Legislator Case Law & Legislation
152/2020 AI generated

152/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 152/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3271/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/12/2015 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

152/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά δε το άρθρο 1012§4 ΚΠολΔ, η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατατάξεως γίνεται κατά πρώτο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΙΝΔ, ο οποίος με το άρθρο 205 καθιερώνει ειδική σειρά κατατάξεως και προσδιορίζει κατ' αποκλειστικότητα και προτεραιότητα την κατάταξη των ναυτικών προνομίων, τα οποία, ως αποκλειστικά, εκτοπίζουν κάθε άλλο προνόμιο του κοινού δικονομικού δικαίου.

Keywords

AI generated
tourism promotion levy special scheme for travel agents tourism development debt collection stay banking policy withdrawal of debt enforcement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 152 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 152/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στον ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Λύγουρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3271/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/12/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 18/9/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την γίνουν δεκτοί αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 16/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε κατά τους τύπους και κατ' ουσίαν την από 13-2-2012 έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 3271/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την από 16-9-2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης και μεταρρύθμισε τον με αυτήν προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως δανειστών, κατατάσσοντας οριστικώς την τελευταία (ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) στο ποσό των 970.315,29 ευρώ. Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά μεν το άρθρο 976 αριθ.1 ΚΠολΔ, στην πρώτη τάξη των ειδικών προνομίων κατατάσσονται οι πάσης φύσεως δαπάνες προς διατήρηση του πλειστηριασθέντος πράγματος, όπως είναι οι αναγκαίες δαπάνες για τη διάσωση και φύλαξη αυτού, η παράλειψη των οποίων θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή, βλάβη ή χειροτέρευσή του, καθώς και τη μείωση της οικονομικής του αξίας ή την παύση εκπλήρωσης του προορισμού του ως οικονομικής μονάδας.

Κατά δε το άρθρο 1012§4 ΚΠολΔ, η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατατάξεως γίνεται κατά πρώτο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΙΝΔ, ο οποίος με το άρθρο 205 καθιερώνει ειδική σειρά κατατάξεως και προσδιορίζει κατ' αποκλειστικότητα και προτεραιότητα την κατάταξη των ναυτικών προνομίων, τα οποία, ως αποκλειστικά, εκτοπίζουν κάθε άλλο προνόμιο του κοινού δικονομικού δικαίου.

Δηλαδή ο νόμος αναφέρεται στα ναυτικά προνόμια του άρθρου 205 του ΚΙΝΔ, στην απλή ναυτική υποθήκη των άρθρων 195 επ' αυτού και κατ' επέκταση και στην προτιμώμενη ναυτική υποθήκη του ν. 3899/1958. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 205 ΚΙΝΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρ. 214 Ν. 4072/2012, ήτοι κατά τον χρόνο καταρτίσεως του επιδίκου πίνακος κατατάξεως (6-9-2010) "είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου κατά την κατωτέρω τάξη μόνον οι ακόλουθοι απαιτήσεις:

α) τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινό συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίο τέλη και δικαιώματα, οι συναφείς προς τη ναυσιπλοΐα φόροι, ως και τα από τον κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως, β) οι εκ της συμβάσεως εργασίας πηγάζουσες απαιτήσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως και τα εκ της ναυτολογήσεως αυτών δικαιώματα του ΝΑΤ, κλπ, γ) τα έξοδα και οι αμοιβές λόγω επιθαλάσσιας αρωγής διασώσεως και ναυαγιαιρέσεως, δ) οι λόγω συγκρούσεως ή προσκρούσεως πλοίων οφειλόμενες αποζημιώσεις στα πλοία, τους επιβάτες και τα φορτία.

Τα προνόμια προηγούνται της υποθήκης". Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προνομιούχες επί του πλοίου και του ναύλου είναι μεταξύ άλλων και οι απαιτήσεις για έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως του πλοίου, εφόσον αυτά έγιναν μετά τον κατάπλου του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι. Προνομιούχος δε, θεωρείται κάθε δαπάνη που έγινε για τον ανωτέρω σκοπό, από του κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα, δηλαδή σ' εκείνο τον οποίο κατέπλευσε το πλοίο και από τον οποίο παρεμποδίστηκε να αποπλεύσει, λόγω της κατάσχεσης του, χωρίς να είναι απαραίτητο οι δαπάνες αυτές να έχουν γίνει μετά την κατάσχεση (ΑΠ 295/2002, ΑΠ 52/1995, ΑΠ 284/1989).

Ειδικότερα, έξοδα φυλάξεως, αναγνωριζόμενα ως προνομιούχα στην πρώτη τάξη, νοούνται τα έξοδα "επιστασίας και αναγκαίας μερίμνης", προς το σκοπό διασφάλισης του πλοίου με τα συστατικά και παραρτήματά του στην υλική κατάσταση που κατασχέθηκε, ώστε να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση για την εκπλήρωση του προορισμού του, ως οικονομικής μονάδας, αλλά και για να αποφευχθεί η μείωση της αξίας του.

Δεν απολαμβάνουν, όμως, του εν λόγω προνομίου, όλα τα έξοδα φυλάξεως, αλλά μόνο εκείνα που έγιναν σε πλοίο ακινητοποιημένο ενόψει του πλειστηριασμού. Αποκλείεται, δηλαδή, κάθε δαπάνη που δεν συμβιβάζεται με τη δικαιολογητική αιτία της καθιερώσεως του προνομίου, η οποία αναφέρεται σε πλοίο που τελεί σε σταθερή παραμονή προς το σκοπό της εκποιήσεως.

Εξ άλλου το προνόμιο αυτό έχει ως έρεισμα λόγους επιείκειας. Η φύλαξη του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι δεν προστατεύει μόνο τα συμφέροντα του πλοιοκτήτη, αλλά ωφελεί αμέσως και το σύνολο των δανειστών, διότι, χωρίς το προνόμιο αυτό, ο οφειλέτης διακινδυνεύει να μη βρει φύλακες πρόθυμους να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και έτσι το πλοίο να παραμένει χωρίς προστασία ενόψει του πλειστηριασμού, προς βλάβη των δανειστών.

Στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο που κατασχέθηκε, βρισκόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα παροπλισμένο στο ίδιο λιμάνι στο οποίο και πλειστηριάστηκε, το λιμάνι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο "τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου", έτσι ώστε κάθε δαπάνη φυλάξεως και συντηρήσεως που έγινε κατά το διάστημα αυτό να καλύπτεται από το πιο πάνω προνόμιο.

Τούτο δε, διότι, δεν πρόκειται για λιμάνι στο οποίο το πλοίο ακινητοποιήθηκε και παρακωλύθηκε να αποπλεύσει συνεπεία της κατασχέσεως, αλλά η ακινητοποίησή του αυτή ήταν άσχετη με την κατάσχεση, αφού το πλοίο είχε καταπλεύσει με τον αποκλειστικό σκοπό να ακινητοποιηθεί και να παροπλισθεί επί μακρό χρόνο (ΑΠ 533/2015).

Από τα ανωτέρω συνάγεται περαιτέρω, ότι τα γενικά και ειδικά προνόμια των διατάξεων του ΚΠολΔ δεν στερούνται σημασίας στην κατάταξη επί πλειστηριασμού πλοίου, αλλ' ακολουθούν μετά την κατάταξη των ναυτικών προνομίων και της ναυτικής υποθήκης επί του υπολοίπου κατά την έκταση που οι απαιτήσεις αυτές δεν καλύπτονται από το ανωτέρω άρθρο 205 του ΚΙΝΔ.

Επομένως, μετά την κατάταξη των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν και απολαμβάνουν οποιουδήποτε ναυτικού προνομίου ή ασφαλίζονται με απλή ή προτιμώμενη υποθήκη, το περίσσευμα εκ του πλειστηριάσματος διανέμεται μεταξύ των υπολοίπων αναγγελθέντων δανειστών κατά το σύστημα του ΚΠολΔ (ΑΠ 681/2004). Το ανωτέρω προνόμιο από το άρθρο 976 αρ.1 ΚΠολΔ συγγενεύει, αλλά και διαφέρει από εκείνο του άρθρου 205 εδ.

α' του ΚΙΝΔ, το οποίο καθιστά προνομιούχα "τα από του κατάπλου του πλοίου εις τον τελευταίο λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως". Η κατά το τελευταίο αυτό άρθρο "συντήρηση" είναι ευρύτερη κατά περιεχόμενο του άρθρου 976 αρ.1 ΚΠολΔ και περιλαμβάνει και τις αναγκαίες για τη διατήρηση του πλοίου δαπάνες, με σκοπό τη ναυτιλιακή του εκμετάλλευση, ήτοι εκείνες που συνετέλεσαν ή επέδρασαν στην ανατροπή απώλειας ή καταστροφής του πλοίου, ώστε να διατηρηθεί αυτό στο λιμάνι μέχρι του πλειστηριασμού στην κατάσταση που βρίσκεται, σώο και αναλλοίωτο.

Συνεπώς, οι αναγκαίες δαπάνες για τον ελλιμενισμό του πλοίου στο λιμένα κατάπλου επί ικανό χρόνο μέχρι του πλειστηριασμού του, ώστε να μην υποστεί βλάβη, αλλά να διατηρηθεί στην κατάσταση που βρισκόταν προς εκπλήρωση του προορισμού του, περιλαμβάνονται, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις και περιορισμούς, στις γενόμενες για τη διατήρηση του πράγματος, κατά την ως άνω έννοια (ΑΠ 681/2004). Εξ άλλου ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση δε κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 11/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το εφετείο, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τη επισπεύσει της εκκαλούσης εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε. εξεπλειστηριάσθη την 19-5-2010 ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Βασιλάκη, το υπό ελληνική σημαία επαγγελματικό-τουριστικό πλοίο με το όνομα "..., υπ' αύξ.

αριθ. ... ανήκον στην οφειλέτιδα πλοιοκτήτρια εταιρεία υπό την επωνυμία "...". Ως υπερθεματίστρια ανεδείχθη η εδρεύουσα στην ….. εταιρεία υπό την επωνυμίαν "..." στην οποία κατεκυρώθη το ανωτέρω πλοίο αντί πλειστηριάσματος 1.001.000,00. Ευρώ, συνταγείσης προς τούτο της υπ' αριθ. ... εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού του ειρημένου συμβολαιογράφου, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου.

Διά του υπ' αριθ. ... πίνακος κατατάξεως, συνταγέντος υπό του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου βάσει των αναγγελθεισών απαιτήσεων, κατετάγησαν, κατόπιν αφαιρέσεως των εξόδων εκτελέσεως, επί εναπομείναντος πλειστηριάσματος ποσού των 992.439,56 ευρώ, μεταξύ άλλων και : 1) η δευτέρα των εφεσιβλήτων ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμία "...", προνομιακώς, δια το συνολικόν ποσόν των 18.359,37 ευρώ, "εξ απαιτήσεων προερχομένων από Σύμβαση ελλιμενισμού - του εκποιηθέντος διά πλειστηριασμού σκάφους, περιλαμβανομένων και εξόδων φύλαξης και συντήρησης του σκάφους, τα όποια έγιναν στον τελευταίο προ του πλειστηριασμού λιμένα, δια το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως και 19-5-2010.

σύμφωνα με το εδάφιο (α) του άρθρου 205 του Κ.Ι.Ν.Δ υπό την αίρεση της τελεσιδικίας τους" και 2) οριστικώς η εκκαλούσα και επισπεύσασα τον πλειστηριασμόν ανώνυμος τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." δια το συνολικόν ποσόν των 951.955,920 ευρώ, "ως μέρος της αναγγελθείσης απαιτήσεώς της, δοθέντος ότι το εκπλειστηρίασμα δεν εξαρκεί δια την πλήρη ικανοποίησή της".

Κατά της δευτέρας εφεσίβλητου ησκήθη η προαναφερθείσα ανακοπή, διά της οποίας η εκκαλούσα ημφεσβήτησε τον προνομιακόν χαρακτήρα της αναγγελθείσης απαιτήσεώς τής ανωτέρω. Εν σχέσει προς την ένδικο απαίτηση και το προνόμιο της ως άνω εφεσίβλητου απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Δια της από 18.5.2010 αναγγελίας της, επιδοθείσης προς τον ειρημένον συμβολαιογράφο, η δευτέρα των εφεσιβλήτων ανήγγειλε την ένδικο απαίτηση της.

Εις το έγγραφον της τοιαύτης αναγγελίας εξέθεσε, μεταξύ άλλων τα εξής: "Επειδή κατά της καθής οφειλέτριας διατηρούμε απαιτήσεις από την παροχή υπηρεσιών προς το ανωτέρω σκάφος της, στο πλαίσιο της συμβάσεως ελλιμενισμού που μας συνέδεε, και συγκεκριμένα τα κατωτέρω ποσά: 1. για τέλη ελλιμενισμού του ανωτέρω σκάφους, κατά το διάστημα από 1.1.2009 έως 31.12.2009, όπως αυτά καθορίστηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ. 62/18.11.2008 αποφάσεως-πρακτικού του Δ.Σ.

της εταιρείας μας, το ποσό των [1.235,00 ευρώ X 12 μήνες=] 14.820,00 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, που εξέδωσε η εταιρεία μας στο όνομά της, για τη φορολογική και λογιστική τακτοποίηση των παρεχόμενων στο σκάφος της υπηρεσιών. Συνεπεία της καταβολής του ανωτέρω ποσού (2.470,00 ευρώ), η απαίτηση της εταιρείας μας σε βάρος της καθής, από την ανωτέρω αιτία, περιορίστηκε στο ποσό των [14.820,00 - 2.470,00 =] 12.350,00 ευρώ. 2.

για τέλη ελλιμενισμού του άνω σκάφους, κατά το διάστημα από 1.1.2010 έως 19.5.2010 6009,37 ευρώ...". Η ως άνω αναγγελθείσα είναι εμπορική ανώνυμος εταιρεία, συσταθείσα και λειτουργούσα βάσει των εννόμων σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, τα δε αναγγελθέντα τέλη ελλιμενισμού κατά του εκπλειστηριασθέντος σκάφους δεν προήλθον, ούτε υπελογίσθησαν υπό δημόσιας υπηρεσίας, ούτε ΝΠΔΔ, ούτε δια νομοθετικής ρυθμίσεως παρεσχέθη υπό του Κράτους ή εξουσία εις ταύτην προς επιβολήν τελών ελλιμενισμού, αλλά αντιθέτως τα τέλη ελλιμενισμού καθωρίσθησαν δι' αποφάσεως του ΔΣ αυτής, και περιελήφθησαν στη σύμβαση ελλιμενισμού, η οποία συνήφθη μεταξύ αυτής και της πλοιοκτητρίας του εκπλειστηριασθέντος πλοίου.

Ο χαρακτήρας των επιδίκων αξιώσεων ως ιδιωτικών (αμοιβών- δικαιωμάτων) δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι συμφώνως προς την παράγραφο 8 του άρθρου 31Α του ν. 2160/1993, ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη, τα τιμολόγια ελλιμενισμού και των λοιπών παρεχόμενων υπηρεσιών των τουριστικών λιμένων που ανήκουν κατά διοίκηση και διαχείριση στην Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε., εκ του νόμου καταρτίζονται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του εκάστοτε φορέως διαχειρίσεως της "μαρίνας" και υποχρεωτικώς πρέπει να τύχουν της εγκρίσεως του αρμοδίου Υπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης, η σχετική απόφαση του οποίου χρήζει δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως αβασίμως ισχυρίζεται η ως άνω εφεσίβλητος.

Λεκτέον ενταύθα ότι υπό της τελευταίας ταύτης δεν προεβλήθη δια της αναγγελίας της ούτε νυν έθεσε ζήτημα περί του ότι οι αξιώσεις της αποτελούν έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως από του κατάπλου του πλοίου εις τον τελευταίο λιμένα, ως εσφαλμένως εξέλαβε η εκκαλουμένη.

Συνεπώς, η αναγγελθείσα απαίτηση της στερείται του προνομίου του άρθρου 205 ΚΙΝΔ, εφ' όσον απορρέει εξ εννόμου σχέσεως του ιδιωτικού δικαίου, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, εντεύθεν έδει να μη καταταγή αύτη προνομιακώς στον προσβαλλόμενο πίνακα.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 976 αρ. 1, 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ και 205 εδ.

α' του ΚΙΝΔ, καθ' όσον τα δεκτά γενόμενα υπ' αυτού ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, υπό την έννοια ότι η υπό το ανωτέρω περιεχόμενο αναγγελθείσα και, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αποδειχθείσα απαίτηση της αναιρεσείουσας τυγχάνει προνομιακή, κατ' άρθρο 205 εδ.

α' του ΚΙΝΔ, για την οποίαν και έπρεπε η τελευταία να καταταγεί, ως πληρούσα την έννοια των αναγκαίων δαπανών ελλιμενισμού του κατασχεθέντος και εν συνέχεια εκπλειστηριασθέντος πλοίου στο λιμένα κατάπλου του κατά τον χρόνο μέχρι του πλειστηριασμού του, ώστε να μην υποστεί βλάβη, αλλά να διατηρηθεί στην κατάσταση που βρισκόταν προς εκπλήρωση του προορισμού του, ενόψει μάλιστα και του ότι δεν δέχεται (το εφετείο) ότι το εν λόγω κατασχεθέν και στη συνέχεια εκπλειστηριασθέν πλοίο, βρισκόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα παροπλισμένο στο ίδιο λιμάνι, στο οποίο και πλειστηριάστηκε, ή ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν άλλα έξοδα, διάφορα εκείνων που έγιναν στο ακινητοποιημένο, ενόψει του πλειστηριασμού του, πλοίο αυτό.

Συνεπώς, ο τα αυτά υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ.16/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ