152/2016 · 152/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 152 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 152/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωά...
Full Text of the Judgment · 152/2016
Απόφαση 152 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 152/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α.Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Χ. Β., κατοίκου ..., 2)Χ. συζ. Ρ. Ν., κατοίκου ..., 3)Ε. συζ. Λ. Ζ., το γένος Χ. Κ., 4)Γ. Κ., κατοίκων ..., 5)Β. συζ. Ε. Π., το γένος Γ. Μ., 6)Ε. συζ. Ι. Ν., το γένος Π. Β. και 7)Ι. Β. του Γ., κατοίκων ..., 8) α)Ο. συζ. Β. Τ., το γένος Γ. Ν., κατοίκου ... και β)Ε. Ν. του Γ., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της κατά την 18-2-2002 αποβιωσάσης Κ. συζ. Γ. Ν., το γένος Ε. Κ., 9)Ι. Δ., κατοίκου ..., 10)Ε. θυγ. Ι. Δ., κατοίκου ..., 11)Ε. συζ. Ε. Χ., το γένος Ι. Δ., κατοίκου ... και 12)Δ. Μ. του Γ., κατοίκου .... Οι 3η και 4ος εκ των αναιρεσίβλητων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Άπαντες οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αριστείδη Χιωτέλλη.
Β.Του αναιρεσείοντος: Δήμου Λαμίας, νομίμως εκπροσωπουμένου, εδρεύοντος στη Λαμία(Δημαρχιακό κατάστημα), που εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου. Των αναιρεσίβλητων:1)Χ. Β., κατοίκου ..., 2)Χ. συζ. Ρ. Ν., κατοίκου ..., 3)Ε. συζ. Σ. Δ., το γένος Θ. Λ., κατοίκου ..., 4)Ε. συζ. Λ. Ζ., το γένος Χ. Κ., 5)Γ. Κ., κατοίκων ..., 6)Β. συζ. Ε. Π., το γένος Γ. Μ., 7)Ε. συζ. Ι. Ν., το γένος Π. Β., 8)Ι. Β. του Γ., κατοίκων ..., 9)α)Ο. συζ. Β. Τ., το γένος Γ. Ν., κατοίκου ... και β)Ε. Ν. του Γ., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της κατά την 18-2-2002 αποβιωσάσης Κ. συζ. Γ. Ν., το γένος Ε. Κ., 10)Ι. Δ., κατοίκου ..., 11)Ε. θυγ. Ι. Δ., κατοίκου ..., 12)Ε. συζ. Ε. Χ., το γένος Ι. Δ., κατοίκου ... και 13)Δ. Μ. του Γ., κατοίκου .... Οι 3η 4η και 5ος εκ των αναιρεσίβλητων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Άπαντες οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αριστείδη Χιωτέλλη. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η δικηγόρος του αναιρεσείοντος-Δήμου Λαμίας, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης διότι, όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, που χειρίζεται την υπόθεση, δεν μπορεί να παρευρεθεί σήμερα στο Δικαστήριο. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία το αναιρεσείον δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-1989 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και την από 21-2-1990 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1991 προδικαστική, 249/1996 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή και δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση, 6630/1998 του Εφετείου Αθηνών, που διέταξε διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και 8773/2006. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες, με την από 20-6-2008 αίτησή τους και τους από 27-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 1548/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση και την παράπεμψε στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 3675/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα, με τις από 27-11-2013 και 3-12-2013 αιτήσεις τους αντίστοιχα. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε τις από 8-12-2015 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγείται να απορριφθούν οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 Κ.Πολ.Δ.) το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάζει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν. 1)Η από 27-11-2013 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και 2) η από 3-12-2013 αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Λαμίας, οι οποίες στρέφονται κατά της 3675/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν επειδή είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246, 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή η διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία "θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο διάδικος που ζητεί μόνον αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο" εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση αν και δεν αναφέρεται στις διατάξεις στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθ' όσον η παραπομπή με αυτό σε ορισμένες διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου "μόνο" γίνεται με το άρθρο 573 παρ. 1, ούτε η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού στο άρθρο 575 Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (241 Κ.Πολ.Δ.), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (576 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση, Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της αναίρεσης του Δήμου Λαμίας, από τη σειρά του πινακίου, ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αθ. Τριανταφυλλοπούλου, η οποία όμως παραστάθηκε μόνο γα να ζητήσει από το δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης, που δεν έγινε δεκτή και στη συνέχεια η δικηγόρος αυτή αποχώρησε.
Συνεπώς ο αναιρεσείων Δήμος θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε. Περαιτέρω από την .../6-8-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Ε. Π., προκύπτει ότι αντίγραφο της παραπάνω αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα Δήμο Λαμίας από τους αναιρεσιβλήτους που επισπεύδουν τη συζήτηση αυτής.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Εξάλλου κατά την εκφώνηση των υποθέσεων από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή τους, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. οι εκ των αναιρεσιβλήτων και στις δύο αναιρέσεις Ε. Ζ. και Γ. Κ. καθώς και η τρίτη αναιρεσίβλητη στην αναίρεση του Δήμου Λαμίας Ε. Δ., η υπόθεση όμως θα ερευνηθεί παρά την απουσία τους ενόψει του ότι η συζήτηση των αναιρέσεων για την αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο επισπεύδεται από τους αναιρεσιβλήτους μεταξύ των οποίων και οι απολειπόμενοι. Aπό την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 8773/2006 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών απέρριψε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή των τελευταίων κατά του Δήμου Λαμίας, αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου που συνεκδικάσθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε υπέρ του εναγομένου το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Με την 1548/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε κατά παραδοχή αίτησης αναίρεσης των αναιρεσιβλήτων η παραπάνω απόφαση του Εφετείου για τον προβλεπόμενο από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο και η υπόθεση ακολούθως παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας. Το Εφετείο εκδικάζοντας πλέον την έφεση των αναιρεσιβλήτων, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι μετά την αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως επανήλθαν κατ' άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, κατάσταση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση δέχθηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμη την αγωγή και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την πρόσθετη παρέμβαση. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με τις δύο αναιρέσεις.
Α) Ως προς την από 27-11-2013 αίτηση αναίρεσης. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 561 τταρ.1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δε συντρέχει καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 976 εδα ΑΚ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι υπήρξε παράδοση της νομής του επιδίκου στους αναιρεσιβλήτους από τους δικαιοπαρόχους τους και ότι απόδειξη της παράδοσης της νομής του αποτελούν οι αναφερόμενοι σ' αυτήν μεταβιβαστικοί της κυριότητας τίτλοι, στους οποίους περιλαμβάνεται το επίδικο ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, που ανήκε στους δικαιοπαρόχους των τελευταίων, ενώ από τους τίτλους αυτούς δεν αποδεικνύεται η παράδοση της νομής, διότι δεν καταλήγουν διαδεχόμενοι ο ένας τον άλλον στον ίδιο απώτατο δικαιοπάροχο και δεν στηρίζουν το συμπέρασμα της προσβαλλομένης απόφασης για την παράδοση της νομής του από τον απώτατο δικαιοπάροχό τους το έτος 1838, όπως δέχθηκε το Εφετείο. Οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, που είναι κατά το αναιρεσείον αντίθετο με το αποδεικτικό υλικό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ..
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα του αναιρεσείοντος και όχι έγγραφα που προσκόμισε άλλος διάδικος ομόδικος ή αντίδικός του. Κατ' εξαίρεση αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο άλλος διάδικος (ομόδικος ή αντίδικός του) και έτσι κατέστησαν αυτά κοινά μέσα αποδείξεως, δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 1 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτόν, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας ο εναγόμενος-εφεσίβλητος Δήμος Λαμίας (υπέρ του οποίου το αναιρεσείον άσκησε πρόσθετη παρέμβαση) είναι απαράδεκτος, αφού το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι τα έγγραφα αυτά κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα με την επίκλησή τους και από το ίδιο,, ούτε άλλωστε μπορούσε να τα επικαλεσθεί αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο της παραπομπής και δικάσθηκε ερήμην.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεση, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ (41.4), 6 Πανδ (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μια συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του εφ' όσον έχει γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του. Οι διατάξεις αυτές του ΒΡΔ δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα και επομένως και σε δάση, εφ' όσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του Ν.ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Ν.Δ/τος 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας από δε την 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλου κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου δημοσίου, δάσους ή δασικής έκτασης για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι το επίδικο που αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου νεμήθηκαν από το έτος 1838 με καλή πίστη, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων με τη διενέργεια εμφανών διακατοχικών πράξεων, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, δηλωτικών κατά τις αντικειμενικές αντιλήψεις της βούλησής τους να το εξουσιάζουν όπως ο κύριος και ειδικότερα εκμίσθωναν τμήματα αυτού για καλλιέργεια και βόσκηση ποιμνίων, το προστάτευαν από διεκδικήσεις τρίτων και έτσι κατέστησαν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί, με την πλέον των τριάντα ετών καλόπιστη νομή τους πριν από την 11-9-1915, απέρριψε δε τον ισχυρισμό του εναγομένου Δήμου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος, ως δικαιοπαρόχου του, Ελληνικού Δημοσίου μεταξύ άλλων και ότι το επίδικο αποτελούσε δάσος πριν από την έναρξη της ισχύος του από 16/17 Νοεμβρίου 1836 ΒΔ/τος "περί ιδιωτικών δασών", επί του οποίου αναγνωρίσθηκε η κυριότητά του και ακολούθως δέχθηκε ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου παραγώγως με την αποδοχή των κληρονομιών των προηγουμένων αληθών κυρίων αυτού και τη μεταγραφή των σχετικών δηλώσεων αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στη νομή τους προς συμπλήρωση του χρόνου κάθε μιας τούτων, ως καθολικών ή ειδικών διαδόχων των δικαιοπαρόχων τους του χρόνου της νομής αυτών. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης δηλαδή νόμιμης βάσης αυτής λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μορφής του επιδίκου ως δασικής ή αγροτικής, που συναρτάται με το διαγνωσθέν δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, αφού η απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία υπό την ισχύ του ΒΡ Δικαίου επί χρόνο μεγαλύτερο από μία τριακονταετία, που είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 χωράει και σε ακίνητο του Δημοσίου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και δεν επηρεάζεται από το είδος του ακινήτου και συνεπώς είναι χωρίς σημασία και δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης αν αυτό αποτελεί δάσος, στο ίδιο δε διατακτικό θα κατέληγε το Εφετείο και αν δεχόταν ότι το επίδικο ήταν δάσος. Δεν ήταν απαραίτητο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς την κατάφαση του διαγνωσθέντος δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και η περαιτέρω εξειδίκευση των επί μέρους πράξεων νομής σε κάθε μέρος του μείζονος ακινήτου, αφού πρόκειται περί ενιαίας έκτασης και ο φυσικός εξουσιασμός των δικαιοπαρόχων τους και το πνευματικό στοιχείο της νομής εκτεινόταν σε όλη την έκταση του μείζονος ακινήτου εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και επομένως και σ' αυτό.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, ως αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, είναι απαράδεκτες καθ' όσον η σχετική πλημμέλεια δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Β) Επί της από 3-12-2013 αιτήσεως αναιρέσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης, ώστε να συνάγεται από αυτόν σε ποιόν από τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά γεγονότα τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με βάση τις παραδοχές της. Στην προκειμένη περίπτωση με το αναιρετήριο προβάλλει ο αναιρεσείων ότι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση επειδή το Εφετείο "1) εσφαλμένως έκρινε τα τεθέντα υπόψη του έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα κατά τα ακόλουθα: αα) Το επίδικο ακίνητο επιφανείας 16.500 τ.μ. βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." ή "..." (διαφορετικές ονομασίες της ιδίας τοποθεσίας) της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Λαμιέων. Αποτελούσε τμήμα της κοίτης του χειμάρρου "...". Είχε εντονότατη κλήση και αποτελούσε φυσική προέκταση του λόφου του ... της πόλεως της Λαμίας. Λόγω της έντονης κλίσεως του επιδίκου ακινήτου ως όχθης του προαναφερθέντος χειμάρρου, δεν ήτο τούτο κατάλληλο για αγροτική εκμετάλλευση ως αγρός. Αλλά εκαλύπτετο από ξυλώδη βλάστηση, ως προέκταση άλλωστε του δασώδους λόφου του .... Η σημερινή μορφή του έχει διαφοροποιηθεί, λόγω μεταγενεστέρων επιχωματώσεων του, ως τμήματος της όχθης του χειμάρρου "...". Προ των επιχωματώσεων, άλλωστε, το επίδικο ακίνητο ως η όχθη του ποταμού με την έντονη αυτής κλίση δεν ήτο δυνατόν να είναι αντικείμενο αγροτικής εκμεταλλεύσεως. Βάσει δε των ανωτέρω το επίδικο ακίνητο ως όχθη του προαναφερομένου χειμάρρου δεν είναι εύλογο να χαρακτηρίζεται ως ιδιοκτησία ιδιωτών. γγ) Στις Προτάσεις μας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών αναφερόμεθα αναλυτικώς σε προγενέστερες δικαστικές αποφάσεις, συμβολαιογραφικά και δημόσια έγγραφα, τα οποία έγγραφα επιφυλασσόμεθα να αναφέρουμε αναλυτικώς και κατά την παρούσα δίκη, από τα οποία συνάγεται κατ'αρχήν η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και εν συνεχεία κατά παραχώρηση από αυτό προς τον Δήμο μας μεταβίβαση της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου με την υπ' αρ. 79386/7-7-1988 Απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας. δδ) Δεν ελήφθη υπόψη, ότι το επίδικο ακίνητο απετέλει κατά τα ανωτέρω δασώδη έκταση, όπως ήδη ανεπτύχθη. Για την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και κατά το διάστημα προ του αγώνος της ανεξαρτησίας του έθνους μας λόγω του χαρακτήρος του ως δασικής περιοχής, θα έπρεπε βάσει των διατάξεων του σχετικού Βασιλικού Διατάγματος της 17/29 Νοεμβρίου 1836 (ΦΕΚ 69/1-12-1836 "Περί ιδιωτικών δασών") να προσκομισθούν μέχρι της 30ης Νοεμβρίου 1836 από τους έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, οι τυχόν υπάρχοντες τίτλοι ιδιοκτησίας της Τουρκικής Αρχής. Εάν δε δεν προσεκομίσθησαν μέχρι της 30-11-1836 οι ανωτέρω τίτλοι ιδιοκτησίας, οι σχετικές δασικές εκτάσεις περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο πλέον ως κύριος των σχετικών ακινήτων ασκεί νομίμως όλες τις πράξεις φυσικής εξουσιάσεως των ανωτέρω εκτάσεως. Πράγματι δε, εν προκειμένω δεν προσεκομίσθησαν μέχρι της 30-11-1836, τίτλος ιδιοκτησίας κατά τα ανωτέρω από της επιδίκου εκτάσεως. Κατά συνέπεια, το επίδικο ακίνητο αναμφισβήτως περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ήσκησε έκτοτε και μέχρι της μεταβιβάσεως του στον Δήμο μας, όλες τις αναγκαίες πράξεις κυριότητος, νομής και κατοχής του επιδίκου ακινήτου, όπως αναλυτικώς και τεκμηριωμένα έχει καταδειχθεί κατά την προηγηθείσα δικαστική διαδικασία. Έκτοτε δε ασκεί ο Δήμος μας όλες τις σχετικές πράξεις κυριότητος νομής και κατοχής επ' αυτού". Με τέτοιο περιεχόμενο οι λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνουν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις. Παρεκτός του ότι οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη ως προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/57, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) και ως προς τον αναιρεσείοντα Δήμο Λαμίας κατά το άρθρο 281 του Ν.3463/2006 "Kύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
Για τους λόγους αυτούς
Συνεκδικάζει την από 27-11-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου με την από 3-12-2013 αίτηση του Δήμου Λαμίας περί αναιρέσεως της 3675/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναίρεσης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων με την αναίρεσή του, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ και τον αναιρεσείοντα Δήμο Λαμίας στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων με την αναίρεσή του την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ