152/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated152/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 328/2017, ΑΠ 1404/2017).
Full text
Απόφαση 152 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 152/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Κασομένου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Θ. Α., 2.Ε. Π., 3.Δ. Κ., 4.Γ. Κ., 5.Κ. Θ., 6.Σ. Λ., 7.Μ. Μ., 8.Ν. Μ., 9.Β. Χ., 10.Φ. Π., 11.Κ. Δ., 12.Μ. Κ., 13.Θ. Τ., 14.Ε. Τ., 15.Β. Σ., 16.Ε. Γ., 17.Β. Κ., 18.Χ. Μ., 19Η. Ν., 20.Β. Κ., 21.Δ. Δ., 22.Α. Α., 23.Ν. Τ., 24.Σ. Α. και 25.Σ. Κ., κατοίκων απάντων εκ της υπηρεσίας τους …., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 884/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5750/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 1/11/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 15/11/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.
ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του".
Κατά το άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ, " Η επίδοση της κλήσης για την συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την …99 Γ/10.10.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ζ. Α., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήση για συζήτηση για την προαναφερόμενη δικάσιμο (01.11.2018) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Βηθλεέμ Σαίτη- Τσαβδαρίδου, ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων.
Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 328/2017, ΑΠ 1404/2017).
Με την από 01.11.2010 αίτηση αναίρεσης του αιτούντος Ν.Π.Δ.Δ. (εναγομένου) προσβάλλεται η 5750/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 884/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση ως προς τους 12η, 22η και 24ο των εναγόντων-εκκαλούντων και έγινε δεκτή η έφεση ως προς τους λοιπούς των εναγόντων και ακολούθως αφού εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση για επιδίκαση διαφορών του επιδόματος ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει εντόκως :
α) σε καθέναν από τους πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτο, πέμπτο, έκτη, όγδοη, ένατη, ενδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη πέμπτη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, εικοστό, εικοστή πρώτη, εικοστή τρίτη, εικοστή πέμπτη, εικοστή έκτη, εικοστή όγδοη των εναγόντων το ποσό των χιλίων οκτακόσιων πενήντα επτά (1.857) ευρώ, β) σε καθένα από τους δέκατη τέταρτη, δέκατη έκτη, δέκατο έβδομο, εικοστή έβδομη το ποσό των χιλίων οκτακόσιων ογδόντα ενός (1.881) ευρώ, γ) στην έβδομη ενάγουσα το ποσό των χιλίων τριακοσίων σαράντα επτά (1.347) ευρώ, και δ) στην δέκατη ενάγουσα το ποσό των χιλίων εκατό σαράντα ένα (1.141) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 8 παρ.8 του Μέρους Α` του ν. 3205/2003, ο οποίος αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ" και με τον οποίο καταργήθηκαν οι προϊσχύσασες, ομοίου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 8 παρ.11 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης", ορίσθηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα: [...] πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ 39 Α), [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής (όπως τα σχετικά ποσά αναπροσαρμόστηκαν από 1-8-2007 με το άρθρο 88 παρ.1 του ν. 3606/2007):
α. αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε εκατόν είκοσι (120) ευρώ, β. χειριστές - χειρίστριες ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ), διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε εκατόν τέσσερα (104) ευρώ, [...]. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερομένων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου.
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη σωρευτική συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.
Πλην των ανωτέρω, περιοριστικά αναφερόμενων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε δακτυλογράφους, χρήστες Η/Υ ή προσωπικών υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα προβλεπόμενα από την παράγραφο 11 του παρόντος άρθρου επιδόματα ειδικών συνθηκών εργασίας".
Τέλος, κατά το άρθρο 28 παρ.9 του ν. 3205/2003, "Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται: [...] Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του Μέρους Α` του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτό".
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, ώστε να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξ αυτών έπεται ότι, αν γίνει με νόμο ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση για μια κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχείρισης, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Και ότι, προς αποκατάσταση της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία προσώπων υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση πρέπει να εφαρμοσθεί και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος της οποίας έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (ΑΠ 2024/2014).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003 (1-4-2004), το επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα που εμπίπτει στην εφαρμογή του, όπως οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ, υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, σε σχέση με εκείνες που ίσχυαν προηγουμένως.
Ειδικότερα, δικαιούχοι του επιδόματος είναι μόνο ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001, ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ (ΑΠ 594/2011, 554/2010, 557/2007).
Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων, διότι, αντιθέτως, διακρίνει αφ` ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ` ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε θέση άσκησης διοικητικών ή οικονομικών καθηκόντων, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος.
Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά όρια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ.8 του ν. 3205/2003 (ΑΠ 2024/2014). Εξάλλου, στο άρθρο 904 ΑΚ ορίζεται ότι: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε η αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά την έννοια των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων του άρθρου 904 Α.Κ., όταν το Δημόσιο προσλαμβάνει κάποιον ως μόνιμο τακτικό υπάλληλο προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου και αναθέτει σ` αυτόν παράνομα την εκτέλεση αλλότριων καθηκόντων που εμπίπτουν σε άλλο κλάδο, καθίσταται πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία και ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που ισούται με τις επιπλέον αποδοχές τις οποίες θα πλήρωνε σε άλλο μισθωτό που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 786/2007, ΑΠ 1220/1983, ΑΠ 848/1976, Ολ.
ΑΠ 218/1977).
Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΑΠ 84/2016, ΑΠ 1100/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 31.12.2007 αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι από το έτος 1998 και εντεύθεν προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, απασχολούμενοι έκτοτε σε αυτό με ανανεούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό στους κλάδους Π.Ε., Τ.Ε.
και Δ.Ε., αμειβόμενοι κατά το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο δημοσίων υπαλλήλων, που προβλέπεται από τις διατάξεις των Νόμων 2470/1997 και 3205/2003. Oτι, περί το έτος 2001 οι συμβάσεις αυτές ετράπησαν, με το άρθρο 17 Ν. 2839/2000, από έργου ή ορισμένου χρόνου σε εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σχέση εργασίας με την οποία υπηρετούν έκτοτε μέχρι σήμερα.
Ότι, μολονότι όλοι οι ενάγοντες ειδικά κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2006 μέχρι 31.12.2007 απασχολήθηκαν αποκλειστικά από το εναγόμενο ως χειριστές Η/Υ, εισάγοντας και επεξεργαζόμενοι στοιχεία και εγγραφές σε Η.Υ, το εναγόμενο κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης δεν κατέβαλε σ' αυτούς το επίδομα του άρθρου 8 παρ. 8 του του Ν. 3205/2003, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 74 ευρώ από 01.01.2004 και στο ποσό των 104 ευρώ από 01.08.2007 και μετά.
Ενόψει αυτών, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα απασχόλησής τους το συνολικό ποσό των 1.911 ευρώ, επικουρικά, δε, ζήτησαν το ανωτέρω ποσό κατά διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ισχυριζόμενοι ότι απασχολήθηκαν ακύρως ως μόνιμο τακτικό προσωπικό προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου και ανατέθηκε σ` αυτούς παράνομα η εκτέλεση αλλότριων καθηκόντων (χειρισμού Η/Υ), που εμπίπτουν σε άλλο κλάδο, και ότι εκ τούτου το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία και ενέχεται σε απόδοση της αναφερόμενης στην αγωγή ωφέλειας.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, δέχθηκε την επικουρική και υποχρέωσε το εναγόμενο στην καταβολή των αναφερομένων σ' αυτή ποσών.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ( που δίκασε ως Εφετείο) διέλαβε στην απόφασή του - μεταξύ των άλλων - τα ακόλουθα: " Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ μεταξύ των ετών 1994-2002 και πάντως προ του ένδικου χρόνου, απασχολούμενοι αρχικά σε αυτό με ανανεούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό κλάδων Π.Ε., Τ.Ε.
και Δ.Ε., διεπόμενοι ως προς το μισθολογικό καθεστώς μέχρι τις 31.12.2003 από τον Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 από τον Ν. 3205/2003. Από τον Δεκέμβριο του έτους 2001 οι ενάγοντες κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις του εναγομένου υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλην της δέκατης τέταρτης και δέκατης πέμπτης που κατετάγησαν από 16.1.2002 και 8.1.2002 αντιστοίχως.
Ειδικότερα η πρώτη από αυτούς ανήκει στον κλάδο ΠΕ Μεταφραστών-Διερμηνέων, η δεύτερη έως την δέκατη στον κλάδο ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού, η ενδέκατη στον κλάδο ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού, η δέκατη -τρίτη στον κλάδο ΠΕ Μηχανικών Μεταλλείων-Μεταλλουργών, η δέκατη τέταρτη στον κλάδο ΠΕ Χημικού Μηχανικού από 16.1.2002, η δέκατη πέμπτη στον κλάδο ΠΕ 4 Διοικητικού Οικονομικού από 8.1.2002, η δέκατη έκτη έως δέκατη ένατη στον κλάδο ΔΕ Υπαλλήλων Γραφείου, ο εικοστός στον κλάδο ΠΕ Πληροφορικής, η εικοστή πρώτη στον κλάδο ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού, η εικοστή τρίτη στον κλάδο ΔΕ Υπαλλήλων Γραφείου, η εικοστή πέμπτη έως την εικοστή έβδομη στον κλάδο ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού, η εικοστή όγδοη στον κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ.
Προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του εναγομένου, σε όσα τμήματα και διευθύνσεις αυτού δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανατέθηκαν κατόπιν εντολής του στους ενάγοντες τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ειδικά κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.12.2007.
Οι ενάγοντες κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα εκτέλεσαν κατά κύρια και αποκλειστική απασχόληση καθήκοντα διαφορετικά από εκείνα του κλάδου για τον οποίο είχαν προσληφθεί. Από την παραπάνω δε εργασία των εναγόντων το εναγόμενο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε να καταβάλει υπό άλλες συνθήκες, εάν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του.
Συνεπώς, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το παραπάνω επίδομα πληροφορικής για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εκτέλεσαν καθήκοντα της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο αποτελεί τη μηνιαία μη νόμιμη ωφέλεια του εναγομένου σε βάρος τους και ανέρχεται κατά μήνα από 01.01.2004 στο ποσό των 74 ευρώ και από 01.08.2007 στο ποσό των 104 ευρώ.
Συγκεκριμένα δικαιούνται καθένας από τους πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος, πέμπτος, έκτη, όγδοη, ένατη, ενδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη πέμπτη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, εικοστός, εικοστή πρώτη, εικοστή τρίτη, εικοστή πέμπτη, εικοστή έκτη, εικοστή όγδοη των εναγόντων δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 μέχρι 31.12.2007 το συνολικό ποσό των 1.406 ευρώ (74 ευρώ X 19 μήνες) και από 01.08.2007 μέχρι 10.12.2007 το συνολικό ποσό των ευρώ 451 (104 ευρώ X 4 μήνες + 10/30), ήτοι συνολικά το ποσό των 1.857 ευρώ.
Επίσης, δικαιούνται καθένας από τους δέκατη τέταρτη, δέκατη έκτη, δέκατο έβδομο, εικοστή έβδομη για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.07.2007 το ποσόν των 1.406 ευρώ (74 ευρώ X 19 μήνες) και από 01.08.2007 μέχρι 17.12.2007 το συνολικό ποσό των ευρώ 475 (104 ευρώ X 4 μήνες + 17/30), ήτοι συνολικά το ποσό των 1.881 ευρώ. Η έβδομη δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 6.6.2007 το ποσόν των 1.347 ευρώ (74 ευρώ X 18 μήνες + 6/30) και η δέκατη δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1.11.2006 έως 1.8.2007 το ποσόν των 666 ευρώ (74 ευρώ X 9 μήνες) και από 01.08.2007 μέχρι 17.12.2007 το συνολικό ποσό των ευρώ 475 (104 ευρώ X 4 μήνες + 17/30), ήτοι συνολικά το ποσό των 1.141 ευρώ.
Τα ποσά, δε, αυτά πρέπει να καταβληθούν στους ενάγοντες με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση...".
To εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο με τον λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) κατά παραβίαση του άρθρου 8 του παρ.8 του Ν. 3205/2003 έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδομα πληροφορικής, μολονότι αυτοί δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και δεν υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα. και β) κατά παραβίαση της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) δέχθηκε την αγωγή, μολονότι στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται περί δύο διαφορετικών κατηγοριών υπαλλήλων τόσο σε καθήκοντα και αντικείμενο εργασίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται επί εσφαλμένης βάσεως και συνεπώς είναι απαράδεκτος γιατί το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε την κύρια βάση της αγωγής, στηριζόμενη στο άρθρο 8 παρ.8 του Ν. 3205/2203 και στο άρθρο 4 του Συντάγματος, αλλά στήριξε την κρίση του στην επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (904 ΑΚ).
Το εναγόμενο με το τρίτο σκέλος του λόγου της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενο ότι α) εσφαλμένα δέχθηκε την αγωγή ως την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, "επειδή από κανένα νόμιμο αποδεικτικό μέσο (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα κλπ.) δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον ανέθεσε στους αναιρεσιβλήτους αρμοδιότητες ή καθήκοντα πρόσθετα ή "αλλότρια" εκείνων που ασκούν λόγω της θέσης που καλύπτουν.
Αντιθέτως, οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν την εργασία τους κατά το ένδικο χρονικό διάστημα στο αναιρεσείον στα πλαίσια εγκύρων συμβάσεων εργασίας με αυτό, καλύπτοντας οργανικές θέσεις αυτού, ασκώντας τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες της θέσης τους και αμειβόμενοι βάσει του ισχύοντος μισθολογίου". Ο λόγος αυτός κατά το τρίτο σκέλος είναι αβάσιμος γιατί, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο προσέλαβε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους μονίμους τακτικούς υπαλλήλους προς εκτέλεση υπηρεσίας κλάδου πληροφορικής και ανέθεσε σ' αυτούς παράνομα την εκτέλεση αλλότριων καθηκόντων που εμπίπτουν στον κλάδο της πληροφορικής, καθιστάμενο πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία και ενεχόμενο σε απόδοση της ωφέλειας που ισούται με τις επιπλέον αποδοχές τις οποίες θα πλήρωνε σε άλλο μισθωτό που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση.
Σημειώνεται τέλος ότι το αναιρεσείoν Νομικό Πρόσωπο απαραδέκτως υπό την επίφαση της συνδρομής των ως άνω αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, επειδή ενόψει της απουσίας των αναιρεσιβλήτων δεν υπάρχει σχετικό αίτημα αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01.11.2010 αίτηση για αναίρεση της 5750/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 23 Ιανουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 5 Φεβρουαρίου 2019
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ