Legislator Case Law & Legislation
1529/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment, upholding court's application of German law on agency liability.

Case Number 1529/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Piraeus Court of Appeal's judgment. The lower court held the insurance carrier liable for the loss of a recreational boat based on German law principles of agency liability, finding the intermediary company to be a helper in performance. The court rejected the appellant's claim that the appellate court erred by considering facts not raised in the original complaint, ruling that the court properly applied the law to proven facts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 8 KPolD; Art. 561 para. 2 KPolD: The appellate court does not commit a procedural error under Art. 559 para. 8 KPolD if it applies the law to facts proven during the proceedings, even if those facts were not explicitly pleaded in the initial complaint, provided the court acts on its own motion to ascertain the truth.

Keywords

AI generated
appellate review procedural error insurance liability agency liability German law application factual findings costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 8 KPolD
Art. 561 para. 2 KPolD
Art. 495 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1529 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1529/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Της αναιρεσίβλητης: μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., και Γεώργιο Ορφανίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-06-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 4-10-2011 πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4119/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2015 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1931/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 295/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Τριμελές Εφετείο Πειραιά, αποτελούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 118/2020 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-06-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παραστάς πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 3-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 118/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και της εταιρείας με την επωνυμία "...." την από 24-6-2010 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι ανωτέρω εναγόμενες, καθεμιά εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό, ως ασφαλιστική αξία επαγγελματικού σκάφους αναψυχής, το οποίο είχε ασφαλίσει στην αναιρεσείουσα, δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αυτή είχε συνάψει, με τη διαμεσολάβηση της παραπάνω δεύτερης εναγομένης, έναντι βλάβης ή απώλειάς του εκ θαλασσίων κινδύνων, και το οποίο βυθίστηκε στις 31-8-2008.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4119/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε αυτήν ως προς τη δεύτερη εναγομένη, ενώ την απέρριψε ως προς την αναιρεσείουσα, επί της ασκηθείσας δε κατά της ανωτέρω απόφασης έφεσης της αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η 295/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε και πάλι την αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

Στη συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως αίτησης αναίρεσης από την αναιρεσίβλητη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1931/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ανωτέρω απόφασης του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Κατόπιν αυτού, το δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, καθό μέρος στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, εκτός από άλλα στοιχεία, και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, κατά νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ούτως ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια άμυνας με ανταπόδειξη ή ένσταση κατά της αξίωσης του ενάγοντα στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής βασιμότητας της αγωγής.

Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη, και απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, το απαράδεκτο δε αυτό ερευνάται και αυτεπάγγελτα, ως αναγόμενο στην προδικασία, και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για τον λόγο αυτό (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1871/1999) Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 265/2021, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 697/2012).

Οι όροι απαλλαγής του ασφαλιστή από την υποχρέωση για καταβολή του ασφαλίσματος, αποτελούν εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη (ΑΠ 677/2013) και συνιστούν καταλυτική της αγωγής ένσταση του ασφαλιστή, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ελληνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που θα εφαρμοσθεί εν προκειμένω, εφόσον συμφωνήθηκε ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης είναι τα ελληνικά δικαστήρια.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι έκρινε εσφαλμένα την αγωγή ορισμένη, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα παρέλειψε να εκθέσει στο δικόγραφο της αγωγής τις προϋποθέσεις της ρήτρας 19.4 του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου, που αφορά τις υποχρεώσεις του ασφαλιζομένου σχετικά με τα μέσα πυρόσβεσης που πρέπει να διαθέτει το σκάφος και ότι η εν λόγω ρήτρα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του αγγλικού νόμου περί Θαλάσσιας Ασφάλισης του 1906, αποτελεί προϋπόθεση του ενεργού της ασφαλιστικής καλύψεως ταχύπλοου σκάφους με εσωλέμβια μηχανή από τον κίνδυνο πυρκαϊάς, με συνέπεια να πάσχει η αγωγή από νομική αοριστία.

Ειδικότερα, κατά τον ως άνω λόγο αναίρεσης, η αναιρεσίβλητη έπρεπε να αναφέρει στην αγωγή της, αν το πλοίο ήταν εφοδιασμένο στο μηχανοστάσιο με σύστημα πυρόσβεσης, το οποίο διέθετε σύστημα ελέγχου στη θέση οδήγησης και συντηρείτο κατά τρόπο, ώστε να διατηρείται πάντα σε κατάσταση καλής λειτουργίας. Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σ' αυτήν εμπεριέχονται όλα τα αναγκαία στοιχεία προς θεμελίωση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης στο ασφάλισμα από την επελθούσα ασφαλιστική περίπτωση της βύθισης του πλοίου λόγω της επισυμβάσης πυρκαϊάς στο μηχανοστάσιο αυτού, και ειδικότερα, εκτίθενται λεπτομερώς η σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, η ανάληψη του κινδύνου ασφάλισης του πλοίου εκ μέρους της αναιρεσείουσας, η καταβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των ασφαλίστρων, η κατάρτιση εγγράφως της σχετικής σύμβασης και η αποστολή στην αναιρεσίβλητη από την αναιρεσείουσα του αντίστοιχου πιστοποιητικού ασφάλισης.

Δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην αγωγή εάν το πλοίο ήταν εφοδιασμένο στο μηχανοστάσιο με σύστημα πυρόσβεσης, αν διέθετε σύστημα ελέγχου στη θέση οδήγησης και συντηρείτο κατά τρόπο ώστε να διατηρείται πάντα σε κατάσταση καλής λειτουργίας. Οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούντες όρους απαλλαγής του ασφαλιστή από την υποχρέωση για καταβολή του ασφαλίσματος, αποτελούν εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη και συνιστούν καταλυτική της αγωγής ένσταση του ασφαλιστή.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθεται ότι "το σκάφος ήταν εφοδιασμένο με πλέον του προβλεπομένου πυροσβεστικά μέσα, τα οποία ήσαν επιθεωρημένα και τα οποία αν και χρησιμοποιήθηκαν δεν στάθηκαν ικανά να καταπολεμήσουν την πυρκαϊά. Δεν κατέστη δυνατή η χρήση της ηλεκτροκίνητης αντλίας νερού (πυρκαϊάς), καθόσον στο σκάφος σημειώθηκε ολική απώλεια ηλεκτρικής ισχύος".

Κατά συνέπεια, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή, δεν υφίσταται νομική αοριστία αυτής, αφού στο δικόγραφο εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση της αναιρεσίβλητης πραγματικά περιστατικά και, ως εκ τούτου, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος και δεν παραβίασε τη ρήτρα 19.4 του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του αγγλικού νόμου Περί Θαλάσσιας Ασφάλισης του 1906.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Οι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που περιέχονται στα άρθρα 4-33 του ΑΚ καθορίζουν το στοιχείο, το οποίο δημιουργεί τον σύνδεσμο ενός προσώπου ή μιας βιοτικής σχέσης με ορισμένη Πολιτεία και, λόγω του συνδέσμου τούτου, η σχέση ή η κατάσταση του προσώπου υποβάλλεται στη ρύθμιση του δικαίου της Πολιτείας αυτής.

Οι εν λόγω κανόνες αποτελούν μέρος του εγχώριου ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 525/2010, ΑΠ 3/2007, ΑΠ 1145/2003). Η συνδρομή των στοιχείων που δικαιολογούν την υποβολή της διαφοράς στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας αποτελεί ζήτημα πραγματικό και, ως εκ τούτου, διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Υπάγεται, όμως, στον έλεγχο αυτού το αν τα δεκτά γενόμενα περιστατικά (ιθαγένεια, κατοικία, τόπος κατάρτισης ή εκτέλεσης της σύμβασης κλπ) υπήχθησαν ορθώς στη συγκεκριμένη διάταξη ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και, περαιτέρω, εάν η υπαγωγή αυτή επιφέρει ως συνέπεια την εφαρμογή του δικαίου, που εφάρμοσε το δικαστήριο (ΑΠ 1145/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 εδ. α' ΑΚ: "Οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη". Με βάση, έτσι, την απορρέουσα από αμφοτέρους τους ως άνω κανόνες, αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να είναι ρητή, τούτο δε συμβαίνει αν οι συμβαλλόμενοι ορίσουν το δίκαιο που θέλουν να διέπει τη συγκεκριμένη σύμβαση που έχουν καταρτίσει, ή σιωπηρή, όπως όταν οι συμβαλλόμενοι αναφέρονται στις διατάξεις ενός δικαίου, έτσι ώστε να συνάγεται ευκρινώς η βούλησή τους στο να θεωρηθεί το δίκαιο αυτό εφαρμοστέο στη σύμβασή τους (ΑΠ 777/2015, ΑΠ 1459/2014).

Επίσης, η επιλογή μπορεί να αναφέρεται σε ορισμένο κλάδο ή τμήμα του εν λόγω δικαίου, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί ηθελημένο περιεχόμενο της σύμβασης. Εξάλλου, η ύπαρξη ή μη συμφωνίας περί του εφαρμοστέου δικαίου είναι πραγματικό και όχι νομικό ζήτημα, γι' αυτό και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποτελούσα πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1459/2014, ΑΠ 665/2011, ΑΠ 904/2008).

Ελέγχεται, όμως, αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η απόφαση ως προς την κρίση, αν τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας περιστατικά υπάγονται ή όχι σε νομικές έννοιες, όπως αν με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται η απόφαση είναι εφαρμοστέο το αλλοδαπό δίκαιο (ΑΠ 665/2011).

Αν δεν έχει επιλεγεί το εφαρμοστέο δίκαιο από τα συμβαλλόμενα μέρη, αναζητείται, κατά το άρθρο 25 εδ. β' ΑΚ το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση με βάση όλες τις ειδικές συνθήκες (ΑΠ 491/2021, ΑΠ 944/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν, κατά τα ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ή (και) των διεθνών συμβάσεων. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Εξάλλου, με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, και οι δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου εφαρμοστέοι κανόνες του αλλοδαπού δικαίου, γραπτού ή εθιμικού (ΑΠ 1931/2017, ΑΠ 1149/1994). Και αν ακόμα διατάχθηκαν αποδείξεις για το περιεχόμενο του αλλοδαπού δικαίου ελέγχονται αναιρετικά με βάση το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ μόνο σφάλματα ως προς το περιεχόμενο του και όχι ως προς τη διαδικασία διαπιστώσεως αυτού (ΑΠ 665/2011, ΑΠ 825/1989).

Περαιτέρω, με βάση τις νομικές πληροφορίες, σχετικά με ζητήματα της θαλάσσιας ασφάλισης κατά το γερμανικό δίκαιο όπως αυτές εμπεριέχονται στην προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη υπ' αριθ. Πρωτ. .../4-9-2018 γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά το γερμανικό δίκαιο, η σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του νόμου περί σύμβασης ασφάλισης (Versicherungsvertragsgesetz εφεξής VVG) δυνάμει του άρθρου 209 τούτου, σύμφωνα με το οποίο οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στην αντασφάλιση και στην ασφάλιση έναντι κινδύνων της θαλάσσιας ναυσιπλοΐας.

Απουσία άλλης ειδικής ρύθμισης στο γερμανικό δίκαιο, η θαλάσσια ασφάλιση διέπεται από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Burgerliches Gesetzbuch εφεξής BGB) και του Εμπορικού Κώδικα (Handelsgesetzbuch εφεξής HGB). Αν και η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του νόμου περί ασφαλιστικής σύμβασης αποκλείεται, είναι επιτρεπτή ωστόσο η αναγωγή στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου των ασφαλιστικών συμβάσεων, οι οποίες απορρέουν από την αρχή της καλή πίστης, ανεξαρτήτως αν περιλαμβάνονται σε συγκεκριμένη ρύθμιση της ασφαλιστικής νομοθεσίας.

Τέτοιοι είναι, μεταξύ άλλων, οι κανόνες που για την απαλλαγή του ασφαλιστή σε περίπτωση παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων του ασφαλισμένου απαιτούν υπαιτιότητα του τελευταίου και δη δόλο ή βαριά αμέλειά του (άρθρο 28 WG). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 84 και 86 του HGB, που διέπουν και την σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης, ο εμπορικός αντιπρόσωπος (πράκτορας, Handelsvertreter) αναλαμβάνει κατ' επάγγελμα, ως ανεξάρτητος έμπορος, να διαμεσολαβεί ή να συνάπτει συμβάσεις για λογαριασμό άλλου επιχειρηματία, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα του τελευταίου.

Στο πλαίσιο αυτό, ο εμπορικός αντιπρόσωπος έχει τη βασική υποχρέωση να παρέχει στον επιχειρηματία τις απαραίτητες πληροφορίες, δηλαδή να τον ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση για κάθε διαμεσολάβηση ή σύναψη σύμβασης στην οποία προβαίνει, οποιαδήποτε δε αντίθετη συμφωνία που απαλλάσσει τον εμπορικό αντιπρόσωπο από την υποχρέωση αυτή είναι άκυρη.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος έχει αξίωση κατά του επιχειρηματία που εκπροσωπεί για την καταβολή προμήθειας με την οποία αμείβεται (87επ.ΗGΒ). Όμοια διάταξη περιλαμβάνει και η 59 VVG σχετικά με τον ασφαλιστικό πράκτορα (Versicherungsvertreter), ο οποίος αποτελεί την μία εκ των δύο κατηγοριών ασφαλιστικού διαμεσολαβητή (Versicherungsvermittler), ενώ την έτερη, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, αποτελεί ο ασφαλιστικός μεσίτης (Versicherungsmakler).

Ανάλογου περιεχομένου είναι η διάταξη 93 του όγδοου κεφαλαίου του γερμανικού εμπορικού κώδικα (HGB), που αναφέρεται στον μεσίτη εμπορικών συμβάσεων (Handelsmakler) και ορίζει ότι όποιος αναλαμβάνει κατ' επάγγελμα για λογαριασμό άλλου, χωρίς ο τελευταίος να του το αναθέτει κατά τρόπο μόνιμο βάσει συμβατικής σχέσης, τη διαμεσολάβηση για τη σύναψη συμβάσεων αγοράς ή πώλησης αγαθών ή τίτλων σχετικά με ασφαλίσεις, μεταφορές εμπορευμάτων, ενοικιάσεις σκαφών ή άλλων αντικειμένων εμπορικών συναλλαγών, έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μεσίτη εμπορικών συμβάσεων.

Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται στην διαμεσολάβηση άλλων, πλην των προαναφερθεισών συναλλαγών, ιδίως σε συναλλαγές επί ακινήτων, ακόμη και αν η διαμεσολάβηση διεξάγεται από μεσίτη εμπορικών συναλλαγών, ενώ εφαρμόζονται επίσης όταν οι δραστηριότητες του μεσίτη εμπορικών συναλλαγών δεν απαιτούν, από άποψη τύπου ή εμβέλειας, επιχειρηματική δραστηριότητα που διεξάγεται με εμπορικό τρόπο.

Ειδικότερα, ο μεσίτης εμπορικών συμβάσεων αναλαμβάνει τη διαμεσολάβηση για τη σύναψη συμβάσεων για τον εντολέα του. Σύμφωνα με τις διατάξεις τόσο του γερμανικού εμπορικού κώδικα, όσο και του ασφαλιστικού νόμου, ο ασφαλιστικός μεσίτης δύναται να μεσολαβεί κατ' εντολή όχι μόνο του ασφαλισμένου αλλά και του ασφαλιστή, στην περίπτωση δε αυτή, αν δεν συμφωνηθεί άλλως μεταξύ των μερών, κάθε μέρος καταβάλει το ήμισυ της αμοιβής του.

Κατά την νομολογία του γερμανικού Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου (Bundesgerichtshof - BGB), η απόδοση της γνώσης του ασφαλειομεσίτη στον ασφαλιστή προϋποθέτει ότι ενήργησε για λογαριασμό του ασφαλιστή όταν έλαβε την αίτηση ασφάλισης υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου τούτου. Εάν όμως αυτός ενήργησε ως εκπρόσωπος του υποψήφιου ασφαλισμένου στις συναλλαγές του με τον ασφαλιστή, τότε από νομική άποψη βρίσκεται στην πλευρά του λήπτη της ασφάλισης και η γνώση του ασφαλιστικού μεσίτη θα πρέπει να αποδίδεται στον ασφαλισμένο κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρο 166 παρ.1 Αστικού Κώδικα (BGB), που ορίζει ότι όταν οι έννομες συνέπειες μιας δήλωσης βούλησης επηρεάζονται από την έλλειψη βουλήσεως ή την γνώση ή την εποικοδομητική ειδοποίηση ορισμένων περιστάσεων, λαμβάνεται υπόψη το πρόσωπο του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου.

Για το ζήτημα της απόδοσης της γνώσης είναι ουσιώδες να υπήρχε σαφής κατανομή των ρόλων κατά την έναρξη και τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης.

Συνεπώς, θα πρέπει πάντοτε να προσδιορίζεται για το συμφέρον ποίου έχει ενεργήσει ο διαμεσολαβητής, ούτως ώστε η γνώση του θα αποδοθεί σ' αυτόν για τα συμφέροντα του οποίου ο ασφαλειομεσίτης ενήργησε, δηλαδή είναι εξεταστέο εντός της σφαίρας ποίου μέρους ενεργεί (Αποφάσεις του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της 19.9.2001 IV ZR 235/00 και της 12.3.2014 IV ZR 306/13). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 278 του γερμανικού Αστικού Κώδικα, που επιγράφεται ευθύνη του οφειλέτη για τρίτους, ο οφειλέτης ευθύνεται για πταίσμα του νομίμου αντιπροσώπου του και των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της υποχρέωσής του, στον ίδιο βαθμό όπως και για δικό του σφάλμα. Σε περίπτωση λοιπόν που ένα προστηθέν πρόσωπο ενεργεί εντός της σφαίρας ενός συμβαλλομένου, η πραγματική γνώση του προστηθέντος θεωρείται τεκμαιρόμενη γνώση του συμβαλλομένου τούτου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός της ενάγουσας, ήδη εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης), εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την τότε επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." και επιμέρους σκοπό την απόκτηση πλοίων ή πλοιαρίων και εν γένει επαγγελματικών σκαφών αναψυχής, ως και η επί κέρδει εκμετάλλευση αυτών δια της εκναυλώσεως τους, νομίμως εκπροσωπουμένης και αφετέρου της πρώτης εναγομένης, ήδη εφεσίβλητης (αναιρεσείουσας), γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας εδρεύουσας ...

με την επωνυμία "...", με την διαμεσολάβηση της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...." (σ. μη διάδικο στην παρούσα δίκη), με καταστατική έδρα στο ... και εγκατεστημένο υποκατάστημα στην Ελλάδα στο ..., ασφαλίστηκε το, υπό ελληνική σημαία, ταχύπλοο επιβατηγό- τουριστικό επαγγελματικό πλοίο αναψυχής, με το όνομα "Μ., ΔΔΣ ..., ΔΣΠ ..., νηολογίου Πειραιώς, με αριθμό ...,..., πλοιοκτησίας της, τόσο για την απώλεια και ζημία του κύτους, των μηχανών και του εξοπλισμού του σκάφους (hulI & machinery & materials), καθώς και οτιδήποτε συνδέεται με αυτά, χωρίς να εξαιρείται τίποτα, μέχρι του ποσού των 1.900.000 ευρώ, με απαλλαγή του ασφαλιστή ποσού 10.000 ευρώ, όσο και για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων μέχρι του ποσού των 1.000.000 ευρώ, αρχικά για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών από 1.1.2007 ώρα 12.00 μεσημβρινή, εκδοθέντος του με στοιχεία ΤΚ ...

πιστοποιητικού ασφαλίσεως και κατόπιν ανανέωσης της ασφάλισης για τον ακόλουθο χρόνο, από 1.1.2008, 12.00 μεσημβρινή, σύμφωνα με τους επισυναπτόμένους στο ασφαλιστήριο γενικούς και ειδικούς όρους, περιλαμβανομένων και των στερεότυπων όρων ασφαλίσεως σκαφών αναψυχής, που περιλαμβάνονται τόσο στις Ρήτρες του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου για Σκάφη Αναψυχής της 1.11.1985 (Institute Yacht Clauses 1.11.1985), με διαγραφή ορισμένων και τροποποίηση της ρήτρας 19.4 για το σύστημα πυρόσβεσης ώστε να μην περιλαμβάνει τις φράσεις "χώρος δεξαμενής" και "μαγειρείο", όσο και στις Ρήτρες του Ινστιτούτου για Ταχύπλοα Σκάφη (Institute Speed Boat Clauses), συμφωνηθέντων και πρόσθετων καλύψεων, μεταξύ άλλων, της Ρήτρας Επέκτασης Ασφάλισης Κάλυψης Μηχανικών Βλαβών (Machinery Damage Extension Clause), που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου, συμφωνηθέντος, αναφορικά με τις εν λόγω ρήτρες του Ινστιτούτου, η ασφάλιση να διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και την πρακτική, ενώ κατά τα λοιπά επιλέχθηκε, ως εφαρμοστέο δίκαιο το γερμανικό και η υπαγωγή στα Ελληνικά Δικαστήρια, ως έχοντα διεθνή δικαιοδοσία για τις μέλλουσες να προκύψουν διαφορές.

Τα συνολικά ετήσια ασφάλιστρα ορίστηκαν για το πρώτο έτος στο ποσό των 12.000 € και για το δεύτερο αυξήθηκαν σε 13.140 ευρώ, καταβλητέα σε δύο εξαμηνιαίες ισόποσες δόσεις. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι, η δεύτερη εναγομένη ελβετική εταιρεία, που σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού της, είχε ως σκοπό την διαμεσολάβηση, την ναύλωση και την διαχείριση θαλαμηγών και διατηρούσε γραφείο στο Παλαιό Φάληρο, ενόσω ακόμα δεν είχε λάβει νόμιμη άδεια εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα, που έλαβε χώρα στις 7.5.2009 με την καταχώρηση της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών με ΑΡΜΑΕ ...

και χορήγηση της σχετικής αδείας, τηρουμένων των διατυπώσεων δημοσιότητας (ΦΕΚ 3441/15.5.2009) και ενώ δήλωνε στην αρμόδια Δ.ΟΎ. ΦΑΕΕ "Έλλειψη δραστηριότητας, λόγω δραστηριότητας μόνο εκτός Ελλάδας", καθώς επίσης δεν είχε εγγραφεί στο τηρούμενο Μητρώο του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών κατά τα έτη 2007 και 2008, σύμφωνα με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με αριθμ.

πρωτ. ... και ... οικεία έγγραφα του Προϊσταμένου του Τμήματος Μητρώου της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ του ανωτέρω Επιμελητηρίου και επομένως, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να ασκεί στην Ελλάδα την δραστηριότητα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, εντούτοις δια του εκπροσώπου της, Σ. Μ., προσέγγισε τον τότε εκπρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας, Τ.

Λ., ενεργώντας για λογαριασμό της ενάγουσας γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία συνεργάζονταν από το 2006 και τον έπεισε να συνάψει την επίδικη σύμβαση ασφάλισης του εν λόγω επαγγελματικού σκάφους, που μέχρι τότε ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία "...". Συγκεκριμένα η δεύτερη εναγομένη, βάσει της έννομης σχέσης, που την συνέδεε με την πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όπως αποτυπώνεται στην από 29.4.2008 σύμβαση, που επιγράφεται "Υπόσχεση για την καταβολή προμήθειας" (Promise to pay Brokerage), είχε αναλάβει με την ιδιότητα του μεσίτη (M.B.), υπό την έννοια των διατάξεων 93 επ.

του γερμανικού Εμπορικού Κώδικα (HGB), την διαμεσολάβηση για την σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, για λογαριασμό της συμβαλλομένης εναγομένης γερμανικής ασφαλιστικής εταιρίας, στους κλάδους ασφάλισης της περί ζημιών σκαφών και αστικής ευθύνης σκαφών, η οποία διατήρησε το δικαίωμα να αποδέχεται ή να απορρίπτει τις αιτήσεις ασφάλισης, που υποβάλλονταν από την εναγομένη μεσίτρια, έναντι προμήθειας για τις συμβάσεις, που γίνονταν αποδεκτές, καταβαλλομένης από την πρώτη εναγομένη, σύμφωνα με τον επισυναπτόμενο πίνακα προμηθειών και τους όρους ττερί προμήθειας της συμβαλλομένης ασφαλίστριας.

Επίσης, ανατέθηκε στην μεσίτρια, εναγομένη, η είσπραξη των ασφαλίστρων, σύμφωνα με τις διατάξεις της συνημμένης συμφωνίας είσπραξης. Στα πλαίσια της ανατεθειμένης εξουσίας από την πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στην δεύτερη εναγομένη, αυτή με την ιδιότητα του μεσίτη ασφαλίσεων ενεργώντας για λογαριασμό της πρώτης και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτής, συμπλήρωσε, με βάση τις δηλώσεις της υποψήφιας ασφαλισμένης ενάγουσας, σε έντυπο φέρον τον διακριτικό της τίτλο "...", την πρόταση ασφαλίσεως ("Yacht Insurance Proposal Form") της ενάγουσας προς την πρώτη εναγομένη, στην οποία την υπέβαλε η δεύτερη εναγομένη, αυτή δε την αποδέχθηκε, με αποτέλεσμα να καταρτισθεί η επίδικη σύμβαση ναυτικής ασφαλίσεως για το έτος 2007.

Ακολούθως, η δεύτερη εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα το προσωρινό πιστοποιητικό ασφάλισης ("certificate of insurance"), επιφυλασσομένη για την αποστολή του γνησίου πιστοποιητικού ασφαλίσεως ("original Insurance policy") κατόπιν εκδόσεως του από την πρώτη εναγομένη, καθώς επίσης σχετική έγγραφη υπόμνηση οφειλής ("debit note") των ασφαλίστρων σε δύο εξαμηνιαίες δόσεις, η μεν πρώτη πληρωτέα εντός προθεσμίας 30 ημερών από την έναρξη της σύμβασης, η δε δεύτερη εντός προθεσμίας έξι μηνών με κατάθεση στον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης σε ελβετική τράπεζα.

Ενόψει ανανέωσης της ασφαλιστικής κάλυψης για το επόμενο κρίσιμο έτος 2008, η δεύτερη εναγομένη απέστειλε στις 21.12.2007 τηλεομοιοτυπικώς στην ενάγουσα το από 6.12.2007 αποδεικτικό ασφαλίσεως ("certificate of insurance"), διάρκειας 12 μηνών από 1.1.2008, με αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου και σχετική υπόμνηση εξόφλησης της οφειλής ομοίως με κατάθεση στον τραπεζικό της λογαριασμό στην Ελβετία, επιφυλασσομένη για την αποστολή του πρωτότυπου πιστοποιητικού ασφαλίσεως, που απέστειλε στην ενάγουσα με την από 1.2.2008 επιστολή της, μετά την έκδοση του από την πρώτη εναγομένη με ημερομηνία 3.1.2008.

Σημειωτέον ότι, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, όσο και κατά την σύναψη της, αλλά και καθ' όλη την διάρκεια της και ανανέωσής της κατά τον κρίσιμο χρόνο, η ενάγουσα ουδέποτε είχε επικοινωνία απευθείας με τα όργανα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά για όλα τα ζητήματα κατά τις διαπραγματεύσεις, την σύναψη και την εκτέλεση της ασφαλιστικής σύμβασης, απευθυνόταν σ' αυτήν μέσω της δεύτερης, που εμφανιζόταν, ως εκπρόσωπος της πρώτης, εξουσιοδοτημένη από αυτήν να λαμβάνει δηλώσεις και γνωστοποιήσεις της ασφαλισμένης ενάγουσας προς την ασφαλιστική εταιρεία, περιλαμβανομένης και της αναγγελίας επέλευσης ασφαλιστικού κινδύνου, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και εκτίθεται κατωτέρω, χωρίς ουδέποτε να έχει αμφισβητηθεί η εξουσία αυτή της δεύτερης εναγομένης Τα αποδειχθέντα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, αποδίδουν αφενός μεν ότι, μεταξύ της πρώτης εναγομένης εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, υπήρχε σύμβαση μεσιτείας, αφετέρου δε ότι κατά τη λειτουργία αυτής της σύμβασης για την εκτέλεση των εξ αυτής συμβατικών υποχρεώσεων, η μεσιτική εταιρία δεύτερη εναγομένη παρείχε διαρκώς υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεων, που εντάσσονται στον επιχειρησιακό κύκλο δράσης της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης και προώθησης των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων αυτής, ενεργώντας στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, εποπτείας και γενικών οδηγιών αυτής, όπως σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενο και τους όρους λειτουργίας της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης, τον τρόπο εκτέλεσης αυτής, τα χρησιμοποιούμενα έντυπα, την προσυπογραφή από τη μεσιτική εταιρία της αίτησης προς ασφάλιση, την αποδοχή της πρότασης ασφάλισης από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, την καταβολή απ' αυτήν της αναλογούσης για την διαμεσολάβηση της δεύτερης εναγομένης προμήθειας σύμφωνα με τους όρους της, την έκδοση πιστοποιητικών ασφάλισης εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης με βάση τους συμφωνηθέντες όρους με την πρώτη εναγομένη και την παράδοση τους στον ασφαλιζόμενο, την αντικατάσταση του πιστοποιητικού ασφάλισης με το οριστικό συμβόλαιο εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, αφότου εκδιδόταν και παραδιδόταν σ'αυτήν από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης με την έκδοση αντίστοιχων παραστατικών, την επιμέλεια τήρησης των προβλεπομένων προθεσμιών, καθώς επίσης την λήψη δηλώσεων της ασφαλισμένης ενάγουσας προς την εναγομένη ασφαλιστική περιλαμβανομένης της αναγγελίας επέλευσης καλυπτόμενου κινδύνου, υποχρεώσεις στις οποίες όφειλε να συμμορφώνεται η εναγομένη μεσιτική εταιρία και εν γένει ήταν επιφορτισμένη με την τακτοποίηση των ασφαλιστικών συμβάσεων της πρώτης εναγομένης, προς εκπλήρωση των ανειλημμένων εξ αυτών υποχρεώσεων της και εξυπηρέτησης των συμφερόντων της και επομένως, οι ενέργειες της εντάσσονταν στο πεδίο δραστηριότητας της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία συνδέονταν συμβατικώς και δεν ενεργούσε για το συμφέρον της ενάγουσας ασφαλισμένης εταιρείας.

Συνεπώς, τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προσδίδουν στη δεύτερη εναγομένη μεσιτική εταιρία, την ιδιότητα της βοηθού εκπληρώσεως, προστηθείσας από την πρώτη εναγομένη ασφαλιστική επιχείρηση και κατ' ακολουθία, στηρίζουν την αντικειμενική ευθύνη της τελευταίας για τις πράξεις της προστηθείσας εναγομένης, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, καθόσον η εναγομένη γερμανική ασφαλιστική εταιρεία επεκτείνοντας την δραστηριότητα της με την χρησιμοποίηση της δεύτερης εναγομένης στην διεκπεραίωση των υποθέσεών της, γνωρίζοντας μάλιστα ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να ασκεί την δραστηριότητα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, εφόσον δεν είχε εγγραφεί κατά τον κρίσιμο χρόνο στο μητρώο του οικείου Επιμελητηρίου, ούτε σε σχετικό μητρώο άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον είχε την καταστατική έδρα της στην Ελβετία, ανέλαβε συνάμα τους κίνδυνους για τις πράξεις ή τις παραλείψεις εκείνης, που συνδέονται με την δραστηριότητα, που της είχε αναθέσει στα πλαίσια εκπλήρωσης της παροχής της και ανάγονται στην σφαίρα δράσης της και τις υποχρεώσεις της έναντι της ασφαλισμένης ενάγουσας, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της, ως ουσιαστικά αβασίμων.

Περαιτέρω, από τα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι, ενώ η σύμβαση ασφαλίσεως ήταν σε ισχύ, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../11.6.2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Αναστασάκη, που καταχωρήθηκε με αριθμούς ... (γενικό) και ... (ειδικό) στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών και δημοσιεύθηκε νόμιμα στο φύλλο ΑΕ και ΕΠΕ της ΕτΚ (...), οι τότε εταίροι της ενάγουσας, Τ.

Λ. και η σύζυγος του, Δ. Α., μεταβίβασαν τα εταιρικά τους μερίδια, λόγω πωλήσεως, στον Ι. Π. του Κ. και αποχώρησαν από την εταιρεία, η οποία, ως εκ του γεγονότος τούτου, μετατράπηκε σε μονοπρόσωπη, με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...". Το γεγονός αυτό της αλλαγής της διοίκησης της ασφαλισμένης ενάγουσας εταιρείας, δια της μεταβιβάσεως όλων των εταιρικών μεριδίων στο ανωτέρω πρόσωπο, που πλέον διοικεί και εκπροσωπεί την ενάγουσα και της αλλαγής της εταιρικής της μορφής, κατέστησαν αμέσως γνωστά από την ενάγουσα εταιρεία δια του τότε εκπροσώπου της, Τ.

Λ.υ, στη δεύτερη εναγομένη με την ιδιότητα της, ως ενεργούσης για λογαριασμό της πρώτης και εξουσιοδοτημένης να λαμβάνει δηλώσεις της ασφαλισμένης προς την εναγομένη ασφαλίστρια, αφενός με προφορική ενημέρωση για την επικείμενη αλλαγή του ελέγχου της πλοιοκτήτριας εταιρείας, του εκπροσώπου του γραφείου της στην Ελλάδα, Σ.

Μ. και αφετέρου με την παράδοση σ' αυτόν, κατ' απαίτηση του, τόσο του από 10.5.2008 σχετικού προσυμφώνου, όσο και του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων και της σχετικής τροποποίησης του καταστατικού, ο οποίος μάλιστα παρευρέθηκε, ως προσκεκλημένος, μεταξύ άλλων, σε σχετική εκδήλωση, που έλαβε χώρα επί του πλοίου τα τέλη Ιουνίου 2008 για την παρουσίαση των χώρων του μετά από ανακαίνιση του, αλλά και για τη γνωριμία με τον νέο πλοιοκτήτη.

Το ασφαλιστικό αυτό βάρος της ενάγουσας προς ενημέρωση της ασφαλίστριας, στην περίπτωση αλλαγής των προσώπων που ελέγχουν την ασφαλισμένη πλοιοκτήτρια εταιρεία, στο οποίο κατά τα ανωτέρω ανταποκρίθηκε, απέρρεε από την ρήτρα 8 των Ρητρών του Ινστιτούτου για Ασφάλιση Σκαφών Αναψυχής, που αποτελούσε συμβατικό όρο με την ενσωμάτωση τούτων, πλην ορισμένων διαγραφών, στην ασφαλιστική σύμβαση, με ρητή πρόβλεψη, ως προς αυτές, ότι η παρούσα ασφάλιση υπόκειται στο αγγλικό δίκαιο και την πρακτική, γεγονός που δεν αντίκειται με το γερμανικό δίκαιο, που είχε συμφωνηθεί, ως εφαρμοστέο.

Ειδικότερα, με την εν λόγω ρήτρα, που επιγράφεται "Αλλαγή της πλοιοκτησίας" και σημειώνεται ότι θα υπερισχύει οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης, προβλέπεται ότι σε περίπτωση που το πλοίο πουληθεί ή μεταβιβαστεί σε νέα ιδιοκτησία, ή εφόσον το πλοίο ανήκει σε εταιρεία, στην περίπτωση που υπάρξει αλλαγή σ'αυτούς που ελέγχουν την εταιρεία, τότε εκτός εάν οι ασφαλιστές συμφωνήσουν εγγράφως να συνεχίσουν την ασφάλιση, η ασφάλιση αυτή θα καταστεί άκυρη από τη στιγμή αυτής της πώλησης, μεταβίβασης ή αλλαγής και θα δοθεί μια αναλογική ημερήσια καθαρή επιστροφή ασφαλίστρου, η οποία υπολογίζεται επί του ασφαλίστρου που έχει χρεωθεί για την περίοδο της ενεργούς υπηρεσίας ή/και την περίοδο του παροπλισμού.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, στις 31.8.2008 και περί ώρα 07:05', το πλοίο της ενάγουσας απέπλευσε από το λιμάνι των Σπετσών με προορισμό τη μαρίνα Καλαμακίου, έχοντας πενταμελές πλήρωμα και έξι αλλοδαπούς επιβάτες, που είχαν ναυλώσει το σκάφος για τουρισμό στα νησιά του Αργοσαρωνικού από τις 29.8.2008 έως και 31.8.2008.

Την 08:40' ώρα και ενώ έπλεε τρία περίπου ναυτικά μίλια ανατολικά της νησίδας "Μόδι" της νήσου Πόρου, εκδηλώθηκε πυρκαϊά στο μηχανοστάσιο του, η οποία, παρά τις προσπάθειες του πληρώματος με τη χρήση των πυροσβεστικών μέσων του πλοίου, αλλά και τη συνδρομή άλλων δυνάμεων με ίδια πυροσβεστικά μέσα, δεν κατέστη δυνατό να κατασβεσθεί και οδήγησε στη βύθιση του πλοίου περί ώρα 12:00' λίγο νοτιότερα από το σημείο της αρχικής εκδηλώσεως της πυρκαϊάς και σε βάθος περίπου 241 μέτρων.

Ειδικότερα, περί ώρα 08.40 ο Α' μηχανικός, αφού αντιλήφθηκε από το διαμέρισμα ελέγχου του μηχανοστασίου ένδειξη υψηλής θερμοκρασίας και εκπομπής καυσαερίων σ' αυτό, κατευθύνθηκε στο μηχανοστάσιο, όπου όταν άνοιξε την θύρα είδε τις φλόγες και πυκνούς καπνούς. Έκλεισε την θύρα και ενημέρωσε τον κυβερνήτη που βρισκόταν στην γέφυρα.

Αυτός μείωσε τις στροφές των κύριων μηχανών στο "κράττει" (ρελαντί) και έσπευσε στο μηχανοστάσιο, όπου ο Α' μηχανικός συνεπικουρούμενος από μέλος του πληρώματος επιχειρούσε με πυροσβεστήρες να κατασβήσει την φωτιά από την έξοδο κινδύνου του μηχανοστασίου, αλλά διαπίστωσε ότι αυτή είχε επεκταθεί σε όλο τον χώρο του μηχανοστασίου και καιγόταν ο ανεμιστήρας της δεξιάς κύριας μηχανής.

Στην συνέχεια επανήλθε στην γέφυρα και έσβησε τελείως τις μηχανές, χωρίς όμως η δεξιά να υπακούει, η οποία, όπως τελικά διαπιστώθηκε, είχε αποτελέσει την εστία της φωτιάς πιθανότατα από βλάβη, ενώ είχε ήδη ενημερώσει το Λιμεναρχείο Πόρου και συγκέντρωσε τους επιβάτες στην γέφυρα, τους εφοδίασε με ατομικά σωσίβια και διέταξε την καθαίρεση των σωσίβιων λέμβων (2 σχεδίες και 1 λέμβο).

Στην λέμβο επιβιβάστηκαν με ασφάλεια πέντε επιβάτες με ένα μέλος του πληρώματος, που τους οδήγησε στον λιμένα Πόρου. Ακολούθως, έκλεισαν τους ανεμιστήρες μηχανοστασίου και ο Α' μηχανικός ενεργοποίησε το μόνιμο σύστημα C02 του μηχανοστασίου, πλην όμως ούτε αυτή η ενέργεια απέδωσε, ενώ δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η ηλεκτροκίνητη αντλία νερού γιατί είχε σημειωθεί ολική απώλεια ηλεκτρικής ισχύος.

Κατόπιν ο κυβερνήτης έδωσε εντολή στο πλήρωμα και στην εναπομείνασα επιβάτη να φορέσουν σωσίβια και να εγκαταλείψουν το σκάφος, οι οποίοι συμμορφώθηκαν επιβιβαζόμενοι με τον κυβερνήτη περί ώρα 09.50 στην λάντζα "Α.", που είχε προστρέξει σε βοήθεια και απομακρύνθηκαν παρακολουθώντας το φλεγόμενο "Μ." μέχρι την βύθιση του.

Το ατύχημα αυτό, κατά το οποίο δεν υπήρξε βλάβη ή απώλεια ανθρώπινης ζωής, αλλά είχε σαν συνέπεια την ολική απώλεια του ασφαλισμένου σκάφους, εξαιτίας του καλυπτόμενου κινδύνου της πυρκαϊάς, αυθημερόν γνωστοποιήθηκε από την ενάγουσα στην εναγόμενη ασφαλιστική, μέσω της δεύτερης εναγομένης. Η πρώτη εναγομένη έκανε εξαρχής γνωστή τη θέση της, μέσω της δεύτερης εναγομένης, ότι δεν μπορεί να προβεί σε καταβολή του ασφαλίσματος πριν λάβει το πόρισμα του Ανακριτικού Συμβουλίου Ναυτικών Ατυχημάτων, ως αρμόδια κρατική αρχή και διερευνήσει με δικούς της ειδικούς τα αίτια του ατυχήματος, αναθέτοντας μάλιστα στη δεύτερη εναγομένη τον ορισμό πραγματογνώμονα και την παροχή σ' αυτόν οδηγιών.

Η δεύτερη εναγομένη συμμορφούμενη με την εντολή και τις οδηγίες της πρώτης εναγομένης ανέθεσε στην τεχνική εταιρεία "..." (...), από ετών συνεργάτη της εναγομένης γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας, να επιληφθεί της διερεύνησης του ατυχήματος για λογαριασμό της τελευταίας. Την έρευνα των συνθηκών και των αιτίων του ατυχήματος ενήργησαν οι επιθεωρητές της " ... ", Β.

Κ., ναυπηγός και Χ. Χ., μηχανικός, που εξετάστηκε ως μάρτυρας της πρώτης εναγομένης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίοι συνέταξαν την από 27.1.2010 τεχνική έκθεση για το συμβάν, όπου αναφέρεται ότι ενήργησαν σύμφωνα με τις οδηγίες, κατά την από 31.8.2008 τηλεπικοινωνία με την δεύτερη εναγομένη αντιπρόσωπο των ασφαλιστών στην Ελλάδα ("Instructions:

As per telecom from "..." underwriters representative in Greece dated 31st August 2008"). Δεν κατέληξαν σε υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις κάποιου προσώπου για το ατύχημα, ούτε εξακρίβωσαν τα αίτια, που το προκάλεσαν, παρεκτός επισήμαναν την έλλειψη λειτουργικότητας του συστήματος πυρανίχνευσης και παρακολούθησης του μηχανοστασίου μέσω κλειστού κυκλώματος καμερών, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση στον εντοπισμό της φωτιάς, που έγινε άμεσα αντιληπτή από τον Α' μηχανικό.

Εξάλλου, το Ανώτατο Συμβούλιο Ναυτικών Ατυχημάτων (Α.Σ.Ν.Α.) με την υπ' αριθμ. ... έκθεση του, χαρακτήρισε το συμβάν, ως ναυτικό ατύχημα, κατά την έννοια του άρθρου 1 ν.δ.712/1970 "περί διοικητικού ελέγχου του ναυτικού ατυχήματος", οφειλόμενο σε ανεξακρίβωτα αίτια και δεν καταλόγισε υπαιτιότητα στα μέλη του πληρώματος και τον νόμιμο εκπρόσωπο |ης ενάγουσας εταιρείας, ούτε για την πρόκληση της πυρκαϊάς, ούτε για την επέκταση της.

Το σκάφος ήταν εφοδιασμένο με επιπλέον των προβλεπομένων πυροσβεστικά μέσα, τα οποία σύμφωνα με το απο 6.5.2008 Πρωτόκολλο Εθνικής Επιθεώρησης, του Ελληνικού Νηογνώμονα, διαπιστώθηκε ότι πληρούσαν τις απαιτήσεις των κανονισμών και ισχυουσών διατάξεων και διατηρούνταν σε ικανοποιητική κατάσταση. Μετά την πάροδο περίπου ενός έτους από το συμβάν, ο Ι.

Π. ζήτησε, ως εκπρόσωπος της ενάγουσας, από τον εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, Σ. Μ. να οχλήσει πάλι την πρώτη εναγομένη για την καταβολή του ασφαλίσματος, ενόψει της παρόδου ικανού χρονικού διαστήματος και της εκδόσεως της εκθέσεως του Α.Σ.Ν.Α., αντίγραφο της οποίας είχε εν τω μεταξύ παραδοθεί στην δεύτερη εναγομένη, προς γνώση της πρώτης εναγομένης.

Τότε για πρώτη φορά η εναγομένη ασφαλιστική με την από 9.9.2009 επιστολή της, ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε πριν από λίγες ημέρες για την αλλαγή στον έλεγχο της ενάγουσας εταιρείας, χωρίς να διευκρινίζει από ποιον ακριβώς και επικαλούμενη την ρήτρα 8 του ασφαλιστηρίου προέβη σε αναδρομική ακύρωση τούτου από τον χρόνο της εν λόγω αλλαγής.

Η δεύτερη εναγομένη, προς υποστήριξη της πρώτης εναγομένης και επίρρωση του ισχυρισμού τούτης περί μη ενημέρωσής της σχετικά με το προαναφερόμενο κρίσιμο περιστατικό, στην με την ίδια ημερομηνία από 9.9.2009 απαντητική προς αυτήν επιστολή της, που απαιτήθηκε από την τελευταία να αποσταλεί με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μέχρι συγκεκριμένη ώρα της ίδιας ημέρας, ενόψει απεύθυνσης της ανωτέρω επιστολής της περί ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης, μέσω της δεύτερης εναγομένης, στην ασφαλισμένη ενάγουσα εταιρεία, ισχυρίστηκε ότι και η ίδια δεν είχε ενημερωθεί επισήμως και εγγράφως για την αλλαγή αυτή από την ενάγουσα πριν από την ζημία, εντούτοις γνώριζε ότι ο αρχικός πλοιοκτήτης είχε αλλάξει και θα έπρεπε να έχει ενημερώσει την εναγομένη ασφαλιστική και μολονότι ήταν πάντα επιμελής κατά το παρελθόν προκειμένου να διασφαλίζει ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία είναι πάντα ενημερωμένη για οποιαδήποτε αλλαγή που αφορά τις συμβάσεις ασφάλισης, στην προκειμένη περίπτωση καθυστέρησε να την ενημερώσει και συνέβη το περιστατικό.

Επίσης συνηγόρησε ότι η αλλαγή της πλοιοκτησίας δεν επέφερε ουσιαστική μεταβολή στην ασφάλιση, ούτε επηρέασε τον κίνδυνο και λαμβάνοντας υπόψη αυτά θεωρούσε ότι η εναγομένη ασφαλιστική θα πρέπει να έχει συμφωνήσει στην συνέχεια της σύμβασης σημειώνοντας ότι η ασφαλισμένη είναι εντελώς αθώα. Εκ της ανωτέρω απαντητικής επιστολής της δεύτερης εναγομένης, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, καταδεικνύεται εναργώς ο ρόλος της και η δράση της, προς διασφάλιση και εξυπηρέτηση των συμφερόντων της πρώτης εναγομένης και η εξουσία, που της είχε παρασχεθεί απ' αυτήν, να λαμβάνει δηλώσεις γνωστοποιήσεις και ειδοποιήσεις, για λογαριασμό της, αναφορικά με τα κρίσιμα περιστατικά, που αφορούν τις συμβάσεις ασφάλισης, που συνήπτε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με τους ασφαλισμένους πελάτες της και σχετίζονται με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της και συνεπώς, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 166 παρ.1 του γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB), η γνώση της δεύτερης εναγομένης, μεσίτριας ασφαλίσεων και βοηθού εκπληρώσεως της πρώτης, όσον αφορά την αλλαγή του ελέγχου της πλοιοκτήτριας ενάγουσας εταιρείας και την απόκτησή του από τον νέο εκπρόσωπο της και μοναδικό πλέον εταίρο της, λογίζεται ως γνώση της πρώτης εναγομένης, ευθυνομένης για την υπαίτια παράλειψη της προστηθείσας δεύτερης εναγομένης να την ενημερώσει, που έχει σαν συνέπεια την παράβαση της υποχρέωσής της προς καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, όπως για δικό της σφάλμα (278 BGB).

Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε από την βαρυνόμενη προς τούτο εναγομένη-εφεσίβλητη η παραβίαση από την ασφαλισμένη ενάγουσα-εκκαλούσα τινός ασφαλιστικού βάρους, δεν συντρέχει ουδείς λόγος απαλλαγής της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, τουναντίον θεμελιώνεται ενδοσυμβατική ευθύνη της προς αποζημίωση, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών της, ως ουσιαστικά αβασίμων.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε αντίθετα ότι υφίσταται λόγος απαλλαγής της πρώτης εναγομένης, λόγω παράβασης από την ενάγουσα συμβατικής ρήτρας και ακολούθως απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή, ως προς αυτήν, με το σκεπτικό ότι η δεύτερη εναγομένη ενεργούσε, ως μεσίτρια ασφαλίσεων, δραστηριοποιούμενη στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ασφαλισμένης ενάγουσας και ότι η έγκαιρη και άμεση γνώση της για το κρίσιμο ζήτημα της αλλαγής στα πρόσωπα των διοικούντων την ασφαλισμένη ενάγουσα, εκ της ενημερώσεως της απ' αυτήν, δεν μπορεί να αποδοθεί στην πρώτη εναγομένη, διότι δεν ήταν ασφαλιστικός πράκτορας της και αντιπρόσωπος της, κατ' άρθρο 211 ΑΚ, δεν υπήγαγε ορθά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις εφαρμοζόμενες διατάξεις του γερμανικού δικαίου, που μνημονεύονται στην μείζονα σκέψη, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους αποδίδονται οι ανωτέρω πλημμέλειες στην εκκαλουμένη, κρίνονται εν μέρει ουσιαστικά βάσιμοι, κατά το μέρος που αφορούν την ιδιότητα της δεύτερης εναγομένης, ως βοηθού εκπληρώσεως-προστηθείσας της πρώτης εναγομένης στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και την απόδοση της γνώσης της σ'αυτήν, ευθυνομένης σε καταβολή του ασφαλίσματος, απορριπτομένων των κρινόμενων λόγων κατά τα λοιπά, όσον αφορά την αποδιδόμενη στην δεύτερη εναγομένη ιδιότητα του ασφαλιστικού πράκτορα - αντιπροσώπου της πρώτης, ως ουσιαστικά αβασίμων.

Επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, κρίνεται ο τέταρτος λόγος της έφεσης, που πλήττει την εκκαλουμένη για τη μη εφαρμογή, άλλως εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 211, 334 και 922 ΑΚ, στις οποίες επιχειρείται να θεμελιωθεί η ευθύνη της πρώτης εναγομένης, καθόσον ο κρινόμενος λόγος αντιβαίνει στην αναιρετική κρίση περί εφαρμογής του γερμανικού δικαίου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ότι υφίσταται λόγος απαλλαγής της αναιρεσείουσας, λόγω παράβασης από την αναιρεσίβλητη συμβατικής ρήτρας, είχε απορρίψει την αγωγή της τελευταίας ως αβάσιμη, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν ως προς την αναιρεσείουσα, δέχθηκε αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.890.000 ευρώ, ως ασφαλιστική αποζημίωση, μετ' αφαίρεση του ποσού απαλλαγής της εκ 10.000 ευρώ...".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της η υπ' αριθ. 8 ρήτρα του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου υπήχθη από τα συμβαλλόμενα μέρη στο αγγλικό δίκαιο, παρ' όλα αυτά το Εφετείο εφάρμοσε το γερμανικό και όχι το αγγλικό δίκαιο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ρήτρας, η οποία αποτελούσε συμβατικό όρο της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ασφάλισης και βάσει της οποίας η αναιρεσίβλητη έπρεπε να υποβάλει εγγράφως αίτηση για τη χορήγηση (εγγράφως) της συναίνεσης εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας για τη μεταβολή των φυσικών προσώπων που ελέγχουν το νομικό πρόσωπο αυτής (αναιρεσίβλητης), ενώ, αν είχε εφαρμόσει το αγγλικό δίκαιο, θα είχε κάνει δεκτή την ένστασή της περί αναδρομικής ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης και θα είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν εφάρμοσε το γερμανικό δίκαιο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω υπ' αριθ. 8 ρήτρας του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου, αλλά εφάρμοσε ως προς τη ρήτρα αυτή, η οποία περιελήφθη ως όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, το αγγλικό δίκαιο, το οποίο επέλεξαν τα μέρη ως εφαρμοστέο, πλην, όμως, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο δίκαιο αυτό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ερεύνησε το κρίσιμο ζήτημα, αν η αρχικώς δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...." αντιπροσώπευε την αναιρεσείουσα (πρώτη εναγομένη) και αν η γνώση αυτής ισοδυναμεί με γνώση της αναιρεσείουσας, εφαρμόζοντας προς τούτο τους κανόνες του γερμανικού ιδιωτικού δικαίου, όπως δεσμευόταν ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της προγενέστερης υπ' αριθμ. 295/2015 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την υπ' αριθ. 1931/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, καταλήγοντας στην κρίση ότι, δυνάμει του γερμανικού δικαίου, η γνώση της δεύτερης εναγομένης, μεσίτριας ασφαλίσεων και βοηθού εκπληρώσεως της αναιρεσείουσας, όσον αφορά την αλλαγή του ελέγχου της πλοιοκτήτριας ενάγουσας εταιρείας και την απόκτησή του από τον νέο εκπρόσωπο της και μοναδικό πλέον εταίρο της, λογίζεται ως γνώση της αναιρεσείουσας (πρώτης εναγομένης), ευθυνομένης για την υπαίτια παράλειψη της προστηθείσας δεύτερης εναγομένης να την ενημερώσει, δεχόμενο, μετά ταύτα, κατά το αγγλικό δίκαιο, ότι η αναιρεσίβλητη δεν παραβίασε το ασφαλιστικό βάρος αυτής προς ενημέρωση της αναιρεσείουσας και, συνακόλουθα, δεν συνέτρεξε, λόγος απαλλαγής της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας.

Επομένως, εφόσον το Εφετείο, με βάση τις πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) αυτού, έκρινε ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, ως προς τη ρήτρα 8 του του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου, υπόκειται στο αγγλικό δίκαιο, το οποίο και πράγματι εφάρμοσε, ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να μην εφαρμόσει το αγγλικό δίκαιο, που ήταν εφαρμοστέο στην προκείμενη περίπτωση, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 εδ.

α' ΑΚ άλλως του άρθρου 3 παρ. 1 της Συμβάσεως της Ρώμης του 1980, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση η παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).

Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 980/2020, ΑΠ 1654/2018, ΑΠ .../2008). Επίσης, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας, αυτεπάγγελτα, τον νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 108/2014, ΑΠ 45/2006), έστω και αν καταλήξει σε διάφορο συμπέρασμα από αυτό που θεωρούν κατά την άποψή τους ορθό οι διάδικοι (ΑΠ 1330/2011, 952/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η αναιρεσίβλητη εξέθετε με αυτήν ότι η δεύτερη εναγομένη ασφαλειομεσίτρια ενήργησε στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, ότι αποκλειστικά μέσω της ως άνω εναγομένης ερχόταν σε συνεννόηση με την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία για όλα ανεξαιρέτως τα ζητήματα που αφορούσαν τη σύμβαση ασφάλισης, ότι παρέδωσε σ' αυτή τα έγγραφα για την αλλαγή της διοικήσεως, ότι η κύρια σύμβαση ασφαλίσεως συνήφθη μέσω αυτής, ότι αυτήν ενημέρωσε για την επέλευση του κινδύνου, ότι η γνώση του ασφαλειομεσίτη ή αντιπροσώπου είναι και γνώση του ασφαλιστή, επικαλέστηκε δε ιδία ευθύνη αυτής υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου και αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το ήδη εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: 1) ότι μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας είχε καταρτισθεί σύμβαση μεσιτείας, έχοντας αναλάβει η δεύτερη εναγομένη, με την ιδιότητα του μεσίτη, υπό την έννοια των διατάξεων 93 επ.

του γερμανικού Εμπορικού Κώδικα (HGB), την διαμεσολάβηση για την σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, 2) ότι δεύτερη εναγομένη παρείχε διαρκώς υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεων, που εντάσσονται στον επιχειρησιακό κύκλο δράσης της αναιρεσείουσας και προώθησης των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων αυτής, όπως σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενο και τους όρους λειτουργίας της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης, τον τρόπο εκτέλεσης αυτής και τα χρησιμοποιούμενα έντυπα, από την προσυπογραφή από τη μεσιτική εταιρία της αίτησης προς ασφάλιση, την αποδοχή της πρότασης ασφάλισης από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, από την καταβολή από αυτήν της αναλογούσης για τη διαμεσολάβηση της δεύτερης εναγομένης προμήθειας σύμφωνα με τους όρους της, την έκδοση πιστοποιητικών ασφάλισης εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης με βάση τους συμφωνηθέντες όρους με την αναιρεσείουσα και την παράδοσή τους στον ασφαλιζόμενο, από την αντικατάσταση του πιστοποιητικού ασφάλισης με το οριστικό συμβόλαιο εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, αφότου εκδιδόταν και παραδιδόταν σ' αυτήν από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, από την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της της αναιρεσείουσας με την έκδοση αντίστοιχων παραστατικών, από την λήψη δηλώσεων της ασφαλισμένης ενάγουσας προς την αναιρεσείουσα, περιλαμβανομένης της αναγγελίας επέλευσης καλυπτόμενου κινδύνου, υποχρεώσεις στις οποίες όφειλε να συμμορφώνεται η εναγομένη μεσιτική εταιρία, 3) ότι η δεύτερη εναγομένη ήταν επιφορτισμένη με την τακτοποίηση των ασφαλιστικών συμβάσεων της αναιρεσείουσας, προς εκπλήρωση των ανειλημμένων εξ αυτών υποχρεώσεών της και εξυπηρέτησης των συμφερόντων της και επομένως, οι ενέργειες της εντάσσονταν στο πεδίο δραστηριότητας της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία συνδέονταν συμβατικώς και δεν ενεργούσε για το συμφέρον της ενάγουσας ασφαλισμένης εταιρείας, 4) ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προσδίδουν στη δεύτερη εναγομένη μεσιτική εταιρία, την ιδιότητα της βοηθού εκπληρώσεως, προστηθείσας από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική επιχείρηση και κατ' ακολουθία, στηρίζουν την αντικειμενική ευθύνη της τελευταίας για τις πράξεις της προστηθείσας εναγομένης, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, καθόσον η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε τους κίνδυνους για τις πράξεις ή τις παραλείψεις δεύτερης εναγομένης που συνδέονται με την δραστηριότητα που της είχε αναθέσει στα πλαίσια εκπλήρωσης της παροχής της και ανάγονται στην σφαίρα δράσης της και τις υποχρεώσεις της έναντι της ασφαλισμένης ενάγουσας.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι χαρακτήρισε τη δεύτερη εναγομένη μεσίτρια, βοηθό εκπληρώσεως και προστηθείσα από την αναιρεσείουσα-πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία χωρίς στο δικόγραφο της αγωγής να περιλαμβάνονται, αντίστοιχα, οι ως άνω ισχυρισμοί, με τους οποίους να αποδίδονται από την ενάγουσα στην προαναφερομένη διάδικο οι ισχυρισμοί περί βοηθού εκπληρώσεως και προστηθείσας από την αναιρεσείουσα.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απλώς διέλαβε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, αναφορικά με τους επικαλούμενους από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμούς προς θεμελίωση της απαιτήσεώς της κατά της αναιρεσείουσας, χωρίς να λάβει υπόψη και άλλα, ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πραγματικά περιστατικά που δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή της, ακολούθως δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προέβη στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό των παρά της αναιρεσίβλητης ως άνω προταθέντων και αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, υπαγάγοντας αυτά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου, με συνέπεια να μην ιδρύεται, όπως προαναφέρθηκε, η προβλεπόμενη από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ πλημμέλεια.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-6-2020 αίτηση της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της υπ' αριθ. 118/2020 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ