Legislator Case Law & Legislation
152/2007 AI generated

152/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 152/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2004 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Πατρών.

Legislator headnote

AI generated

152/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο ΄Αρειος Πάγος επισκοπεί την απόφαση, από την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι προκύπτει δεδικασμένον και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του, που πλήττεται με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως. Επομένως, η απόφαση αυτή πρέπει να προσκομίζεται το βραδύτερο κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, διαφορετικά ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 152 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 152/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας και ΥΠΕΧΩΔΕ, οι οποίοι κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2004 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Πατρών.

Εκδόθηκε η 1167/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Ιουνίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 561 παρ. 2 και 568 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα για τον προσδιορισμό δικασίμου της αναιρέσεως και πάντως κατά τη συζήτησή της πρέπει να προσκομίζονται και όσα έγγραφα είναι αναγκαία για τη διάγνωση του κατ΄ ουσίαν βασίμου των λόγων αναιρέσεως, τα οποία για το σκοπό αυτό ο ΄Αρειος Πάγος επισκοπεί.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο ΄Αρειος Πάγος επισκοπεί την απόφαση, από την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι προκύπτει δεδικασμένον και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του, που πλήττεται με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως. Επομένως, η απόφαση αυτή πρέπει να προσκομίζεται το βραδύτερο κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, διαφορετικά ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 68, 111,118 αριθ. 3, 215, 216 παρ. 1 και 227 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι διάδικοι είναι τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, ενώσεις προσώπων κλπ, τα οποία καθορίζονται στο δικόγραφο της αγωγής και κάθε άλλου ένδικου βοηθήματος, στο όνομα των οποίων ή κατά των οποίων ζητείται η παροχή έννομης προστασίας.

Έτσι, και στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων ενώπιον του Εφετείου, κατά τα άρθρα 9 παρ. 4, 13, 14, 19, 20 και 21 του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), η οποία αρχίζει με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, δηλαδή του βεβαρημένoυ με την καταβολή της αποζημιώσεως ή εκείνου υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή εκείνων που αξιώνουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω στα απαλλοτριούμενα ακίνητα, και διεξάγεται κατ' αντιδικία με τους αναφερομένους στον κτηματολογικό πίνακα εικαζομένους ιδιοκτήτες των ακινήτων αυτών, διάδικοι είναι ο αιτών βεβαρημένος ή υπερού η απαλλοτρίωση και οι καθών στρέφεται η αίτηση εικαζόμενοι ιδιοκτήτες των απαλλοτριουμένων ακινήτων, των οποίων ζητείται ο προσδιορισμός της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία τους.

Εξάλλου, η δίκη αυτή έχει ως αντικείμενο την αποζημίωση στο σύνολό της, δηλαδή τη χορήγηση της αποζημιώσεως, τον προσδιορισμό της ωφέλειας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση, αλλά και κάθε άλλο συναφές με αυτή θέμα και την δικαστική δαπάνη, δεδομένου ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ανίσχυρος, ως προσκρούων στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Επομένως, στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορεί να υποβληθεί και αίτημα για την αναγνώριση του ιδιοκτήτη του ακινήτου, το οποίο αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό, ότι δεν είναι ωφελούμενος από την απαλλοτρίωση κι' έτσι δεν πρέπει να υποχρεωθεί σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών ή σε αυτοαποζημίωση, όπως αντιθέτως αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, οπότε το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει και το αίτημα αυτό κατά την ίδια διαδικασία (Ολ.

ΑΠ 10 και 11/2004). Σύμφωνα όμως με τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, με το οποίο το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 653/1977,έγινε μαχητό, το αίτημα της αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας υποχρεώσεως του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου σε αυτοαποζημίωση ως μη ωφελουμένου από την απαλλοτρίωση μπορεί να υποβληθεί και εκτός του πλαισίου της δίκης καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του αρμόδιου για τη δίκη αυτή Εφετείου κατά τη διαγραφόμενη στην ανωτέρω πρώτη διάταξη διαδικασία.

Επομένως, ενόψει και της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, που ορίζει, ότι η υποβολή της αιτήσεως για διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ως προς την αναγραφόμενη σ' αυτόν ωφέλεια του εικαζομένου ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου δεν αναστέλλει τη διαδικασία της απαλλοτριώσεως, το ζήτημα της υπάρξεως ή μη ωφέλειας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό, και της εξ αυτής υποχρεώσεως σε αυτοαποζημίωση είναι διάφορο εκείνου του καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, δεν εμποδίζει την έναρξη ή την εξακολούθηση της διαδικασίας αυτού και η επίλυσή του δεν αποτελεί προϋπόθεση του προσδιορισμού της οριστικής αποζημιώσεως.

Εντεύθεν ακολουθεί, ότι η αναγραφόμενη στον κτηματολογικό πίνακα υποχρέωση του εικαζομένου ιδιοκτήτη απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο στη διανοιγόμενη οδό, σε αυτοαποζημίωση δεν αίρει την ιδιότητα αυτού, κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως ακινήτου του, ως διαδίκου στη δίκη αυτού και δη ως στερουμένου έννομου συμφέροντος, δεδομένου ότι αυτός έχει δικαίωμα και μετά την εν λόγω δίκη να ζητήσει την άρση της πιο πάνω υποχρεώσεώς του ως μη ωφελουμένη από την απαλλοτρίωση.

Επίσης συνάγεται, ότι ο καθορισμός της οριστικής αποζημιώσεως μετά τη θέσπιση της πιο πάνω διατάξεως του ν. 2971/2001, με την οποία το κατά το ν. 653/1977 αμάχητο τεκμήριο της ωφέλειας έγινε μαχητό, δεν έχει διαφορετική νομική αιτία, αφού δεν έχει ως νομική βάση και τις διατάξεις των νόμων αυτών, ούτε η ύπαρξη ή μη της ωφέλειας αποτελεί κατά νόμο αυξομειωτικό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου παράγοντα κι' επομένως η θέσπιση της νέας αυτής διατάξεως δεν συνιστά μεταβολή του νομικού καθεστώτος του καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, πολύ περισσότερο όταν η σχετική περί αυτού αίτηση ασκήθηκε και συζητήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος των άνω διατάξεων του ν. 2971/2001.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α' του ΚΑΑΑ, κατά της αποφάσεως περί οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ, όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο.

Δεδικασμένο παράγεται και όταν η τελεσίδικη δικαστική απόφαση είναι εσφαλμένη για οποιοδήποτε λόγο, ανατρέπεται δε μόνο με την εξαφάνιση της αποφάσεως μετά από επιτυχή άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ή αναψηλαφήσεως. Από τα παραπάνω σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η απόφαση του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων της σχετικής δίκης, το οποίο λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, με συνέπεια η υποβαλλόμενη από κάποιον από τους διαδίκους νέα αίτηση οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως να καθίσταται απαράδεκτη και ν' απορρίπτεται (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Στη προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από τη διάταξη του αριθ. 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ΄ότι υπάρχει δεδικασμένο για την αίτηση του αναιρεσείοντος περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως του αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου του από την 842/2004 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία, μετά από σχετική αίτηση του υπερού η απαλλοτρίωση αναιρεσιβλήτου, που στρεφόταν και εναντίον εκείνου, καθόρισε την οριστική αποζημίωση και για την ανωτέρω ιδιοκτησία, διότι :

α) Ο αναιρεσείων μόνο μετά την έκδοση, στις 14.12.2004, της 1167/2004 αποφάσεως του ίδιου Εφετείου, με την οποία, κατόπιν αιτήσεώς του και κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ήρθη το τεκμήριο ωφέλειας του από την απαλλοτρίωση και η βάση αυτού υποχρέωσή του προς αυτοαποζημίωση για το πιο πάνω ακίνητό του, που αναγραφόταν στον οικείο κτηματολογικό πίνακα, απέκτησε δικαίωμα αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία του κι΄ επομένως προηγουμένως, στη δίκη εκείνη, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, από την οποία κρίθηκε ότι παράγεται δεδικασμένο, δεν ήταν ούτε μπορούσε να είναι διάδικος λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος.

β) Δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας, αφού έως την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, με την οποία ήρθη το τεκμήριο ωφελείας του από την απαλλοτρίωση, ίσχυε για το απαλλοτριωθέν ακίνητο του αναιρεσείοντος ο ν. 653/1977, που καθιέρωνε το τεκμήριο αυτό ως αμαχητό, μετά όμως την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς, που διείπε την ιδιοκτησία του κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, που θέσπισε το τεκμήριο ωφέλειας ως μαχητό κι΄ έτσι παρεμβλήθηκε μεταξύ της εκδόσεως της αποφάσεως, που φέρεται ότι παράγει δεδικασμένο, και της αιτήσεώς του περί προσδιορισμού της οριστικής αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του και της εκδοθείσης επ' αυτής προσβαλλομένης αποφάσεως αλλαγή του νομικού καθεστώτος και το δικαίωμά του στηριζόταν πλέον σε άλλο κανόνα δικαίου (άρθρ. 33 ν. 2971/2001).

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος, προεχόντως, διότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, από την οποία το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπάρχει δεδικασμένο για την αίτησή του περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναιρέσεως και πιο πάνω αναφερόμενα περιστατικά και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη : 1) ο αναιρεσείων ήταν διάδικος και στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου, που καθόρισε την οριστική αποζημίωση για την ιδιοκτησία του, την ιδιότητά του δε αυτή δεν αίρει το γεγονός, ότι κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχε διαγραφεί η αναγραφόμενη στον κτηματολογικό πίνακα υποχρέωσή του σε αυτοαποζημίωση΄ β) δεν υπάρχει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που ρύθμιζε το δικαίωμα του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως κατά το χρόνο της προηγουμένης εφετειακής αποφάσεως σε σχέση με εκείνο, που διείπε το δικαίωμα αυτό κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως του αναιρεσείοντος και της επ΄ αυτής εκδοθείσας αποφάσεως, που αναιρεσιβάλλεται, έτσι ώστε δεν συντρέχει διαφορετική νομική αιτία, που θεμελιώνει το κριθέν στις δύο αυτές περιπτώσεις δικαίωμα.

Επομένως δεν συντρέχουν οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα λόγοι, που αποκλείουν την ύπαρξη δεδικασμένου από την προηγούμενη απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, διότι με το ν΄ απορρίψει την αίτησή του περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος λόγω δεδικασμένου, καίτοι δεν υπήρχε, και να μην προχωρήσει στην κατ΄ ουσίαν εξέταση της αιτήσεώς του στον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως στο ίδιο τουλάχιστον ποσό, που προσδιόρισε την αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα γειτονικά ακίνητα, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί παροχής έννομης προστασίας.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν πλήττεται επιτυχώς η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί υπάρξεως δεδικασμένου.

Επειδή μετά τα παραπάνω πρέπει ν΄ απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που επιδικάζονται πλήρη, αφού στην παραπάνω διαδικασία δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατ΄ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (ΟΛ. ΑΠ 27/2003 και 8/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-6-2005 αίτηση του ... για αναίρεση της 1167/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

-Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ