Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the specific ground cited does not match statutory requirements for review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn a first-instance judgment regarding an intestate inheritance dispute. The appellant argued that the court failed to examine the inadmissibility of the appeal due to improper service of process, claiming this fell under a specific ground for review. The court ruled this argument inadmissible because the cited ground for appeal did not align with the statutory list of grounds permitted for reviewing such judgments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground must strictly correspond to one of the enumerated grounds in the relevant article; grounds not listed are inadmissible for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1529 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1529/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Ι. Κ. του Β., κατοίκου Αθηνών, υπό την ιδιότητά του ως Κηδεμόνα της σχολάζουσας Κληρονομίας του Α. Τ. του Ι. . Παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Η. Σ. του Σ., κατοίκου Δήμου ...,
2) Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής και
3) Μ. χήρας Σ. Σ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου Δήμου ...,
απάντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Σ. Σ. του Η. που απεβίωσε στις 07.05.2015.
Οι 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ η 3η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Δρακωτού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Εμμανουέλα Πανοπούλου, η οποία άσκησε παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, με την ιδιότητά του ως ασκούντος την εποπτεία στις σχολάζουσες κληρονομίες κατά το άρθρο 69 του ν. 4182/2013, υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.06.2008 αγωγή του αρχικού διαδίκου Σ. Σ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3898/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 550/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 07.02.2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων και η πληρεξούσια του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθ. .../8-7-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Βασιλικής Μποροδήμου - Βασιλείου που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 07.02.2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτήν πράξεις (α) ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22.02.2021, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και (β) ορισμού ως νέας δικασίμου, βάσει των άρθρων 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 26 του ν. 4792/2021, της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (13.09.2021), για την οποία η εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Η.
Σ.. Κατά συνέπεια, αφού ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλήτευσε την απούσα, δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Σ. Σ., προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στην ως άνω προσδιορισθείσα αρχικά δικάσιμο (22.02.2021). Μετά ταύτα και υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέστησαν ομόδικοι μετά τον επελθόντα θάνατο του αρχικού διαδίκου Σ.
Σ., πρέπει ως προς την απούσα δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί, ως προς αυτήν, απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως. Συνακόλουθα, ως προς τον απόντα πρώτο των αναιρεσιβλήτων πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως σαν να είναι παρών, όπως επίσης και ως προς την παραστάσα τρίτη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ως άνω εκτεθέντα.
[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1, 558, 495 και 496 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 433/2020, ΑΠ 1171/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, παραστάθηκε και άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ του αναιρεσείοντος, ο Υπουργός των Οικονομικών, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 περ. δ ν. 4182/2013, ήτοι με την κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης, αιτούμενος, υπό την επίκληση ότι έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, να γίνει δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση.
[III] Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, «κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,
2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,
3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα,
4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,
5) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,
6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».
Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται «αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο».
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη 550/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε την έφεση κατά της 3898/ 2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αιτίαση ότι, ενώ η έφεση έπρεπε να κοινοποιηθεί προς το Ελληνικό Δημόσιο ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο στην έκτη τάξη του Α. Τ. με βάση το άρθρο 69 παρ. 2 του ν. 4182/2013, το ως άνω Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο της συζητήσεως της εφέσεως λόγω της μη κοινοποιήσεώς της στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο λόγος αυτός, ο οποίος φέρεται με το αναιρετήριο ως λόγος προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.
[IV] Κατόπιν αυτών, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη, συνακόλουθα δε, κρίνεται απορριπτέα και η από 07.09.2021 ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, στο αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας ποσό δικαστικών εξόδων μόνον της παραστάσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τρίτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία νίκησε και υπέβαλε σχετικό αίτημα με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της, δεδομένου ότι δεν παρέστη ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του προσθέτως παρεμβαίνοντος, διότι η τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν υπεβλήθη σε ιδιαίτερες δικαστικές δαπάνες προς απόκρουση της πρόσθετης παρέμβασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07.02.2018 αίτηση του Ι. Κ. για αναίρεση της 550/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και την υπέρ του αναιρεσείοντος πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ