τόσο στην αίτηση εκδόσεως, όσο και στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση και όχι για οποιαδήποτε άλλη πράξη.
Η αρχή της ειδικότητας, η οποία θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση εκδόσεως, περιορίζει την κυριαρχική εξουσία του κράτους που ζητεί την έκδοση, το οποίο δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την παράδοσή του και είναι διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες έγινε η έκδοση (εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις), αποτρέποντας έτσι και το ενδεχόμενο να διωχθεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικά εγκλήματα ή για πολιτικούς λόγους και σκοπούς.
Πολιτικό δε έγκλημα είναι το έγκλημα που απευθύνεται αμέσως κατά της πολιτείας και αποσκοπεί να ανατρέψει ή να αλλοιώσει την υπαρκτή πολιτειακή και κοινωνικοοικονομική τάξη, ενώ συναφές προς πολιτικό έγκλημα είναι το έγκλημα που παρασκευάζει άμεσα τα μέσα για τη διάπραξη πολιτικού εγκλήματος. Επιπλέον η αρχή της ειδικότητας εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των αρχών της διττής εγκληματικότητας και της αμοιβαιότητας, σύμφωνα με τις οποίες η έκδοση επιτρέπεται μόνον για όσες πράξεις είναι αξιόποινες και κατά το δίκαιο του εκδίδοντος κράτους (ΟλΑΠ 462/1992).
Ακόμη, η υποχρέωση για συγκεκριμενοποίηση της διωκόμενης πράξεως, που αποδίδεται στον εκζητούμενο, βρίσκει έρεισμα και στις υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 του Συντάγματος) διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 6 παρ. 3 της Ε.Σ.Δ.Α. (δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί λεπτομερειακά την φύση και τον λόγο της σχετικής κατηγορίας) και του άρθρου 14 παρ. 3 περ.
α' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη την 16/12/1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2462/1997 (ΑΠ 1504/2024).Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα, που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με αυτά που προσκομίσθηκαν από τον εκζητούμενο, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από τα οποία τα αλλοδαπά προσκομίζονται σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, και από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε προφορικά ο εκκαλών-εκζητούμενος, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μέσω της νόμιμα διορισθείσας διερμηνέως, καθώς και όσα εξέθεσαν οι συνήγοροί του προφορικά και με το κατατεθέν υπόμνημά του, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Από τις Αρχές της Δημοκρατίας του Καζακστάν υποβλήθηκε το με αριθμό 2-01-25-47195 από 3/7/2025 αίτημα έκδοσης της Γενικής Εισαγγελίας της Δημοκρατίας του Καζακστάν και τα συνημμένα σ' αυτό δικαιολογητικά έγγραφα, που περιήλθαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης δια του Τμήματος ΙΝΤΕRPOL της Διεύθυνσης Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, για την έκδοση του υπηκόου Καζακστάν K. (επ.) Y.
ή E. (ον.) του Y. ή Y. και της L., που γεννήθηκε στις .../1982 στο Καζακστάν, κατοίκου .... Το παραπάνω αίτημα διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ....2025 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, προς τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης ενώ με το υπ'αριθμ. πρωτ. ....2025 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης συνυποβλήθηκαν και όλα τα απαιτούμενα από τον νόμο έγγραφα, σε αντίγραφα, στην επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας του Καζακστάν (καζακική), αλλά και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα από το πρωτότυπο κείμενο.
Με την αίτηση αυτή ζητείται από τις αρχές της Δημοκρατίας του Καζακστάν η έκδοση του ως άνω εκζητουμένου, σε βάρος του οποίου είχε εκδοθεί η υπ' αριθμό .../2025 Ερυθρά Αγγελία Διεθνών Αναζητήσεων της INTERPOL Καζακστάν, που διαβιβάστηκε στην INTEROL Ελλάδας με το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ....2025 έγγραφο. Σε εκτέλεση της παραπάνω αίτησης, ο εκζητούμενος συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές στις 12/6/2025 και κρατήθηκε προσωρινά, δυνάμει της υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 337-74/25Ε/12.6.2025 εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώ στη συνέχεια δυνάμει της με αριθμό 25/13.6.2025 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο οι περιοριστικοί όροι:
α) της καθημερινής εμφάνισης του στο Τ.Δ.Ε.Ε. Θέρμης του τόπου κατοικίας του, β) της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα και, γ) της καταβολής χρηματικής εγγύησης, ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στα σχετικά έγγραφα, που απέστειλε η Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας του Καζακστάν, με την από 25/12/2024 απόφαση του Ανακριτή επί Ιδιαίτερα Σοβαρών Υποθέσεων της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Διαφθοράς της πόλης Αλμάτι Μουστάφιν της Δημοκρατίας του Καζακστάν, που ελήφθη κατόπιν προδικαστικής έρευνας και η οποία εγκρίθηκε με την από 25/12/2024 πράξη του Αντεισαγγελέα της πόλης Αλμάτι, αποδόθηκε στον εκκαλούντα-εκζητούμενο η αξιόποινη πράξη της "απόπειρας δωροδοκίας προσώπου που κατέχει υπεύθυνη Κυβερνητική θέση, από ομάδα προσώπων κατόπιν προηγούμενης συνομωσίας, σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα", που προβλέπεται στο άρθρο 24, μέρος 3, και το άρθρο 367, μέρος 4, του Ποινικού Κώδικα της Δημοκρατίας του Καζακστάν, με απειλούμενη ποινή κάθειρξης δέκα (10) έως δεκαπέντε (15) έτη, που αυτός τέλεσε στην πόλη Αλμάτι του Καζακστάν από τις 12/4/2024 μέχρι τις 10/6/2024, υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "Το 2024 ο K.
E. Y. σε ομάδα ατόμων, σε προηγούμενη συνωμοσία με τους T. Z. R. και Μ. Τ. Μ., με τη βοήθεια των Α. Ζ. D., K. N. A και S. A. M., για ιδιοτελείς λόγους, επιχείρησε να δωροδοκήσει το ποσό των 115.000 δολλαρίων σε δικαστές του Δικαστηρίου της πόλης του Almaty (εφετείο), με στόχο την ανατροπή της απόφασης του Πρωτοδικείου Medeu (σε πρώτο βαθμό) ημερομηνίας 12/4/2024 σχετικά με την κατεδάφιση εργοταξίου ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στο Αλμάτι".
Η ανωτέρω πράξη προσδιορίζεται ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, με την απαιτούμενη σαφήνεια, σύμφωνα με το άρθρο 14 της Ε.Σ.Ε. και το άρθρο 14 παρ. 3 περ. α' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Αποδείξεις ή ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος - εκζητούμενου δεν επισυνάπτονται, διότι δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.
Η πράξη αυτή, είναι αξιόποινη και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία, κατά την οποία συνιστά το αδίκημα του άρθρου 237Α παρ. 2 Π.Κ., που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, η παραγραφή του οποίου ορίζεται σε πέντε έτη και εφόσον ανασταλεί παρατείνεται σε οκταετία (αρ. 111 περ. 3, 112 και 113 ΠΚ).Συνεπώς, η πράξη αυτή και κατά την Ελληνική Νομοθεσία είναι αξιόποινη και απειλείται και από τον ελληνικό ποινικό νόμο, αλλά και από τον νόμο του κράτους που ζητεί την έκδοση,με στερητική της ελευθερίας ποινή, της οποίας το ανώτατο όριο είναι πάνω από ένα έτος.
Επιπλέον, ούτε κατά τη νομοθεσία της Δημοκρατίας του Καζακστάν, ούτε κατά την ημεδαπή, έχει λάβει χώρα παραγραφή της πράξης για την οποία ζητείται η έκδοση, αλλά ούτε έχει προκύψει άλλος λόγος που να εμποδίζει τη δίωξη και την εκτέλεση της ενδεχόμενης ποινής ή να αποκλείει ή να εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ ο εκζητούμενος δεν καταδιώκεται, ούτε έχει καταδικασθεί στην Ελλάδα για άλλη πράξη, για την οποία εκκρεμεί η έκτιση της επιβληθείσας ποινής.
Ως εκ τούτου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις: α) του διττού αξιοποίνου, της αξιόποινης πράξης, β) της απειλούμενης για τον φυγόδικο εκκαλούντα-εκζητούμενο ποινής, που υπερβαίνει το ένα (1) έτος για την πράξη για την οποία ζητείται η έκδοσή του, και γ) του σαφούς προσδιορισμού της στην αίτηση έκδοσης και στα σχετικά δικαιολογητικά που την συνοδεύουν, σύμφωνα με το αρ. 2 παρ. 1 της Ε.Σ.Ε.
το αρ. 37 της Σύμβασης Δικαστικής Αρωγής Ελλάδος-Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία εξακολουθεί να ισχύει τις επόμενες πενταετείς περιόδους από την ημερομηνία θέσης της σε ισχύ και να έχει εφαρμογή και ως προς τη Δημοκρατία του Καζακστάν, αφού δεν καταγγέλθηκε απ' αυτή μετά τη διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ και την απόσχιση και αυτονόμησή της.
Κατόπιν των ανωτέρω, είναι επιτρεπτή η έκδοση για την ανωτέρω εγκληματική πράξη, χωρίς να συντρέχει περίπτωση απαγόρευσης της έκδοσης σύμφωνα με τις διατάξεις της ευρωπαϊκής σύμβασης, της διμερούς σύμβασης, αλλά και του άρθρου 438 Κ.Π.Δ. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι η πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος θεωρείται πολιτικό έγκλημα, ούτε υπάρχουν στοιχεία συγκεκριμένα, από τα οποία να προκύπτει ότι υφίστανται σοβαροί λόγοι υποβολής της αίτησης με σκοπό να διωχθεί ή να τιμωρηθεί ο εκζητούμενος για τα φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά ή εθνικά του φρονήματα ή ότι η θέση του κινδυνεύει να επιδεινωθεί για όλους αυτούς τους λόγους ή να υποβληθεί αυτός σε βασανιστήρια ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Αντιθέτως, συνάγεται σκοπός ποινικού κολασμού του για την ως άνω πράξη του κοινού ποινικού δικαίου, με όλες τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης, όπως ευθέως και σαφώς προκύπτει από την αίτηση έκδοσης. Εξάλλου, στην αίτηση έκδοσης διαλαμβάνονται ρητές διαβεβαιώσεις του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας του Καζακστάν, που είναι η κεντρική αρμόδια Αρχή του Καζακστάν για την έκδοση προσώπων, ότι η ποινική έρευνα σε βάρος του εκζητούμενου πληροί τις απαιτήσεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα της 16.12.1966, ότι ο εκζητούμενος θα διωχθεί μόνο για το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοσή του και δεν θα διωχθεί ή θα στερηθεί της ελευθερίας του για άλλους λόγους που υπήρχαν πριν από την έκδοσή του, ότι η ποινική έρευνα για την οποία ζητείται η έκδοσή του δεν έχει πολιτικό χαρακτήρα, δεν σχετίζεται με στρατιωτικά εγκλήματα και δεν υπόκειται σε καμία διάκριση λόγω καταγωγής, κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης, φύλου, φυλής, εθνικότητας, γλώσσας, πεποιθήσεων, ιθαγένειας και θρησκείας, καθώς και ότι θα του παρασχεθεί κάθε δυνατότητα υπεράσπισης στη Δημοκρατία του Καζακστάν, συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας από δικηγόρους.
Διαλαμβάνονται επίσης, στην αίτηση έκδοσης ρητές διαβεβαιώσεις της ως άνω αρμόδιας για την έκδοση προσώπων Αρχής ότι ο εκζητούμενος δεν θα υποβληθεί σε βασανιστήρια, σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ενώ αν χρειαστεί θα του παρασχεθεί κατάλληλη ιατρική περίθαλψη και ιατρική βοήθεια, ότι ο εκζητούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί σε θανατική ποινή, καθώς η ποινική νομοθεσία του Καζακστάν δεν προβλέπει τέτοια ποινή, που άλλωστε απαγορεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος της Δημοκρατίας του Καζακστάν και, τέλος, ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης του εκζητούμενου στη Δημοκρατία του Καζακστάν οι εκπρόσωποι των αρμοδίων αρχών της Ελληνικής Δημοκρατίας θα έχουν την δυνατότητα να επισκεφθούν το κατάστημα κράτησής του, ώστε να διαπιστώσουν τις συνθήκες κράτησής και τον βαθμό στον οποίο αυτές συνάδουν με τα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις του εκζητουμένου περί διακρίνουσας άνισης μεταχείρισής του, λόγω της καταγωγής και του θρησκεύματός του, από τις δικαστικές αρχές του εκζητούντος κράτους, με την επίκληση ότι στους συγκατηγορουμένους του επιβλήθηκαν περιοριστικές διατάξεις, ενώ για τον ίδιο εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης ερήμην του, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικά προβαλλλόμενος τρίτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του.
Περαιτέρω, από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας προέκυψε ότι η σύλληψη του εκζητουμένου, δυνάμει της υπ' αρ. 337-74/25Ε/12.6.2025 Εντολής Προσωρινής Σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, έλαβε χώρα νομίμως, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε από τον ως άνω Εισαγγελέα ότι συντρέχει επείγουσα ανάγκη για την διενέργεια της προσωρινής σύλληψης (άρθρο 445 παρ. 2 Κ.Π.Δ.).
Στη συνέχεια, όμως, ο ως άνω Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου προσήχθη ο συλληφθείς εκζητούμενος, έκρινε ότι ήταν επαρκής για την αποφυγή της διαφυγής του η επιβολή σε αυτόν των περιοριστικών όρων: α) της καθημερινής εμφάνισής του στο Τ.Δ.Ε.Ε. Θέρμης του τόπου κατοικίας του, β) της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα και, γ) της καταβολής χρηματικής εγγύησης ποσού τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, τους οποίους και επέβαλε με την υπ' αρ. 25/13.6.2025 Διάταξή του.
Κατόπιν τούτων, αφού ο ανωτέρω εκζητούμενος αφέθη ελεύθερος με την επιβολή των ως άνω περιοριστικών όρων, δεν συνέτρεχε περίπτωση έκδοσης εντάλματος σύλληψης από τον Πρόεδρο Εφετών Θεσσαλονίκης. Ακολούθως δε, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, αφού γνωμοδότησε με την εκκαλούμενη απόφαση υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος - εκζητούμενου, νομίμως διέταξε την σύλληψη και την κράτησή του μέχρι την παράδοσή του στο εκζητούν Κράτος, κατ'άρ. 449 παρ. 4 ΚΠΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι αιτιάσεις του εκκαλούντος περί έλλειψης νομίμου τύπου για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.Επιπλέον, η ένδικη αίτηση συνοδεύεται από όλα τα προβλεπόμενα έγγραφα, οι αιτιάσεις δε του εκκαλούντος ότι δεν έχουν προσκομιστεί έγγραφα, που απαιτούνται για να βεβαιωθεί η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του, που περιλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο έφεσης, καθώς και ότι συντρέχει περίπτωση απαγόρευσης της έκδοσής του λόγω παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, διότι δεν κλήθηκε σε απολογία κατά το στάδιο της κύριας ανάκρισης, που περιλαμβάνονται στο δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου έφεσης, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθότι, όπως προεκτέθηκε, στην προκειμένη περίπτωση το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, που αποφαίνεται για την έκδοση, δεν έχει εξουσία να ερευνήσει την συνδρομή ή μη στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου, ούτε τη νομιμότητα των εσωτερικών δικονομικών διαδικασιών του εκζητούντος κράτους (ΑΠ 532/2019, ΑΠ 1487/2019, ΑΠ 1324/2017).
Επομένως, αφού συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες κατά νόμο θετικές προϋποθέσεις για την έκδοση του εκκαλούντος - εκζητουμένου και δεν υπάρχει κανένας απαγορευτικός ή διακωλυτικός λόγος, που να εμποδίζει την έκδοσή του, από εκείνους που προβλέπονται στα άρθρα 3 έως 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, στις διατάξεις της Σύμβασης Δικαστικής Αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Ε.Σ.Σ.Δ.) και στο άρθρο 438 του Κ.Π.Δ., ούτε υφίσταται ανάγκη οιουδήποτε συμπληρωματικού στοιχείου, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος-εκζητουμένου στις Αρχές του Καζακστάν για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας δωροδοκίας προσώπου που κατέχει υπεύθυνη κυβερνητική θέση από ομάδα προσώπων με προηγούμενη συνωμοσία, σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα, και αφού προέβη στην άρση των επιβληθέντων σ'αυτόν περιοριστικών όρων και διέταξε τη σύλληψη και κράτηση αυτού μέχρι της παραδόσεώς του στις αρμόδιες Αρχές του Καζακστάν, δεν έσφαλε, κατά την εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.Συνεπώς, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα η κρινόμενη έφεση του εκκαλούντος - εκζητούμενου πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ σε συνδ.
με άρθρο 577 παρ. 2 εδ. α' του ιδίου Κώδικα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την με αριθμό 18/13.10.2025 έφεση του K. (επ.) Y. ή E. (ον.) του Y. ή Y. και της L., που γεννήθηκε στις .../1982 στο Καζακστάν, υπηκόου Καζακστάν, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα ...ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ' ουσίαν.
ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα-εκζητούμενο στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2026.Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2026.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ