152/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated152/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την ίδια προκύπτει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής : "Ο ενάγων είναι ψιλός κύριος ενός οικοπέδου επιφανείας 2.711,45 τ.μ. με την επ' αυτού κατοικία, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του ......, στο οικοδομικό τετράγωνο με αριθμό ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 152 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 152/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Σαράντου.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Γεωργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με τις από 16-1-2002 προτάσεις-ανταγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1647/2004 μη οριστική, 3203/2007 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 22-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1010 ΑΚ, αν ο κύριος ακινήτου, ανεγείροντας πάνω σ' αυτό οικοδομή, την επεκτείνει καλόπιστα στο γειτονικό γήπεδο και ο κύριος του γηπέδου δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου πριν από την ανέγερση της οικοδομής κατά μεγάλο μέρος, το Δικαστήριο μπορεί, κατά εύλογη κρίση, να επιδικάσει την κυριότητα του γηπέδου που καταλήφθηκε στον κύριο του ακινήτου που οικοδομήθηκε.
Η επιδίκαση γίνεται έναντι καταβολής της αξίας του γηπέδου κατά το χρόνο της κατάληψής του και αποκατάστασης κάθε άλλης ζημίας, ιδίως από την τυχόν μείωση του υπολοίπου. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία ουδεμία γίνεται διάκριση μεταξύ αστικών ή αγροτικών ακινήτων και η οποία ως εκ τούτου εφαρμογήν έχει και επί των δύο, προκύπτει ότι όροι για την επιδίκασή του, με την επέκταση της οικοδομής, καταληφθέντος γειτονικού γηπέδου είναι: 1) ανέγερση οικοδομής, ως τοιαύτης νοούμενης οικοδομής νέας, ενιαίας και αυτοτελούς, ως και της αυτοτελές οικοδόμημα αποτελούσης επεκτάσεως ή προσθήκης σε υπάρχουσα οικοδομή, 2) κυριότητα του ανεγείροντος την οικοδομήν επί του γηπέδου, επί του οποίου επιχειρεί να οικοδομήσει, 3) η οικοδομή αυτή, κατά την ανέγερσή της να εισέρχεται εν μέρει στο έδαφος του γειτονικού γηπέδου, 4) καλή πίστη του .ανεγείροντος την οικοδομήν, κατά το χρόνο ανεγέρσεως και επεκτάσεως αυτής στο γειτονικό γήπεδο, η οποία υπάρχει όταν αυτός όχι από αμέλεια, οιαδήποτε και επομένως και ελαφρά έχει την πεποίθηση ότι οικοδομεί εντός των ορίων του ιδικού του κτήματος, μη αρκούντος ότι έχει την πεποίθηση αυτή όχι από βαρεία αμέλεια και 5) έλλειψη διαμαρτυρίας εγκαίρου, ήτοι πριν ή κατά μέγα μέρος συντελεσθεί η οικοδομή, εκ μέρους του κυρίου του γειτονικού, στο οποίο η επέκταση της οικοδομής, γηπέδου.
Συντρεχόντων των όρων αυτών γίνεται, κατόπιν αιτήσεως του ανεγείροντος την οικοδομήν, επιδίκαση σ' αυτόν του καταληφθέντος τμήματος του γειτονικού γηπέδου, κατά την μη υποκειμένην στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εύλογο κρίση του Δικαστηρίου επί καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, περιλαμβάνούσας ως αποκαταστατέαν ζημίαν την αξίαν, κατά τον χρόνον της καταλήψεώς του, του γηπέδου και κάθε άλλην ζημίαν, ως η ενδεικτικώςεις την ως άνω διάταξη του άρθρου 1010 ΑΚ αναφερόμενη εκ της τυχόν μειώσεως της αξίας του υπόλοιπου μέρους του γειτονικού γηπέδου (ΑΠ 870/2001).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την ίδια προκύπτει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής : "Ο ενάγων είναι ψιλός κύριος ενός οικοπέδου επιφανείας 2.711,45 τ.μ. με την επ' αυτού κατοικία, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του ......, στο οικοδομικό τετράγωνο με αριθμό ...
και συνορεύει, μεταξύ άλλων νοτιοδυτικά επί πλευράς προσώπου με τη συνιδιοκτησία των ......, ......, Δ και του εναγομένου. Το εν λόγω οικόπεδο περιήλθε στην ψιλή κυριότητα του ενάγοντος, δυνάμει των νόμιμα μεταγεγραμμένων ...... και ...... συμβολαίων γονικής παροχής της Συμ/φου Αθηνών Μαρίας Κοκκόση - Μολοχτού, από τους γονείς του Α και Β, αντίστοιχα, οι οποίοι είχαν αποκτήσει τούτο, ως αγρό, εκτάσεως τότε 3.300 τ.μ.
λόγω αγοράς, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με το ...... συμβόλαιο του Συμ/φου Πειραιά Κων/νου Αφαρά η πρώτη και με το ...... συμβόλαιο του Συμ/φου Πειραιά Φραγκίσκου Ραϊση ο δεύτερος. Μετά την ένταξη στο σχέδιο πόλεως, η έκταση του άνω αγρού περιορίστηκε σε 2.711,45 τ.μ., κατόπιν της νόμιμα μεταγραφείσας διορθωμένης Πράξης εφαρμογής, που κυρώθηκε με την 11052/Τ-1064/21.4.1992 απόφαση κύρωσης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, με βάση την οποία αφαιρέθηκαν από αυτό 518 τ.μ.
από τη βορειοανατολική πλευρά του και προστέθηκε σε αυτό εδαφική λωρίδα 40 τ.μ. στη νοτιοδυτική πλευρά αυτού, προερχόμενη από την όμορη, ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων του εναγομένου Γ και Δ, για την τακτοποίηση υποχρεώσεων εισφοράς σε γη προς την ιδιοκτησία του ενάγοντος, όπως αυτή απεικονίζεται, με τον αριθμό ..., στον οικείο κτηματολογικό πίνακα.
Ο εναγόμενος, από τη συνολική έκταση ιδιοκτησίας των ανωτέρω, συνολικού εμβαδού 1.224 τ.μ, κατά τους τίτλους κτήσης, αγόρασε, κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του ...... συμβολαίου της Συμ/φου Πειραιά Νικολέττας Τζανοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μια διακεκριμένη κάθετη ιδιοκτησία, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 33,23%, όπως εμφαίνεται αυτή στο από Ιουλίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε, με τα στοιχεία "ΑΒγδΑ", και συνορεύει, μεταξύ άλλων βορειοανατολικά με ιδιοκτησία ενάγοντος.
Το εν λόγω ακίνητο οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου υπήγαγαν, πριν την άνω μεταβίβαση, στις διατάξεις του ν 3741/29 και του ν.δ. 1024/1971 μετά την ένταξη του στο σχέδιο πόλεως, με το ...... συμβόλαιο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών κατ' έκταση της ίδιας Συμ/φου. Ο εναγόμενος, αμέσως μετά την αγορά του οικοπέδου, ήτοι κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000 και αφού εκδόθηκε στο όνομά του η ......
άδεια από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία ......, άρχισε την ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο, με κάλυψη 162,44 τ.μ.. Κατά την ανέγερση της οικοδομής, δεν παραχώρησε, σύμφωνα με την κυρωθείσα πράξη εφαρμογής, η οποία είχε ήδη μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Αχαρνών στον τόμο ... με αα ... και την οποία ακολούθησε η 2259/351/95 πράξη τροποποίησης της Π/Ε, ολόκληρη την εδαφική έκταση 40,00 τ.μ.
στο οικόπεδο του ενάγοντος, όπως ώφειλε, αλλά κατέλαβε τμήμα εδάφους, που βρίσκεται στο όριο των δύο ιδιοκτησιών, όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων και ειδικότερα : Κατά την σύνταξη του προμνημονευόμενου από Ιουλίου 1999 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Ε, που χρησιμοποιήθηκε κατά τη σύνταξη του συμβολαίου μεταβίβασης της κάθετης ιδιοκτησίας, ο τελευταίος δεν έλαβε υπόψη του τις υφιστάμενες προδιαγραφές, και τούτο, διότι δεν είχε γίνει εφαρμογή των συντεταγμένων των ιδιοκτησιών, που αναφέρονται στον με αρ.
πρωτ. ...... πίνακα αναλυτικών εμβαδών ιδιοκτησιών, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Έτσι ο εναγόμενος υπέβαλε στη συνέχεια στην αρμόδια πολεοδομία τοπογραφικό διάγραμμα σύμφωνα με τα μέχρι τότε στοιχεία, το οποίο εγκρίθηκε και εκδόθηκε βάσει αυτού η ανωτέρω οικοδομική άδεια.
Ακολούθως, όμως μετά την ανέγερση του σκελετού της οικοδομής, ο ενάγων ζήτησε από τον πολιτικό μηχανικό ΣΤ τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, ο οποίος διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος κατέλαβε λωρίδα γης, που ανήκει στην ψιλή κυριότητα του ενάγοντος, εκτάσεως, κατά τους υπολογισμούς του 14.00 τ.μ.. Ωστόσο από την, έκθεση του πραγματογνώμονα - μηχανικού, ο οποίος έλαβε υπόψη του όλα τα πιο πάνω σχεδιαγράμματα και τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην έκθεσή του, προκύπτει ότι αυτή έχει έκταση 9,17 τ.μ.
και ορίζεται βόρεια επί πλευράς 26,00 μέτρων με μανδρότοιχο ιδιοκτησίας ενάγοντος, νοτιοδυτικά επί πλευράς 26,00 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένου, δυτικά επί πλευράς 0,25 μέτρων με την οδό ...... και ανατολικά επί πλευράς 0,45 μέτρων με υπόλοιπη έκταση πρώην ιδιοκτησίας των απώτερων δικαιοπαρόχων του εναγομένου.
Από την επίδικη εδαφική λωρίδα έχει οικοδομηθεί από τον εναγόμενο τμήμα αυτής, εκτάσεως 4,60 τ.μ., το οποίο κατ' ανάγκην θα επεκταθεί και στη λοιπή επίδικη έκταση μετά την ολοκλήρωση της οικοδομής, αφού στο υπάρχον κτίσμα θα προστεθούν οι τοιχοποιίες, τα σοβατίσματα και οι αντισεισμικού αρμοί. Τη διαφορά δε ως προς την έκταση του επιδίκου αιτιολογεί πλήρως ο πραγματογνώμονας, και αποδίδει στην έλλειψη των στοιχείων των συντεταγμένων των νέων ιδιοκτησιών.
Πρέπει, κατόπιν των ανωτέρω, να αναγνωρισθεί ο ενάγων ως ψιλός κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας εκτάσεως 9,17 τ.μ. και να διαταχθεί ο εναγόμενος να του αποδώσει αυτήν. Περαιτέρω, όμως, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ενήργησε με κακή πίστη ή αμέλεια ούτε ελαφρά, διότι μετά την Πράξη εφαρμογής και τακτοποίησης της εδαφικής λωρίδας των 40 τ.μ., συντάχθηκαν τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία, όλα, φέρουν μεταξύ τους ως προς το κοινά όρια και την έκταση του επιδίκου, γεγονός το οποίο δικαιολογείται από το ότι ο Ε δεν είχε λάβει υπόψη του κατά το χρόνο που συνέταξε το τοπογραφικό διάγραμμα τις υφιστάμενες συντεταγμένες, που είναι αναγκαία στοιχεία για την ακριβή αποτύπωση των ιδιοκτησιών.
Εξάλλου και, από την ...... βεβαίωση της Κοινότητας ...... πιστοποιείται ότι το επίμαχο σημείο ...... της επίδικης λωρίδας, που αναγράφεται στην ... πινακίδα της πράξης εφαρμογής, δεν αναγραφόταν προηγουμένως στον πίνακα συντεταγμένων αυτής (Πράξης Εφαρμογής). Ενόψει των ανωτέρω δεν μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενα οποιοσδήποτε βαθμός αμέλειας σχετικά με τη διαπίστωση του νέου κοινού ορίου των ιδιοκτησιών των διαδίκων, ο οποίος μάλιστα αφενός στηρίχθηκε σε σύννομα τοπογραφικά διαγράμματα, που εγκρίθηκαν από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία και προέβη στην ανέγερση της οικοδομής, αφετέρου αυτός δεν έχει υπερβεί τα υπάρχον όριο (μανδρότοιχο) που είχε τοποθετηθεί από τον ενάγοντα.
Επιπροσθέτως ο τελευταίος δεν διαμαρτυρήθηκε κατά την ανέγερση του σκελετού, παρά μόνον μετά την αποπεράτωσή του και αφού έγινε το πρώτον εφαρμογή των νέων τίτλων και βεβαιώθηκε τότε ο ίδιος περί του ορίου των δύο ιδιοκτησιών. Ο μάρτυρας Δ, που είναι ένας εκ των δικαιοπαρόχων του εναγομένου αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή του ότι υπέδειξε τα όρια στον εναγόμενο και του επέστησε την προσοχή, όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός και δεν αναιρεί την έλλειψη υπαιτιότητας του εναγομένου, με βάση τα προλεχθέντα περί των συντεταγμένων των επίμαχων σημείων.
Από όλα τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι το κοινό όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων κατά τον χρόνο ανέγερσης της οικοδομής δεν ήταν ευδιάκριτο ούτε εύκολα διαγνώσιμο και ο εναγόμενος είχε την πεποίθηση ότι οικοδομεί επί εδάφους ιδιοκτησίας του και όχι επί ξένου ...". Ακολούθως και με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος επεξέτεινε καλόπιστα την οικοδομή του στο όμορο ακίνητο του αναιρεσείοντος έχοντας δηλαδή την πεποίθηση όχι από οποιαδήποτε αμέλεια ότι οικοδομεί εντός των ορίων του δικού του ακινήτου, και έκανε μερικά, δεκτή την ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου στον οποίο επιδίκασε την πιο πάνω λωρίδα υπό την προϋπόθεση καταβολής στον αναιρεσείοντα του ποσού των 834,24 ευρώ. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1010 ΑΚ, αφού τα εκτιθέμενα παραπάνω και γενόμενα δεκτά απ' αυτό περιστατικά συνιστούν την έννοια της καλής πίστεως, όπως αυτή αναπτύσσεται στη νομική σκέψη, ότι δηλαδή τον αναιρεσίβλητο δεν βαρύνει οποιαδήποτε αμέλεια, ούτε ελαφρά, για το σχηματισμό της πεποίθησής το ότι, επεκτείνοντας την οικοδομή του στη γειτονική εδαφική λωρίδα του αναιρεσείοντος οικοδομούσε μέσα στα όρια του δικού του ακινήτου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας και να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. (ΑΠ 120/2004, Απ 656/1996, ΑΠ 819/1986).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγος της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά το οποίο "η οικοδομή δεν θεωρείται κατά μεγάλο μέρος ανεγερθείσα όταν έχει τελειώσει ο σκελετός, που είναι το πρώτο στάδιο της ανέγερσης", με το να δεχθεί ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) δεν διαμαρτυρήθηκε κατά την ανέγερση του σκελετού, παρά μόνο μετά την αποπεράτωσή του, δηλαδή ότι με την αποπεράτωση του σκελετού η οικοδομή θεωρείται ανεγερθείσα κατά μεγάλο μέρος της.
Η κρίση αυτή της απόφασης, όμως, δεν αποτελεί παραβίαση διδάγματος κοινής πείρας κατά την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, διότι το γεγονός πότε η οικοδομή έχει ανεγερθεί κατά μεγάλο μέρος αποτελεί αξιολογική κρίση και όχι νομική έννοια. Και τούτο διότι, το δικαστήριο, κρίνοντας πότε η οικοδομή έχει ανεγερθεί κατά μεγάλο μέρος, δεν θέτει γενικής φύσεως κατευθύνσεις, δυνάμενες να έχουν σημασία σε πολλές περιπτώσεις, αλλ' αρκείται στην παραπάνω εκτίμηση και, επομένως, η απόφασή του περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και για τη συγκεκριμένη διαφορά, χωρίς να αναφέρεται σε επαναλήψιμη κατάσταση πραγμάτων και έτσι υπό τις προϋποθέσεις αυτές δεν λαμβάνει χώρα υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ή κανόνα δικαίου, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αλλά το δικαστήριο προβαίνοντας σε εκτίμηση των πραγματικών περιστάσεων, εκφέρει κρίση, η οποία συμπίπτει προς την εκτίμηση αυτή, ήτοι η κρίση του, για το πότε έχει ανεγερθεί κατά μεγάλο μέρος η οικοδομή, σχηματίζεται αμέσως από την εκτίμηση των γεγονότων κάποιας συγκεκριμένης κατάστασης μη επαναλήψιμης, η οποία έτσι δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (πρβλ Ολ ΑΠ 678/1977).
Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι η αποζημίωση του αναιρεσείοντα για την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο της ψιλής κυριότητας της επίδικης λωρίδας ακινήτου ανέρχεται σε 284.270 δρχ. (834,24 €), όση δηλαδή είναι και η αντικειμενική της αξία.
Η κρίση αυτή, κατά τα εκτιθέμενα στον ως άνω λόγο αναίρεσης, αποτελεί παραβίαση του διδάγματος της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο "η αντικειμενική αξία των ακινήτων που υπολογίζεται από την εφορία δεν ανταποκρίνεται στην εμπορική τους αξία" και ακόμη "οι τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο στην περιοχή του επιδίκου ήταν πολλαπλάσιες της αντικειμενικής".
Αυτά όμως που αναφέρονται στο λόγο αυτό αφορούν μόνο τη μη χρησιμοποίηση των πιο πάνω χαρακτηριζομένων ως "διδαγμάτων κοινής πείρας" κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, με βάση και τα προεκτεθέντα, και αν ακόμη θεωρηθούν ότι τα παραπάνω περιστατικά αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας και όχι απλά πραγματικά επιχειρήματα για στήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος, δεν προβάλλεται αιτίαση που εμπίπτει στο άρθρο 560 παρ.1 β' ΚΠολΔ και ο λόγος που κρίνεται είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 3203/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ