Legislator Case Law & Legislation
1529/2024 AI generated

Appeal dismissed; request for restitution rejected due to lack of specific breakdown of paid amounts.

Case Number 1529/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a labor dispute judgment while rejecting the request for restitution of funds. The appellant argued for a return to the pre-judgment status, but the court found the request inadmissible because it failed to distinguish payments made regarding the appealed portion from those made regarding the unappealed portion. Consequently, the case was remitted for further examination with a specific order to separate the amounts and reasons for each payment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579 para. 2 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; A request for restitution must specify the exact amounts paid for the appealed part versus the unappealed part, otherwise it is rejected as vague and the case is remitted for clarification.

Keywords

AI generated
restitution of things partial appeal vague request labor dispute court costs remittal for retrial specificity requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 para. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 649 and 653 of the Civil Code
Article 1 of Law 1876/1990
Article 2 of Decree-Law 3765/1957
Article 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 216 and 217 of the Code of Civil Procedure
Articles 178 para. 1, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1529 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1529/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ Γ. Α.Ε.Μ.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αρετής Βλαστού, η οποία κατέθεσε προτάσεις και το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Λύτρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 461/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1174/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 23.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης 2657/253/23.03.2023, αίτηση αναίρεσης της, κατ' έφεση, εν μέρει ηττηθείσας εφεσιβλήτου (εναγομένης), με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 1174/07.03.2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, 1 του ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" και 2 επ. του ν.δ/τος. 3765/1957, προκύπτει ότι "γνήσια ετοιμότητα προς εργασία" υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, από όπου, πάντως, μόλις κληθεί, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις, οπότε θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας, και έτσι η ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική εργασία, διότι, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, και εφαρμόζονται σ' αυτήν όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα αυτές για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αποζημίωση και τις προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες κ.λπ.

Αντίθετα, "μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα για εργασία" ή "ετοιμότητα κλήσης" υπάρχει όταν ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του εργοδότη, χωρίς να υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί, παράλληλα, την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες.

Γι' αυτό στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες. Για τον λόγο αυτό, στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός, με τον ίδιο δε τρόπο υπολογίζονται και τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας (ΟλΑΠ 10/2009, ΑΠ 9/2023, 1238/2022, 22/2018, 230/2016).

Μεταξύ των περιπτώσεων αυτών είναι δυνατό, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), να υπάρξουν και "ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας", ανάλογα προς την ένταση της απαιτούμενης εγρήγορσης του μισθωτού, οπότε, ανάλογα υπολογίζονται και οι αποδοχές του (ΟλΑΠ 10/2009, ΑΠ 22/2018). Το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι θέμα απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη μία ή την άλλη κατηγορία (ΟλΑΠ 10/2009, ΑΠ 9/2023, 1238/2022, 22/2018), αλλά, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών σε κάποια από τις ως άνω μορφές ετοιμότητας (ΑΠ 22/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 517/2021, 559/2020, 1259/2019, 1033/2019, 1265/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας εργασίας (που επιδρά στις ώρες απασχόλησης και εντεύθεν τις επίδικες πρόσθετες αμοιβές και αποζημιώσεις) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στην επιχείρηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών-ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εφεσίβλητη-εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων στο Κορωπί Αττικής, στη 1.9.2006, ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έκτοτε δε, απασχολήθηκε, με τον τρόπο αυτό, ήτοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας ίσης με εκάστη σχολική χρονιά, μέχρι και τις 15.6.2016, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης.

Αν και με τις ανωτέρω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί, ότι ο ενάγων θα απασχολείται επί πέντε ημέρες (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) και 30 ώρες εβδομαδιαίως (ήτοι από 7.00' ώρα έως 8.30' ώρα και από 13.30' ώρα έως 17.00' ώρα επί 4 εργάσιμες ημέρες και από 7.00' ώρα έως 17.00' ώρα επί 1 εργάσιμη ημέρα), ο τελευταίος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παρείχε τις υπηρεσίες του από Δευτέρα έως και Παρασκευή από τις 6.30' π.μ.

έως τις 17.30' μ.μ., ήτοι επί 11 ώρες ημερησίως και 55 ώρες εβδομαδιαίως. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων οδηγώντας ένα από τα σχολικά λεωφορεία της εναγόμενης πραγματοποιούσε καθημερινά δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της εναγόμενης που βρίσκονται στη θέση "..." ...

από τις 6.30 π.μ. έως τις 8.30 π.μ., ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών στις κατοικίες τους από ώρα 14.00 μ.μ. έως 17.30 μ.μ., δεδομένου ότι άλλοι μαθητές σχολούσαν στις 14.00 μ.μ. και άλλοι στις 16.00 μ.μ., μη συμπεριλαμβανομένου στο ημερήσιο ωράριο εργασίας του ενάγοντος του χρόνου μετάβασης από την οικία του στο σημείο παραλαβής του πρώτου μαθητή, ούτε του χρόνου επιστροφής του σε αυτήν από το σημείο παράδοσης του τελευταίου μαθητή, μετά τη λήξη των μαθημάτων.

Κατά τις ενδιάμεσες ώρες, ήτοι από τις 8.30 π.μ. που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης μέχρι τις 13.30 μ.μ. που το λεωφορείο έπρεπε να είναι έτοιμο προκειμένου να παραλάβει τους αποχωρούντες μαθητές, ο ενάγων στη μία ημέρα της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέμενε υποχρεωτικά στις εγκαταστάσεις του σχολείου, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες της εναγόμενης, μεταβαίνοντας σε τράπεζες, ταχυδρομεία κ.λπ.

Κατά τις υπόλοιπες τέσσερεις ημέρες της εβδομάδας, ο ενάγων τις ενδιάμεσες αυτές ώρες παρέμενε στις εγκαταστάσεις του σχολείου της εναγόμενης στο Κορωπί Αττικής, όπου απασχολούνταν κάθε μία από τις ημέρες αυτές, με τον έλεγχο (εξωτερικά και εσωτερικά) της κατάστασης του λεωφορείου που οδηγούσε, προκειμένου να διαπιστώσει τυχόν βλάβες και να τις επισημάνει στο συνεργείο επισκευής, με την καθαριότητα του λεωφορείου εξωτερικά και εσωτερικά, την επιδιόρθωση καθισμάτων, σκιάστρων και ζωνών ασφαλείας λόγω φθορών από τη χρήση τους, καθώς και τον εφοδιασμό του με καύσιμα, ήτοι με εργασίες συναφείς προς την κύρια απασχόλησή του ως οδηγού λεωφορείου, υπεύθυνου για την ασφαλή και ορθή λειτουργία του, οι οποίες απαιτούσαν δύο ώρες συνολικά για την εκτέλεσή τους κάθε φορά, διατηρώντας παράλληλα, σε ολόκληρο αυτό το ενδιάμεσο διάστημα, τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή τους από την εναγόμενη, όπως στην περίπτωση μεταφοράς μαθητών στο νοσοκομείο, ή σε ημερήσιες σχολικές εκδρομές (σε θέατρα, μουσεία ή στην εξοχή), ή σε άλλες δραστηριότητες (π.χ.

αθλοπαιδιές) των εκπαιδευτηρίων της, ευρισκόμενος, ως εκ τούτου (ο ενάγων) σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία.". Στη συνέχεια, το Εφετείο, δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν επί 11 ώρες κάθε εργάσιμη ημέρα και επί 55 ώρες κάθε εβδομάδα και εντεύθεν πραγματοποιούσε κάθε εβδομάδα 7,5 ώρες απλής επιπλέον εργασίας (όπως ο ίδιος ζητεί), 5 ώρες υπερεργασίας και 10 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης και δικαιούται, ενόψει και των εκάστοτε μηνιαίων αποδοχών του και των αντίστοιχων προσαυξήσεων, για απλή επιπλέον εργασία, υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση ως και για διαφορές των επιδομάτων εορτών, αποδοχών και επιδομάτων αδείας, λόγω του μη συνυπολογισμού σ' αυτά των αμοιβών του για την παρεχόμενη απλή επιπλέον εργασία και υπερεργασία, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.05.2011 έως 15.06.2016 (πλην του χρονικού διαστήματος από 16 Ιουνίου έως και 02 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, κατά το οποίο δεν ήταν σε ισχύ η εκάστοτε σύμβαση εργασίας του) το συνολικό ποσό των 43.723,53 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα ειδικώς αναφερόμενα.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού δέχτηκε την, από 25.09.2022 και με αριθμό κατάθεσης 97177/4980/2022, έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη 461/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την, από 18.06.2021 και με αριθμό κατάθεσης 49660/1308/2021, ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και είχε επιβάλει στον ενάγοντα χρηματική ποινή 500 ευρώ κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ, και, αφού κράτησε την υπόθεση για κατ' ουσίαν έρευνα, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω συνολικό ποσό νομιμοτόκως.

Με τις ως άνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αφενός της γνήσιας και αφετέρου της μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία, εν σχέσει με το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταφοράς των μαθητών, ήτοι των ωρών 8.30'-13.30', κατά τις τέσσερις (4) ημέρες της εβδομάδας, κατά τις οποίες ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν ευρισκόταν σε καθεστώς "εφημερίας", το οποίο είχε ουσιώδη επιρροή για την ουσιαστική διάγνωση του δικαιώματός του να αξιώσει πρόσθετες αμοιβές και αποζημιώσεις για τις ώρες, κατά τις οποίες παρέμενε στο σχολείο της αναιρεσείουσας μεταξύ της 08.30' ώρας, που ολοκληρωνόταν η προσέλευση μαθητών στο σχολείο και της 13.30' ώρας, που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για τη μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών ή για μέρος μόνο αυτών των ανωτέρω ημερών.

Ειδικότερα, με τις παραδοχές που αναφέρθηκαν, το Εφετείο δεν κατέστησε σαφή τη διάκριση μεταξύ αφενός της μιας ημέρας εκάστης εβδομάδος, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) είχε "εφημερία" (της οποίας το ωράριο και η φύση της εργασίας, σημειωτέον ότι, δεν βάλλονται με τον προκείμενο λόγο αναίρεσης) και παρέμενε υποχρεωτικά (και τις ενδιάμεσες ώρες) στις εγκαταστάσεις του σχολείου, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες της αναιρεσείουσας (εναγόμενης), μεταβαίνοντας σε τράπεζες, ταχυδρομεία κ.λπ., χωρίς να περιγράφει ποιες ήταν αυτές οι "και λοιπές" εργασίες που εκτελούσε κατά την ημέρα αυτή (εφημερίας), ώστε να καταστεί σαφές ότι δεν περιλαμβάνονταν αυτές στις εργασίες που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη ότι εκτελούνταν τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας, κατά τις οποίες ο αναιρεσίβλητος δεν βρισκόταν σε εφημερία, μερικές των οποίων (ανάγκη μεταφοράς μαθητών στο νοσοκομείο ή σε ημερήσιες σχολικές εκδρομές ή πολιτιστικές ή αθλητικές εκδηλώσεις), εξάλλου, από τη φύση τους υπάγονται στα καθήκοντα της "εφημερίας" και αφετέρου των ετέρων τεσσάρων (4) ημερών εκάστης εβδομάδος, κατά τις οποίες ο αναιρεσίβλητος δεν είχε "εφημερία", αλλά παρά ταύτα παρέμενε στο σχολείο (τις ενδιάμεσες ώρες), όπου απασχολούνταν, κάθε μία από τις ημέρες αυτές, με άλλες εργασίες οι οποίες αφορούσαν τον έλεγχο της κατάστασης του λεωφορείου για τυχόν βλάβες, την καθαριότητά του, τις μικροεπισκευές (επιδιόρθωση καθισμάτων, σκιάστρων και ζωνών ασφαλείας) και τον εφοδιασμό του με καύσιμα, και απαιτούσαν δύο ώρες συνολικά για την εκτέλεσή τους κάθε φορά, χωρίς να αναφέρει, το Εφετείο, ποια ανάγκη υπαγόρευε την σε καθημερινή βάση εκτέλεση των εργασιών αυτών, οι οποίες όμως, σύμφωνα με την κοινή πείρα, είναι μεν συνήθεις, αλλά όχι καθημερινές, ούτε αιτιολογεί για ποιο λόγο οι εργασίες αυτές ή έστω μέρος αυτών δεν μπορούσαν να εκτελεστούν κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας εφημερίας του αναιρεσιβλήτου, σε συνδυασμό με το ότι δεν αναφέρεται πόσος χρόνος απαιτείτο για την εκτέλεση των εξωτερικών εργασιών που πραγματοποιούσε κατά την ημέρα αυτή (εφημερίας) κάθε φορά, ενώ παράλληλα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσείων, κατά το ενδιάμεσο αυτό διάστημα των τεσσάρων ημερών, ήταν σε εγρήγορση προκειμένου η αναιρεσείουσα να έχει τη δυνατότητα, ανά πάσα στιγμή, να του αναθέτει εργασίες μεταφοράς μαθητών στο νοσοκομείο ή σε ημερήσιες σχολικές εκδρομές ή πολιτιστικές ή αθλητικές εκδηλώσεις των εκπαιδευτηρίων της, εργασίες, όμως, που από τη φύση τους, όπως προαναφέρθηκε, υπάγονται στα καθήκοντα της "εφημερίας", και χωρίς να αιτιολογεί το Εφετείο, για ποιό λόγο, εφόσον υπήρχε ανάγκη για παροχή εργασίας από τον αναιρεσίλβητο κατά τις υπόλοιπες αυτές τέσσερις ημέρες της εβδομάδας δεν είχαν ορισθεί συμβατικώς και οι ημέρες αυτές ή κάποια από αυτές, επίσης ως ημέρα "εφημερίας", ούτε προσδιορίζει εάν η παραμονή του αναιρεσιβλήτου στις εγκαταστάσεις του σχολείου της αναιρεσείουσας κατά τον ενδιάμεσο αυτό χρόνο μεταφοράς των μαθητών ήταν απόρροια συμβατικής υποχρέωσής του ή εντολής της αναιρεσείουσας εργοδότριάς του, ώστε να υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις και να είναι σε θέση να προσφέρει την εργασία του αμέσως όταν του ζητηθεί ή είχε παράλληλα την ευχέρεια να αναπαυθεί εντός των εγκαταστάσεων αυτών ή να χρησιμοποιεί κατά διαφορετικό τρόπο τις εργασιακές του δυνάμεις.

Με τις ανεπαρκείς αυτές αιτιολογίες και τις ασάφειες αυτές, δεν καθίσταται βέβαιο εάν η γνήσια ετοιμότητα του αναιρεσίβλητου προς εργασία κατά τις ενδιάμεσες ώρες υπήρχε [πέραν από τη μία ημέρα της εβδομάδος, ήτοι, όταν ο αναιρεσίβλητος είχε "εφημερία", ως προς την οποία δεν αναιρεσιβάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση] και κατά τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες ή ως προς αυτές υπήρχε απλή (μη γνήσια) ετοιμότητα για εργασίας, ήτοι ετοιμότητα κλήσεως, κατά τη διάρκεια της οποίας ο αναιρεσίβλητος, έχοντας χρονική άνεση και μη θέλοντας να παραμένει αργός, επιδιδόταν σε εργασίες ευπρεπισμού του λεωφορείου χωρίς αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1366/2023, 1964/2022, 176/2019, 1081/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου ...". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια ιδρύεται, μόνο όταν οι κανόνες, που φέρεται ότι έχουν παραβιαστεί, είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνες που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντίθετα, δεν ιδρύεται η παραπάνω πλημμέλεια, όταν οι κανόνες, που φέρονται, ότι έχουν παραβιαστεί, είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 459/2023, 177/2010).

Επίσης, και ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, αναφέρεται - όπως και ο άνω από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ - στην παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1559/2022, 98/2013, 320/2012). Δικονομικού δικαίου διάταξη, η παράβαση της οποίας δεν ιδρύει, λόγω της φύσης της αυτής, τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες, είναι και εκείνη του άρθρου 116 KΠολΔ περί καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης, ειδική έκφανση της οποίας αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους, η παράβαση του οποίου μπορεί να έχει ως κύρωση, κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών που επίσης συνιστά κανόνα δικονομικού δικαίου (ΑΠ 459/2023, 761/2020).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σε σχέση με το ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου και της εφαρμογής του άρθρου 205 ΚΠολΔ, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι κατά το παρελθόν και άλλοι οδηγοί σχολικών λεωφορείων, εργαζόμενοι στα εκπαιδευτήρια της εφεσίβλητης-εναγόμενης, είχαν ασκήσει αγωγές με όμοιο περιεχόμενο με αυτό της ανωτέρω αγωγής, μεταξύ δε αυτών ήταν και οι Κ.

Κ. και Ι.-Α. Σ., που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τις υπ' αριθ. κατάθ. 100027/2774/2009 και 100035/2775/2009 αγωγές, οι οποίες συζητήθηκαν στη 1.3.2011 και στις 6.5.2010, αντίστοιχα. Προς απόκρουση των αγωγών αυτών, η εφεσίβλητη-εναγόμενη επικαλέστηκε και προσκόμισε ένορκες βεβαιώσεις 56 οδηγών που εργάζονταν σε αυτή ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Π. Μεταξύ δε αυτών των οδηγών περιλαμβάνεται και ο εκκαλών-ενάγων, ο οποίος στην υπ' αριθ. 6363/3.5.2010 ένορκη βεβαίωσή του κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι οι ώρες εργασίας των οδηγών σχολικών λεωφορείων στα εκπαιδευτήρια της εναγόμενης δεν υπερβαίνουν τις 38 ώρες κάθε εβδομάδα, ότι κατά τον ενδιάμεσο χρόνο (από ώρα 8.30' έως ώρα 13.30') οι οδηγοί είναι ελεύθεροι υπηρεσίας και μπορούν να φύγουν από το σχολείο, ότι όσοι οδηγοί επιθυμούν να παραμείνουν στο σχολείο, παραμένουν χωρίς καμία υποχρέωση για παροχή οποιασδήποτε εργασίας και ότι σε περίπτωση που κάποιος οδηγός απασχοληθεί πέραν του συμβατικού του ωραρίου, αποζημιώνεται νόμιμα.

Επιπλέον, ο ενάγων, στο πλαίσιο της συζήτησης αγωγών των πρώην συναδέλφων του Θ. Σ. και Ν. Σ. κατά της εναγόμενης στις 12.11.2013 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και στις 21.5.2013 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, άσκησε μαζί με άλλους 51 συναδέλφους του οδηγούς πρόσθετη υπέρ της εναγόμενης παρέμβαση προς απόκρουση των ανωτέρω αγωγών, επικαλούμενος τον κίνδυνο απομάκρυνσης αυτού και των ως άνω συναδέλφων του από την πιο πάνω εργασία τους, σε περίπτωση ευδοκίμησης των ανωτέρω αγωγών.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το περιεχόμενο τόσο της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης του ενάγοντος όσο και των πρόσθετων υπέρ της εναγόμενης παρεμβάσεων, βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τα διαλαμβανόμενα στην υπό κρίση αγωγή του. Ωστόσο, η χορήγηση εκ μέρους του ενάγοντος της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης και η εκ μέρους του άσκηση των πιο πάνω πρόσθετων υπέρ αυτής (εναγόμενης) παρεμβάσεων εντάσσονται στο δικανικό σχεδιασμό της εναγόμενης προς απόκρουση των παραπάνω αγωγών και έγιναν αποκλειστικά με δική της βούληση και πρωτοβουλία και ειδικότερα αξίωσε επιτακτικά και από τον ενάγοντα να προβεί στις πιο πάνω ενέργειες, ο δε ενάγων, υπό την ψυχολογική πίεση της διακινδύνευσης της πιο πάνω θέσης εργασίας του σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του προς τις επιταγές της εναγόμενης και παρότι δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενο της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης και των ανωτέρω πρόσθετων υπέρ της εναγόμενης παρεμβάσεων, συμμορφώθηκε προς τις επιταγές της εναγόμενης. ...

Το γεγονός δε ότι ο ενάγων προέβη στις πιο πάνω ενέργειες υπό την ψυχολογική πίεση της διακινδύνευσης της θέσης εργασίας του και ότι απλώς συμμορφώθηκε στις επιταγές της εναγόμενης, μη έχοντας ουσιαστικά περιθώρια αντίδρασης, ήταν γνωστό στην εναγόμενη και επομένως δεν δικαιολογείται η δημιουργία στην τελευταία της καλόπιστης και εύλογης πεποίθησης ότι ο ενάγων δεν διατηρεί εναντίον της αντίστοιχου περιεχομένου αξιώσεις.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως των αξιώσεων του ενάγοντος επειδή ο τελευταίος κατά το παρελθόν είχε προβεί στις ως άνω ενέργειες, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Για τους ίδιους δε ως άνω λόγους και καθώς ο ενάγων δεν παραβίασε με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής το καθήκον της αλήθειας, το αίτημα της εναγόμενης να επιβληθεί σε βάρος του ενάγοντος χρηματική ποινή κατ' άρθρο 205 του Κ.Πολ.Δ.

κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμο και απορριπτέο.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την, πρωτοδίκως προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και παραδεκτώς επαναφερθείσα στο εφετείο, ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως των αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και εν συνεχεία, αφού δέχθηκε τον σχετικό λόγο έφεσης του τελευταίου, εξαφάνισε (και ως προς τούτο) την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα της εναγομένης περί επιβολής σε βάρος του (ενάγοντος) χρηματικής ποινής κατ' άρθρο 205 του ΚΠολΔ (αίτημα που είχε κάνει δεκτό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' και 19 του ΚΠολΔ, λόγω παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ με την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της, πρωτοδίκως προβληθείσας εκ μέρους του και παραδεκτώς επαναφερθείσας στο εφετείο, ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, λόγω προδήλου αντιφάσεως του προς την προηγούμενη συμπεριφορά του, δια της δόσεως ενόρκου βεβαιώσεως υπέρ της (εναγομένης) σε χρόνο ανύποπτο της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής του, επί συναφούς αγωγής άλλου οδηγού, βεβαιώνοντας γεγονότα ευρισκόμενα σε πλήρη αντίθεση προς τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή του και δια της ασκήσεως, μαζί με άλλους 51 συναδέλφους του οδηγούς, πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της (εναγομένης) προς απόκρουση αντιστοίχου περιεχομένου και αιτημάτων αγωγών πρώην συναδέλφων του, αλλά και λόγω του ότι η συμπεριφορά αυτή έχει ιδιαίτερη ηθική απαξία, τόσο έναντι των συνάδελφων του οδηγών καθ' ων η ένορκη βεβαίωση και η πρόσθετη παρέμβαση όσο και ως προς την ίδια την εναγομένη και της δημιούργησε ευλόγως και καλοπίστως, την πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν διατηρεί έναντι αυτής αντιστοίχου περιεχομένου αξιώσεις, όπως εκείνες, που ο ίδιος δια των ανωτέρω ενεργειών είχε διαψεύσει και αποκρούσει και δεν πρόκειται να ασκήσει αντιστοίχου περιεχομένου αγωγή εναντίον της.

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού με αυτόν, υπό την επίφαση συνδρομής των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, ότι δηλαδή η χορήγηση εκ μέρους του ενάγοντος της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης και η εκ μέρους του άσκηση των πιο πάνω πρόσθετων υπέρ της εναγόμενης παρεμβάσεων εντάσσονται στο δικανικό σχεδιασμό της εναγόμενης προς απόκρουση των σχετικών αγωγών και έγιναν αποκλειστικά με δική της βούληση και πρωτοβουλία και ειδικότερα αξίωσε επιτακτικά και από τον ενάγοντα να προβεί στις πιο πάνω ενέργειες, ο οποίος, υπό την ψυχολογική πίεση της διακινδύνευσης της θέσης εργασίας του σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του προς τις επιταγές της εναγόμενης και παρότι δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενο των ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης και πρόσθετων υπέρ της εναγόμενης παρεμβάσεων, συμμορφώθηκε προς τις επιταγές της εναγόμενης.

Το γεγονός δε ότι ο ενάγων προέβη στις πιο πάνω ενέργειες υπό την ψυχολογική πίεση της διακινδύνευσης της θέσης εργασίας του και ότι απλώς συμμορφώθηκε στις επιταγές της εναγόμενης, μη έχοντας ουσιαστικά περιθώρια αντίδρασης, ήταν γνωστό στην εναγόμενη και επομένως δεν δικαιολογείται η δημιουργία στην τελευταία της καλόπιστης και εύλογης πεποίθησης ότι ο ενάγων δεν διατηρεί εναντίον της αντίστοιχου περιεχομένου αξιώσεις.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει εσφαλμένως την προβαλλόμενη από την ίδια ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου λόγω της αντιφατικής συμπεριφοράς αυτού να χορηγήσει ένορκη βεβαίωση υπέρ της (αναιρεσείουσας), στο πλαίσιο συναφούς αγωγής τρίτου οδηγού σχολικού λεωφορείου αυτής, βεβαιώνοντας γεγονότα ευρισκόμενα σε πλήρη αντίθεση με τα διαλαμβανόμενα στην εκ των υστέρων ασκηθείσα ένδικη αγωγή του, εσφαλμένως απέρριψε κατ' ακολουθίαν και το αίτημα αυτής περί καταδίκης του σε χρηματική ποινή τάξεως, διότι είχε παραβιάσει το καθήκον αληθείας, κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ, επιπροσθέτως δε κήρυξε, παρά τον νόμο, απαράδεκτο, διότι απέρριψε το αίτημά της (αναιρεσείουσας) προς επιβολή στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο χρηματικής ποινής τάξεως, κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια των αριθμών 1, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 281 και 914 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός αναίρεση κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αναιρετική πλημμέλεια εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκ της απόρριψης του αιτήματός της περί επιβολής χρηματικής ποινής στον ήδη αναιρεσίβλητο κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην οικεία νομική σκέψη, διότι, η αποδιδόμενη αιτίαση αφορά σε παραβίαση κανόνος δικονομικού (άρθρο 205 του ΚΠολΔ) και όχι ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τους άνω αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επίσης, η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα, με το έτερο μέρος του άνω λόγου, αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο κήρυξε, παρά τον νόμο, απαράδεκτο, απορρίπτοντας το αίτημά της (αναιρεσείουσας) προς επιβολή στον ήδη αναιρεσίβλητο χρηματικής ποινής τάξεως, κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το άνω αίτημα απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, ενώ, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, αυτό κρίθηκε κατ' ουσίαν ως αβάσιμο και απορριπτέο (ΑΠ 776/2007).

Σε κάθε όμως περίπτωση ο ανωτέρω, δεύτερος, λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι εδράζεται επί του πρώτου λόγου αναίρεσης, περί εσφαλμένης απόρριψης της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, σύμφωνα με τα ανωτέρω, έχει ήδη απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, θα πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω κεφάλαιό της που αναφέρεται στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ της 08.30' ώρας, που ολοκληρωνόταν η προσέλευση μαθητών στο σχολείο, και της 13.30' ώρας, που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για τη μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών, κατά τις τέσσερις (4) ημέρες της εβδομάδας, κατά τις οποίες ο αναιρεσίβλητος δεν ευρισκόταν σε καθεστώς εφημερίας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, (που κατατίθενται τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάζει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση. Επί επιδικάσεως με την προσβαλλόμενη απόφαση περισσότερων κονδυλίων, η αίτηση πρέπει, κατά τα άρθρα 216 και 217 ΚΠολΔ, να προσδιορίζει αναλυτικά τα ποσά που καταβλήθηκαν και την αιτία του καθενός, ώστε, επί μερικής αναιρέσεως, να μπορεί να προσδιοριστεί το αποδοτέο ποσό. Άλλως, σε περίπτωση αναίρεσης εν μέρει, η αίτηση θα απορριφθεί ως αόριστη (ΑΠ 99/2023, 1158/2017, 1423/2010). Δεν αποκλείεται όμως η υποβολή της κατά τρόπο ορισμένο στο δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 99/2023, 1392/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση η νομοτύπως υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται στο συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο και στην πληρεξιουσία δικηγόρο αυτού και με τον τρόπο αυτό καθίσταται αδύνατη η διάκριση μεταξύ αυτών που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση του αναιρεθέντος τμήματος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και αυτών που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση του μη αναιρεθέντος, για το οποίο το αίτημα θα απορριπτόταν ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, κατά μερική παραδοχή σχετικού αιτήματός της (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ 2 του ΚΠολΔ, ΑΠ 959/2022, 1870/2022, 1196/2022), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 1174/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ