Legislator Case Law & Legislation
152/2017 AI generated

152/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 152/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

152/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 5-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 4104/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης.

Keywords

AI generated
unemployment benefits overpayment withdrawal of social benefits unemployment insurance financing administrative tax evasion suspension of unemployment benefits cessation of disability pension
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 152 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 152/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Ε. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φέρλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκε η 5707/2007 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Ακολούθως η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 31-10-2007 αγωγή της και αφού επανέφερε με κλήση την πρώτη ως άνω ασκηθείσα αγωγή της, οι δύο αγωγές συνεκδικάστηκαν με την από 12-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5701/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4104/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 5-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 4104/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 21-5-2013 (αρ. κατ. ...2013) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 4104/2012 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα με την κατάθεσή της στις 21-5-2013 (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), πριν παρέλθει η τριετής προθεσμία από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (25-7-2012), διότι δεν προκύπτει επίδοση αυτής, ούτε επικαλούνται τούτο οι διάδικοι (άρθρ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης). Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 553, 556, 558, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους κατ’ ιδίαν λόγους αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Το διαδικαστικό ιστορικό για το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης έχει ως εξής: η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε σε βάρος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την από 31-10-2007 (αρ. κατ. .../2007) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, μεταξύ άλλων κονδυλίων, αξίωνε το ποσό των 3.918 ευρώ ως διαφυγόντα εισοδήματα, που αυτή θα εισέπραττε ως δημόσιος υπάλληλος από την υπηρεσία της (Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας), ποσό που αφορούσε το χρονικό διάστημα από την επομένη της πρόωρης συνταξιοδότησής της στις 31-7-2007, στην οποία εξαναγκάστηκε λόγω της ανικανότητάς της να συνεχίσει να εκτελεί τα υπηρεσιακά της καθήκοντα εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού της στο τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 3-8-2004, στο ... από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ασφάλιζε για ζημίες έναντι τρίτων η 2η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητοι. Το κονδύλι αυτό αφορούσε χρονικό διάστημα τριών μηνών, δηλαδή από 1-8-2007 έως 31-10-2007 προς 1.306 ευρώ μηνιαία, ποσό που μετά πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε από την υπηρεσία της, εάν δεν θα είχε τραυματιστεί.

Επί της αγωγής αυτής (που σημειωτέον συνεκδικάστηκε και με άλλη αγωγή της παθούσας και με παρεπίμπτουσα αγωγή του υπαίτιου οδηγού σε βάρος της ασφαλιστικής του εταιρείας από τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση) εκδόθηκε η υπ’ αρ. 5701/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε το ανωτέρω κονδύλιο ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμο (άρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ).

Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου άσκησε την από 9-2-2009 (αρ. κατ. 1155/2009) έφεση, με τον μοναδικό λόγο της οποίας ζητούσε την απόρριψη του ανωτέρω κονδυλίου, διότι η παθούσα εισέπραξε ισόποσο ποσό ως σύνταξη για το ίδιο χρονικό διάστημα από τον ασφαλιστικό της Φορέα (Δημόσιο) λόγω της πρόωρης συνταξιοδότησής της και ότι για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να της καταβληθεί σωρευτικά.

Επί της έφεσης αυτής (αλλά και δύο άλλων εφέσεων, δηλαδή, της παθούσας και της ασφαλιστικής εταιρείας) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 4104/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση του εναγομένου υπαιτίου οδηγού και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την ανωτέρω από 31-10-2007 αγωγή της παθούσας και απέρριψε το ανωτέρω κονδύλιο.

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014).

Περαιτέρω, με τη διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 930 ΑΚ, το οποίο αναφέρεται στην κατ’ άρθρο 928 - 929 ΑΚ υποχρέωση αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, ορίζεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.

Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημιώσεως ένεκα θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (Ολομ.ΑΠ 807/1973).

Η ΑΚ 930 παρ. 3 αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από το νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του. Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος.

Ο παραπάνω σκοπός της ΑΚ 930 παρ. 3 επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής. Σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, παρά το ότι από τη γραμματική διατύπωσή της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως χωρίς νομική υποχρέωση και αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει το βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημιώσεως.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι "άλλος" με την έννοια της ΑΚ 930 παρ. 3 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λπ.). Επομένως, κατ’ εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου, και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημιώσεως (ΑΠ 1488/2014, ΑΠ 384/2013, ΑΠ 347/2009, ΑΠ 1127/2002, ΑΠ 1213/2001).

Ειδικότερα, η υποχρέωση του τρίτου προς παροχή μπορεί να στηρίζεται και σε σχέση δημοσίου δικαίου, όπως στην περίπτωση που παρέχεται από το Δημόσιο μισθός ή σύνταξη σε πρόσωπο, που δεν μπορεί να προσφέρει εργασία λόγω ανικανότητάς του από ατύχημα. Η δυνατότητα όμως αυτή για την απόκτηση, δηλαδή, από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης που του οφείλει αυτός που τον ζημίωσε και της παροχής του τρίτου, δεν υφίσταται, όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά το άρθρ. 18 του ν. 1654/1986, σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 598/ 2009, ΑΠ 116/2010).

Στην προκειμένη υπόθεση, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ), με την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη την οποία δεν εφάρμοσε αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και απέρριψε το κονδύλιο των 3.198 ευρώ, ενώ θα έπρεπε να της το επιδικάσει σύμφωνα με την Αρχή της σωρευτικής απόληψης, που απορρέει από την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου. Ας σημειωθεί, ότι, για την παραδεκτή προβολή του αναιρετικού λόγου κατ’ άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει τον ανωτέρω ισχυρισμό της προς αντίκρουση της εναντίον της έφεσης του 1ου αναιρεσιβλήτου - οδηγού, με τις κατ’ έφεση προτάσεις της, αλλά και με το δικόγραφο της ένδικης από 31-10-2007 αγωγής της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού της και παρά την υποβολή της σε χειρουργικές επεμβάσεις κατά τα ανωτέρω, έχει επέλθει εις βάρος της όπως εκθέτει και στην αγωγή της μόνιμη αναπηρία η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 67% (βλέπε και την ανωτέρω αναφερόμενη έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης), εξαιτίας της οποίας κατέστη ανίκανη ν’ ασκεί το επάγγελμά της (δημόσια υπάλληλος στην Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Αχαΐας) και έχει επιπτώσεις η αναπηρία της αυτή στην υγεία και τον τρόπο ζωής της και όπως αναφέρεται στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης η κατάσταση της υγείας της θα επιδεινούται συνεχώς και δεν υφίσταται προβλεπτή μέθοδος θεραπείας και ενδεχόμενη αρθρόδεση της αρθρώσεως είναι δύσκολη λόγω της κατάστασης των μαλακών μορίων (δέρματος - μυών) και η εκτέλεσή της ακόμη και αν είναι επιτυχημένη δεν θα βελτιώσει την υγεία της.

Η σωματική αυτή κάκωση της βλάβης της υγείας της, έχει επηρεάσει τη ψυχολογική κατάστασή της καθώς και τις κοινωνικές, επαγγελματικές και κοινωνικές της σχέσεις και συναναστροφές καθώς και την ανέλιξή της μέχρι την συνταξιοδότησή της... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, γεννήθηκε το έτος 1957, είναι δημόσιος υπάλληλος από 28.6.1977 και μονιμοποιήθηκε την 1.8.1985.

Εξ αιτίας του τραυματισμού έλαβε αναρρωτικές άδειες συνολικής διαρκείας 3 ετών και λόγω της συνεχιζόμενης ανικανότητάς της προς εργασία αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την υπηρεσία της με αίτησή της στις 30.7.2007, λαμβάνοντας μειωμένη σύνταξη, ενώ, για να θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους συντάξεως, θα έπρεπε να αποχωρήσει από την υπηρεσία στις 31.12.2012, οπότε θα είχε συμπληρώσει 35 έτη πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίες.

Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός των νοσηλίων και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει. Η ζημία αυτή αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μεταξύ της βλάβης του σώματος ή της υγείας και ασκήσεως της αγωγής. Η ζημία αυτή μπορεί να είναι είτε θετική είτε αποθετική (διαφυγόν κέρδος).

Στην επελθούσα ζημία θα μπορούσε ν’ αναφερθεί και η περίπτωση υπαλλήλου, όπως στην προκείμενη περίπτωση, η οποία λόγω του σοβαρού τραυματισμού της δεν μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται και συνταξιοδοτείται σε μικρότερη ηλικία (πρόωρη σύνταξη) αντί της ανώτατης προβλεπόμενης από το νόμο και αρκείται, έτσι, σε μικρότερη σύνταξη.

Ζημία εδώ είναι η διαφορά μεταξύ του μισθού που θα εισέπραττε αν εργαζόταν και του ποσού της εισπραττόμενης μειωμένης συντάξεως (βλέπε Ολ.ΑΠ 31/1992 εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών και Αθανάσιο Κρητικό. Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008 παρ. 17, περιθωριακός αριθμ. 35, σελίδα 266). Στην προκείμενη περίπτωση αν η ενάγουσα παρέμενε στην υπηρεσία της κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2007 έως 31.10.2007 θα ελάμβανε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με μεγάλη πιθανότητα, μικτές μηνιαίες αποδοχές 1.306 ευρώ και συνολικά 3.918 ευρώ (ήτοι 1306 ευρώ Χ 3 μήνες = 3.918 ευρώ), τις οποίες μπορούσε ν’ αξιώσει ως αποζημίωση κατ’ άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ πλην όμως σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη αυτή έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί και όπως καταθέτει και η μάρτυς αδελφή της η σύνταξή της είναι ίδια με τον ανωτέρω αναφερόμενο μηνιαίο μισθό της (ήτοι των 1.306 ευρώ) και επομένως εφόσον εδικαιούτο 3.918 ευρώ και τούτο εισέπραξε ως σύνταξη για τους ανωτέρω αναφερόμενους μήνες αυτή δεν δικαιούται τίποτε γιατί αφαιρουμένου του ποσού που εδικαιούτο και του ποσού που εισέπραξε από την σύνταξή της για το ως άνω χρονικό διάστημα, δεν απομένει ποσό για το οποίο πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, σύμφωνα και με τ’ αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη (ήτοι 3.918 ευρώ - 3.918 ευρώ = 0).

Το πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε διαφορετικά επιδικάζοντας στην ενάγουσα για την ως άνω αιτία το ποσό των 3.918 ευρώ, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος ο μοναδικός λόγος της ΕΓ εφέσεως....".

Σημειώνεται επίσης ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος έχει κριθεί αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος με την υπ’ αρ. 6253/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της αρχικής αγωγής της παθούσας (βλ. σελ. 8β της προσβαλλόμενης απόφασης).

Περαιτέρω, το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης του υπαίτιου οδηγού ως ουσιαστικά βάσιμης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση (υπ’ αρ. 5701/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) ως προς την ένδικη από 31-10-2007 (αρ. κατ. .../2007) αγωγή της αναιρεσείουσας - παθούσας, η οποία απευθυνόταν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγομένων και απέρριψε το ανωτέρω κεφάλαιο.

Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης το Εφετείο το οποίο δεν επιδίκασε αθροιστικά στην παθούσα - αναιρεσείουσα το ανωτέρω κονδύλιο, με την παραδοχή ότι αυτή το είχε εισπράξει ως σύνταξη του Δημοσίου, εσφαλμένα ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, που επίσης εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, εφόσον η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων (υπαίτιου οδηγού και ασφαλιστικής αυτού εταιρείας) σε αποζημίωση της παθούσας δεν μπορεί να αποκρουστεί, επειδή τρίτος και εν προκειμένω το Δημόσιο, παρέχει σύνταξη σ’ αυτήν λόγω της πρόωρης συνταξιοδότησής της, στην οποία αυτή εξαναγκάστηκε λόγω της ανικανότητάς της να εκτελεί πλέον τα υπηρεσιακά της καθήκοντα ως δημόσιος υπάλληλος, επειδή είχε εξαντλήσει το δικαιούμενο χρόνο αναρρωτικών αδειών λόγω του σοβαρού τραυματισμού της κατά το ατύχημα, εξαιτίας του οποίου κατέστη μονίμως ανάπηρη σε ποσοστό 67%. Επομένως, η αναιρεσείουσα δικαιούται να αξιώσει αθροιστικά την αποζημίωση και την παροχή - σύνταξη του τρίτου (Δημοσίου), αφού διαφορετικά οι αναιρεσιβλητοι - ζημιώσαντες θα ωφελούνταν σε βάρος της παθούσας - αναιρεσείουσας.

Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 (ευθεία παραβίαση του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ) πρέπει να γίνει δεκτός κατ’ ουσίαν και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 4104/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο (3.198 ευρώ), που αφορά την από 31-10-2007 (αρ. κατ. .../2007) αγωγή της αναιρεσείουσας. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, κατ’ άρθρ. 580 παρ. 2 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως, ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αρ. 4104/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, κατά το αναιρούμενο στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης κεφάλαιο, που αφορά την από 31-10-2007 (αρ. κατ. .../2007) αγωγή της αναιρεσείουσας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ