Legislator Case Law & Legislation
152/2015 AI generated

152/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 152/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

152/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα δε με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 152 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 152/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο.

Της αναιρεσίβλητης: Ο. Π. του Ι., συζ. Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μαργαρίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2007, 33/2009 μη οριστικές και 33/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2013 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 19-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 102/2013 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Σύμφωνα δε με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1662/2010). Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/ 2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 798 ΑΚ, η λύση της κοινωνίας επέρχεται με διανομή, ενώ κατά το άρθρο 795 ΑΚ κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται από δικαιοπραξία ή από τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιο διαρκή σκοπό. Κατά το άρθρο 799 ΑΚ, αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, ενώ κατά το άρθρο 800 ΑΚ η διανομή γίνεται αυτουσίως αν το αντικείμενο που πρόκειται να διανεμηθεί είναι δυνατόν, χωρίς μείωση της αξίας του, να διαιρεθεί σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 ν. 3741/1929 προκύπτει ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών δίχως να μειώνεται η αξία του, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 480Α Κ.Πολ.Δ. κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφου ή μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων.

Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων. Όπως προκύπτει από την τελευταία αυτή διάταξη η κατ' αυτήν αιτουμένη από κάποιον συγκύριο αυτούσια διανομή οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων.

Επομένως, αν κάποια από τις προϋποθέσεις δεν υπάρχει, τότε ακολουθείται, εφόσον είναι εφικτός και συμφέρων, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 480 Κ.Πολ.Δ. και τις λοιπές συναφείς διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., τρόπος αυτούσιας διανομής και αν και αυτός είναι ανέφικτος ή ασύμφορος, διατάσσεται κατά το άρθρο 484 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, η πώληση του διανεμητέου οικοπέδου με την οικοδομή δια πλειστηριασμού (ΑΠ 145/1995).

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 481 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ. στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α το δικαστήριο, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 2α Γ.Ο.Κ. (ν. 1577/1985) με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ή του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογική έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα, μεταξύ άλλων, μεμονωμένα κτίρια ή τμήματα κτιρίων ή συγκροτήματα κτιρίων και να καθορίζονται ειδικοί όροι προστασίας και περιορισμοί δόμησης και χρήσης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του νόμου αυτού και από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη με σκοπό τη διατήρηση και ανάδειξη της ιδιαίτερης ιστορικής πολεοδομικής, αρχιτεκτονικής, λαογραφικής, κοινωνικής και αισθητικής φυσιογνωμίας τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3028/2002 "Προστασία Αρχαιοτήτων Πολιτιστικής Κληρονομιάς", "Στα ακίνητα μνημεία περιλαμβάνονται: α) τα αρχαία που χρονολογούνται έως και το 1830...", κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου "Τα αρχαία ακίνητα μνημεία προστατεύονται από το νόμο χωρίς να απαιτείται η έκδοση οποιασδήποτε διοικητικής πράξης...".

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 και 4 του αυτού νόμου "1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του... 4. Για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμη και αν δεν επέρχεται κάποια από τις συνέπειες της παραγράφου 1 σε αυτά, απαιτείται έγκριση που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου".

Η αυτούσια διανομή χαρακτηρισμένου νομίμως ως αρχαίου μνημείου είτε ως διατηρητέου ακινήτου που χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας, με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων δεν είναι εφικτή διότι η αυτούσια διανομή τέτοιου ακινήτου δεν συμβιβάζεται με τη φύση του που είναι διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο και όχι μόνον κατά ένα τμήμα του και η διατήρησή του μπορεί να επιτευχθεί αν αυτό περιέλθει σε έναν μόνον ιδιοκτήτη καθόσον η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός συγκυρίων, διαφωνούντων, είναι η κύρια αιτία για την εγκατάλειψη και τις αυθαίρετες επεμβάσεις που υφίσταται το διατηρητέο κτίριο.

Μοναδικός τρόπος διανομής του επίκοινου διατηρητέου ακινήτου είναι η πώλησή του με πλειστηριασμό ώστε καθένας από τους συγκυρίους να λάβει από το εκπλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί ποσό ανάλογο προς την εξ αδιαιρέτου μερίδα του επί του επίκοινου ακινήτου (ΑΠ 735/2013, ΑΠ 218/2001, ΑΠ 1047/2003, ΑΠ 235/1998). Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη, δέχθηκε, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση των λόγων αναίρεσης ζήτημα της αυτούσιας ή μη διανομής του επίδικου κοινού ακινήτου, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα εξής: "Το επίδικο διανεμητέο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 251 τ.μ., μετά του υφιστάμενου επ' αυτού πεπαλαιωμένου διώροφου κτίσματος, το οποίο εμφαίνεται στο από Ιουλίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ.

Μ. με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α και συνορεύει, σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς Α-Β μήκους 10,70 μέτρων με δημοτικό δρόμο, πλάτους τριών (3) μέτρων, ανατολικά επί πλευρών Β-Γ μήκους 13,23 και Γ-Δ μήκους 7,95 με δημοτικό δρόμο, πλάτους 2,70 μέτρων, νότια επί πλευράς Δ-Ε μήκους 11,75 μέτρων με επαρχιακή οδό Χαλκείου Νάξου, πλάτους επτά (7) μέτρων και δυτικά επί πλευρών Ε-Ζ μήκους 3,70 μέτρων και Ζ-Α μήκους 17,45 μέτρων με ιδιοκτησία Σ.

Ψ.. Το υφιστάμενο επί του παραπάνω οικοπέδου παλαιό διώροφο κτίσμα κατασκευάστηκε κατά το έτος 1726 και, λόγω του χρόνου κατασκευής του (προ του έτους 1830), χαρακτηρίζεται, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδαφ. α' του ν. 3028/2002 "Προστασία Αρχαιοτήτων Πολιτιστικής Κληρονομιάς", ως αρχαίο μνημείο και υπάγεται στην προστασία του νόμου αυτού, χωρίς να απαιτείται, κατά το άρθρο 6 παρ. 4 του ίδιου νόμου, η έκδοση οποιασδήποτε διοκητικής πράξης....

Το παραπάνω διώροφο κτίσμα αποτελείται από διώροφο τμήμα και ισόγειο τμήμα. Ειδικότερα, το μεν διώροφο τμήμα αποτελείται από: 1) Ισόγεια αποθήκη (ΙΣ-1), επιφάνειας 87,60 τ.μ., αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Ξ-Ν-Μ-Α στο από Ιανουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα - Κάτοψη ισογείου του διορισθέντος πραγματογνώμονος Π. Κ., που συνοδεύει τη συνταχθείσα από αυτόν υπ' αριθμ. 4/2-2-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, 2) Ημιϋπαίθριους χώρους 1 και 2, επιφάνειας 21,70 και 12,85 τ.μ., εμφαινόμενους με τα αλφαβητικά στοιχεία Μ-Ν-Τ-Σ-Λ-Μ και Ν-Ξ-Ο-Τ-Ν αντίστοιχα στο ίδιο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, 3) Κατοικία πρώτου ορόφου (ΟΡ-1), επιφάνειας 100,45 τ.μ., η οποία εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Ξ-Ο-Τ-Ν-Μ-Α στο συνοδεύον την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης από Ιανουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα - Κάτοψη ορόφου του ως άνω πραγματογνώμονος και αποτελείται από τέσσερα δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, καθώς και από ανοικτό εξώστη και ανοικτή βεράντα, επιφάνειας 2,40 και 18 τ.μ.

αντίστοιχα, που εμφαίνονται στο ίδιο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα ο μεν εξώστης με τα αλφαβητικά στοιχεία α-β-γ-δ-α, η δε βεράντα με τα αλφαβητικά στοιχεία Μ-Ν-Τ-Ψ-Ω-Λ-Μ, η δε πρόσβαση στο όροφο αυτό εξυπηρετείται από ακάλυπτη εξωτερική κλίμακα, επιφάνειας 8,95 τ.μ., η οποία εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία Ψ-Τ-Ο-Ρ-Σ-Ω-Ψ.

Το δε ισόγειο τμήμα αποτελείται από: 1) Ισόγειο ασκεπές κτίσμα - αποθήκη (ΙΣ-2), επιφάνειας 63,10 τ.μ., εμφαινόμενη στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα - Κάτοψη ισογείου του πιο πάνω πραγματογνώμονα με τα αλφαβητικά στοιχεία Γ-Δ-Ε-Ξ-Γ, 2) ισόγειο ασκεπές κτίσμα - αποθήκη (ΙΣ-3), επιφάνειας 15 τ.μ., εμφαινόμενη στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία Π-Χ-Ζ-Η-Υ-Π, η οποία έχει κατασκευασθεί αυθαίρετα, ήτοι χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί οικοδομική άδεια, σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από το χρόνο κατασκευής του υπολοίπου κτιρίου, και 3) τον ακάλυπτο (αύλειο) χώρο του οικοπέδου, συνολικής επιφάνειας 61,25 τ.μ., αποτελούμενο από 1) Αυλή 1, επιφάνειας 31 τ.μ., εμφαινόμενη στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία Λ-Σ-Ρ-Υ-Ι-Κ-Λ, β) Αυλή 2, επιφάνειας 15,25 τ.μ., εμφαινόμενη στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία Υ-Ε-Ζ-Φ-Υ, γ) Αυλή 3, επιφάνειας 4,40 εμφαινόμενη στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία Υ-Η-Θ-Ι-Υ, δ) Αυλή 4, επιφάνειας 5,35 τ.μ., εμφαινόμενη στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία Ξ-Υ-Φ-Χ-Π-Ο-Ξ, και ε) ακάλυπτη εξωτερική κλίμακα, επιφάνειας 5,25 τ.μ., εμφαινόμενη στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία Τ-Ο-Ρ-Σ-Τ.

Στον ακάλυπτο αυτό χώρο του οικοπέδου ο παραπάνω πραγματογνώμονας έχει συμπεριλάβει και το προαναφερόμενο εδαφικό τμήμα των 9,60 τ.μ. H τοιχοποιία του ανωτέρω κτιρίου (φέρων οργανισμός) είναι από λιθοδομή, πάχους 0,80 μέτρων, η οποία παρουσιάζει, λόγω του χρόνου κατασκευής του κτιρίου κατά το έτος 1726 και της δυσμενούς επίδρασης των καιρικών συνθηκών, σημάδια αποσάθρωσης.

Επιπλέον η τοιχοποιία παρουσιάζει, λόγω της παλαιότητας και της έλλειψης στοιχειώδους συντήρησής της, εμφανείς φθορές και συγκεκριμένα βαθιές διάσπαρτες ρωγμές, ενώ η στατική επάρκεια του κτιρίου έχει αποδυναμωθεί και το πάτωμα του ορόφου, που διαχωρίζει τον όροφο από το ισόγειο, είναι ξύλινο, στηριζόμενο επί παλαιών ξύλινων δοκαριών, και σε κακή κατάσταση, με εμφανή σημάδια αποσύνθεσης (σάπισμα), λόγω της διάχυτης υγρασίας και της παλαιότητάς του.

Η οροφή του ορόφου είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, που στηρίζεται στους φέροντες τοίχους, και τα εσωτερικά χωρίσματα του ορόφου είναι από ελαφράς κατασκευής μπαγδατότοιχους (παλαιές κατασκευές με καλαμωτές και σχίνα που έχουν σοβατιστεί). Κατά τα λοιπά πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο από αρχιτεκτονική άποψη κτίριο, του οποίου ο αύλειος χώρος στο νότιο τμήμα του οικοπέδου είναι διαμορφωμένος με μεγαλειώδη καμάρα και θόλους, φέροντα τόξα, που στήριζαν την ήδη ημικατεστραμμένη οροφή του ισογείου ανατολικού τμήματος, και τοξωτά παράθυρα...

Όμως η αυτούσια διανομή του κοινού πιο πάνω ακινήτου με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και μέρη ορόφου επί της υπάρχουσας στο οικόπεδο πιο πάνω οικοδομής και επί του δώματος των τριών (3) πιο πάνω ισογείων αποθηκών (ΙΣ-1, ΙΣ-2, ΙΣ-3), όπως προτείνει ο διορισθείς πραγματογνώμονας Π. Κ., με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε δεν μπορεί να διαταχθεί, διότι, η δικαστική διανομή ακινήτου με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και επί μελλοντικών ορόφων, όπως το δώμα των παραπάνω αποθηκών, δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή, ελλείψει αντικειμένου προς διανομή.

Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός αυτό, για την αυτούσια διανομή του κοινού πιο πάνω ακινήτου με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και μέρη ορόφων είτε κατά τους προτεινόμενους από τους δύο διορισθέντες πραγματογνώμονες τρόπους είτε κατά τους προτεινόμενους από τον τεχνικό σύμβουλο της εκκαλούσας και από την εφεσίβλητη με την αγωγή της τρόπους, απαιτείται, σύμφωνα και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος Α.

Β., αλλά και σύμφωνα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εκκαλούσα από 30-9-2005 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Δ. Τ., να γίνουν προηγουμένως οικοδομικές επεμβάσεις μεγάλης έκτασης για την ενίσχυση του φέροντος οργανισμού (λιθοδομών) του κτιρίου, η στατική επάρκεια του οποίου έχει, όπως προεκτέθηκε, αποδυναμωθεί, λόγω του χρόνου κατασκευής του κατά το έτος 1726 και της δυσμενούς επίδρασης των καιρικών συνθηκών, την αποκατάσταση της κατεστραμμένης οροφής και του μεσοπατώματος και την εν γένει επαναφορά του οικοδομήματος, το οποίο είναι ημικατεστραμμένο, σε κατοικήσιμη μορφή, όπως εργασίες αποξήλωσης των παλαιών επιχρισμάτων για να αποκαλυφθεί η λιθοδομή, εργασίες ενίσχυσης των κατακόρυφων στοιχείων (λιθοδομών) με ειδικά τεχνικά μέσα (ενέματα), αρμολόγηση των επιφανειών, διάστρωση εκτοξευμένου σκυροδέματος στις επιφάνειες των φερόντων τοίχων, τοποθέτηση κατάλληλων περιμετρικών μεταλλικών δοκών και επ' αυτών στήριξη άλλων εγκαρσίων, ώστε να αποτελέσουν το νέο φέροντα οργανισμό της πλάκας, που θα εδράζεται ασφαλώς επί των τοίχων, σκυροδέτηση της πλάκας, αφού προηγηθεί διάστρωση τραπεζοειδούς λαμαρίνας (ως πέτσωμα), κατασκευή ψευδοροφής από παραδοσιακού τύπου οροφή με ξύλινες τάβλες, κτίσιμο των νέων εσωτερικών χωρισμάτων με οπτοπλινθοδομή, τοποθέτηση των αποχετευτικών, υδραυλικών, ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και εγκαταστάσεως θέρμανσης, επιχρίσματα εσωτερικά και εξωτερικά, επαναφορά της εξωτερικής όψης της οικοδομής στην προηγούμενη μορφή κ.λπ.

Οι οικοδομικές αυτές εργασίες, για τις οποίες απαιτείται προηγουμένως η σύνταξη μελέτης ενίσχυσης και αποκατάστασης του κτιρίου, η οποία θα εγκριθεί, λόγω του χαρακτήρα αυτού ως αρχαίου μνημείου, από το Υπουργείο Πολιτισμού, η έκδοση οικοδομικής άδειας και επίβλεψη πολιτικού μηχανικού, θα κοστίσουν, σύμφωνα και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος Α.

Β. 401.322,46 ευρώ. Στο ποσό δε αυτό των 401.322,46 ευρώ δεν συμπεριλαμβάνεται το κόστος για τη σύνταξη της μελέτης, την έκδοση της οικοδομικής άδειας και τις απαραίτητες εγκρίσεις του Υπουργείου Πολιτισμού. Το παραπάνω ποσό καθιστά τις επεμβάσεις αυτές οικονομικά ασύμφορες και δυσανάλογες με την αξία του οικοπέδου και του κτίσματος, η οποία ανέρχεται, όπως αναφέρεται στην αγωγή και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς από την εκκαλούσα, σε 12.496,29 ευρώ.

Ακόμη δε μεγαλύτερες δαπάνες απαιτούνται για την αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου κατά τον προτεινόμενο από τον τεχνικό σύμβουλο της εκκαλούσας πιο πάνω τρόπο, αφού, πέραν των παραπάνω οικοδομικών εργασιών ενίσχυσης, αποκατάστασης και επαναφοράς του οικοδομήματος σε κατοικήσιμη μορφή, απαιτούνται και πρόσθετες οικοδομικές εργασίες για τη διαμόρφωση των ανωτέρω ΙΣ-1 και ΙΣ-2 αποθηκών σε μικρότερα καταστήματα, όπως κατασκευή νέων διαχωριστικών τοίχων, ξεχωριστών χώρων υγιεινής, θυρών εισόδου κ.λπ.

Ενόψει όλων των παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι η αυτούσια διανομή του κοινού πιο πάνω ακινήτου σε δύο μέρη, ανάλογα με τις ως άνω ιδανικές μερίδες των διαδίκων κοινωνών, με τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και μέρη ορόφου, είναι οικονομικά ασύμφορη για τους διαδίκους κοινωνούς, αφού, όπως προεκτέθηκε, για την επαναφορά του οικοδομήματος σε κατοικήσιμη μορφή απαιτούνται δαπάνες δυσανάλογου ύψους προς την παραπάνω αξία του οικοπέδου και του κτίσματος.

Ούτε, όμως η αυτούσια διανομή του επίκοινου οικοπέδου σε δύο μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των διαδίκων κοινωνών είναι δυνατή, διότι συνεπάγεται τη δημιουργία μη αρτίων και οικοδομήσιμων οικοπέδων, εμβαδού 156,90 και 94,10 τ.μ. το καθένα, το οποίο υπολείπεται του ορίου των 1.000 τ.μ., που σήμερα απαιτείται για να είναι τα οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα στην περιοχή που βρίσκεται.

Επομένως, ο μόνος εφικτός και επωφελέστερος για τους διαδίκους τρόπος διανομής είναι η πώληση του επικοίνου ακινήτου με πλειστηριασμό, δεδομένου ότι το διανεμητέο ακίνητο είναι ένα αξιόλογο από απόψεως θέσεως και αρχιτεκτονικής κατασκευής ακίνητο, για το οποίο μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικό πλειστηρίασμα".

Και υπό τις ως άνω παραδοχές, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή διανομής της αναιρεσείουσας και διέταξε την πώληση με πλειστηριασμό του επίκοινου ακινήτου.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. 3741/1929 και του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 94/2007), τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, ανέφερε την ιδιότητα του διανεμητέου διώροφου κτίσματος, ως αρχαίου μνημείου, που χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας, ως ενιαίο σύνολο, ιδιότητα εκ της οποίας καθίσταται ανέφικτη η αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, με δεδομένη και την υφιστάμενη αντιδικία των διαδίκων, εκ της οποίας δημιουργείται κίνδυνος αυθαίρετων επεμβάσεων.

Επιπροσθέτως δε εξέθεσε και το οικονομικά ασύμφορο και δυσανάλογο με την αξία του διανεμητέου ακινήτου των επεμβάσεων, που θα απαιτηθούν, στην περίπτωση κατά την οποία οι διάδικοι προβούν σε σύνταξη μελέτης και έκδοση οικοδομικής αδείας, προκειμένου να ενισχύσουν τον φέροντα οργανισμό του κτηρίου και να επαναφέρουν αυτό σε κατοικήσιμη μορφή (σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Α.

Β.) και επιτύχουν τις απαραίτητες εγκρίσεις του Υπουργείου Πολιτισμού. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ.

β' του άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο απέρριψε τον προτεινόμενο από αμφότερους τους διαδίκους τρόπο περί αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου, κρίνοντας ότι ο μόνος εφικτός και επωφελέστερος τρόπος διανομής είναι η πώλησή του και παραβλέποντας το γεγονός ότι όλες οι τεχνικές εκθέσεις υποδεικνύουν το αντίθετο, καθώς και ότι με βάση την σημερινή κατάσταση αυτού του ερειπωμένου κτίσματος, κατασκευασμένου τον 18ο αιώνα, δεν υπάρχει περίπτωση με βάση τις επικρατούσες συνθήκες στην αγορά ακινήτων να πλειοδοτήσουν οι όποιοι υποψήφιοι υπερθεματιστές σε τιμές που να υπερβαίνουν τη σημερινή αξία του, που ανέρχεται στο ποσό των 12.496,29 ευρώ, και έτσι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία, μη προσδιοριζόμενων άλλωστε, προδήλως για τον λόγο αυτόν, κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των.

Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2166/ 2009). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1299/2009), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 403/2009).

Κατά τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφασή του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος( Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011 ). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων.

Στην προκειμένη περίπτωση με την δεύτερη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αυτούσια διανομή του επιδίκου είναι ασύμφορη για τους διαδίκους και διέταξε την δια πλειστηριασμού πώληση αυτού, προκειμένου να καταλήξει στο περί τούτου αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου μεταξύ άλλων αποδεικτικά έγγραφα, ήτοι τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Α.

Β. και Π. Κ. και την τεχνική έκθεση του Μηχανικού Δ. Τ.. Από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με τη ρητή μνεία, τόσο των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης των ως άνω πραγματογνωμόνων όσο και της τεχνικής έκθεσης του προαναφερθέντος τεχνικού συμβούλου και όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και, επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ως προς αυτά είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8, διότι, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι όλοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.

Εξάλλου, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το Δικαστήριο είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί έγγραφο, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ενώ σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή της, αλλά, αφού την ανέγνωσε σωστά, την συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 5/6-3-2014 αίτηση για αναίρεση της 102/2013 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ