1529/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1529/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1529 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1529/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ...., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της 1) Γεώργιο Ορφανίδη και 2) Αντώνιο Κουτσοφιό. Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία ... S.A., που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2011 αγωγή της εταιρίας με την επωνυμία ... S.A., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4400/2011 και 1419/2012 μη οριστικές, 2706/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2015 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 23-3-2015 και 31-8-2015 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 2-12-2015 και 11-2-2016 εκθέσεις του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με τις οποίες εισηγήθηκε: Α) την παραδοχή των δεύτερου, κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος, τρίτου, κατά το δεύτερο μέρος, και πρώτου, κατά το πρώτο μέρος, (υπό την αναφερόμενη στο σκεπτικό προϋπόθεση), και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 23-3-2015 αίτησης και Β) την απόρριψη της από 31-8-2015 αίτησης.
Οι πληρεξούσιοι ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους, την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου μέρους και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενάγουσα "... SA" (αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη) με την από 1.3.2011 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την οποία απηύθυνε κατά α) της μη διαδίκου εταιρίας "..." και β) της εταιρίας "..." (αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης), ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των 1.633.147 δολάρια ΗΠΑ και επικουρικά το ισάξιο αυτών σε ευρώ, ως οφειλόμενο τίμημα από την πώληση καυσίμων.
Εκδόθηκαν κατά σειρά οι ακόλουθες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς: Υπ’ αριθ. 4400/2001 που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση λόγω μη κλητεύσεως της δεύτερης εναγομένης και ανέβαλε τη συζήτηση για την πρώτη. Υπ’ αριθ. 1419/2012 που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση για την πρώτη εναγομένη λόγω μη κλητεύσεως και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως για να προσκομισθούν γνωμοδοτήσεις για το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο.
Και τέλος η υπ’ αριθ. 2706/2013 οριστική απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή εν μέρει. Επί της εφέσεως της δεύτερης εναγομένης και της αντίθετης, αλλά επικουρικής, της ενάγουσας εκδόθηκε, αντιμωλία αυτών, η υπ’ αριθ. 107/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία η μεν έφεση της εναγομένης απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη, η δε επικουρική έφεση της ενάγουσας ως άνευ αντικειμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης η εναγομένη και η ενάγουσα (η τελευταία επικουρικά υπό την αίρεση παραδοχής της αναιρέσεως της εναγομένης). Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα το με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.
Εφόσον ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Α.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 23 ΜΑΡΤΙΟΥ 2015 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει και στην περίπτωση που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης η οποία κατά το νόμο ανήκει στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου (ΑΠ 87/2013).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αφορά τη δημόσια τάξη και γι’ αυτό, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2γ ΚΠολΔ, μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 20/2008). Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλομΑΠ 11/2000, ΑΠ 1218/2000).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 της 22-12-2000 του Συμβουλίου, "για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", ο οποίος αντικατέστησε από 1-3-2002 τη Σύμβαση των Βρυξελλών της 27-9-1968 που κυρώθηκε με τον ν. 1814/1988 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, "τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο πρωταρχικός κανόνας της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου. Επίσης, στο άρθρο 5 του ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι "πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι, εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων". Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται, για τις αγωγές από σύμβαση, συντρέχουσα διεθνής δικαιοδοσία ειδικής δικαιοδοτικής βάσης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: α) τα πρόσωπα που κατοικούν σε ένα κράτος μέλος, χωρίς να έχουν την ιθαγένεια του μέλους αυτού, υπάγονται στο κράτος αυτό, σύμφωνα με τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που εφαρμόζονται και στους ημεδαπούς, δηλαδή ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο οποίο κατοικούν και β) για τις διαφορές από τη σύμβαση πώλησης εμπορευμάτων μεταξύ προσώπων-κατοίκων των χωρών που έχουν προσχωρήσει στην ανωτέρω Σύμβαση των Βρυξελλών (ήδη Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου), ιδρύεται συντρέχουσα δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή.
Επειδή από μία σύμβαση ιδίως αμφοτεροβαρή μπορεί να γεννώνται περισσότερες από μία παροχές, οι οποίες εκπληρώνονται ενδεχομένως σε διαφορετικούς τόπους, απαιτείται ο προσδιορισμός της κρίσιμης παροχής, αν δηλαδή θα ληφθεί υπόψη η επίδικη παροχή, η εκπλήρωση της οποίας προβάλλεται ως βάση τη αγωγής, ή η χαρακτηριστική παροχή της συμβάσεως, η κύρια για το σύνολο της συμβάσεως.
Με την προαναφερόμενη ρύθμιση του άρθρου 5 σημείο 1 ΚανΒρυξ Ι και ειδικά για τις συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων ο ενωσιακός νομοθέτης ρητά όρισε να μην λαμβάνεται υπόψη η επίδικη παροχή, αλλά η χαρακτηριστική παροχή των συμβάσεων αυτών. Στην πώληση η χαρακτηριστική παροχή είναι η υποχρέωση παράδοσης των πωληθέντων εμπορευμάτων.
Επομένως κρίσιμος είναι ο τόπος εντός κράτους μέλους, όπου δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων και σε τελευταία ανάλυση, αν δεν προβλέπεται συμβατικός τόπος παροχής, ο τόπος της de facto παράδοσης των εμπορευμάτων. Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 5 (1) (β) του Κανονισμού, η "διαφορετική συμφωνία" των συμβαλλομένων, που τίθεται ως εξαίρεση των ανωτέρω, αναφέρεται στον τόπο παράδοσης των εμπορευμάτων και μόνο, δηλαδή στη χαρακτηριστική παροχή της σύμβασης και όχι στην επίδικη κάθε φορά παροχή, δεδομένου ότι τέτοια θα μπορούσε να είναι και η απαίτηση του πωλητή για την καταβολή του τιμήματος.
Αντίθετη εκδοχή θα καταστρατηγούσε τη βασική επιλογή του ενωσιακού νομοθέτη να επιβάλλει τη χαρακτηριστική παροχή ως βάση προσδιορισμού της δικαιοδοσίας επί πωλήσεως εμπορευμάτων (ΔΕΕ απόφαση ... C-381/08, σκ. 44-46, 49-50, 53-62, ΔΕΕ απόφαση ... C-87/10, σκ. 16-18, 22-26, ΕΠολΔ 2012 σελ. 122). Περαιτέρω, στο άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α’ και β’ της Διεθνούς Σύμβασης "Περί ενοποιήσεως κανόνων τινών επί συντηρητικής κατασχέσεως Θαλασσοπλοούντων Πλοίων υπογραφείσα εν Βρυξέλλαις την 10 Μαίου 1952", την οποία κύρωσε η Ελλάδα με το ν.δ. 4570/1966, ορίζεται ότι "τα δικαστήρια του κράτους εντός του οποίου ενεργήθη η κατάσχεση είναι αρμόδια προς εκδίκαση της κύριας απαιτήσεως είτε εάν το εσωτερικόν δίκαιον του κράτους εντός του οποίου ενεργήθη η κατάσχεσις, καθιστά αυτά αρμόδια είτε εις τας ακολούθους ειδικώς καθοριζομένας περιπτώσεις:
α) Εάν ο δανειστής έχη την κατοικίαν ή την κυρίαν επαγγελματικήν εγκατάστασιν αυτού εντός του κράτους ένθα ενηργήθη η κατάσχεσις. β) Εάν η απαίτησις εγεννήθη εντός του κράτους ένθα ενηργήθη η κατάσχεσις. γ) Εάν η απαίτησις αφορά τον πλούν κατά την διάρκειαν του οποίου ενηργήθη η κατάσχεσις. δ) Εάν η απαίτησις πηγάζη εκ συγκρούσεως ή εξ ετέρων περιστατικών καλυπτομένων υπό του άρθρου 13 της Διεθνούς Συμβάσεως περί ενοποιήσεως ενίων κανόνων αφορώντων τας συγκρούσεις μεταξύ πλοίων, την υπογραφείσαν εν Βρυξέλλαις την 23ην Σεπτεμβρίου 1910.
ε) Εάν η απαίτησις πηγάζη εξ επιθαλασσίας αρωγής ή διασώσεως. στ) Εάν η απαίτησις είναι ησφαλισμένη δια ναυτικής ή προτιμωμένης υποθήκης". Επίσης, στο άρθρο 1 παρ. 2 της εν λόγω Σύμβασης ορίζεται ότι "κατάσχεση σημαίνει κωλυσιπλοΐα πλοίου δυνάμει δικαστικής διαδικασίας προς ασφάλεια θαλάσσιας απαιτήσεως, αλλά δεν περιλαμβάνει κατάσχεση πλοίου ενεργούμενη δυνάμει τίτλου εκτελεστού".
Η Σύμβαση αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ σύμφωνα με το άρθρο 2 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, στη συνέχεια δε με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος 1975 απέκτησε και την από το Σύνταγμα υπεροχή της σε σχέση με το εσωτερικό δίκαιο. Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω διάταξη της Διεθνούς Σύμβασης υπερισχύει του Κανονισμού 44/2001, στο άρθρο 71 του οποίου ορίζεται ότι "ο παρών Κανονισμός δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη και οι οποίες σε εδικά θέματα, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή εκτέλεση αποφάσεων".
Περαιτέρω, προκύπτει ότι η Σύμβαση, κάνοντας χρήση του όρου "κατάσχεση" εννοεί την κράτηση (detention) ή ακινητοποίηση (immobillization), δηλαδή την υλική δέσμευση πλοίου, ύστερα από άδεια δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας δικαστικής αρχής για την εξασφάλιση ναυτικής απαίτησης. Δεν περιλαμβάνει σ’ αυτή και την κατάσχεση πλοίου σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή άλλου τίτλου εκτελεστού.
Και τούτο διότι ρητά ορίζει (άρθρο 1 παρ. 2) ότι "κατάσχεση σημαίνει κωλυσιπλοΐα πλοίου δυνάμει δικαστικής διαδικασίας προς ασφάλεια θαλάσσιας απαιτήσεως, αλλά δεν περιλαμβάνει κατάσχεση πλοίου ενεργούμενη δυνάμει τίτλου εκτελεστού". Εφαρμόζεται δε, όχι μόνο όταν πλοίο που φέρει τη σημαία συμβαλλόμενου ή μη κράτους κατασχεθεί συντηρητικά και παραμείνει κατασχεμένο μέχρι να ασκηθεί αγωγή για την κύρια υπόθεση, αλλά και όταν η δέσμευσή του αρθεί, λόγω εγγυοδοσίας, πριν ασκηθεί η αγωγή, καθώς και όταν αποτραπεί η εκτέλεση της απόφασης που διατάσσει τη συντηρητική κατάσχεση ή ακόμη και η έκδοση μίας τέτοιας απόφασης λόγω προσφοράς επαρκούς εγγύησης.
Η εκδοχή αυτή είναι σύμφωνη με το σκοπό της διάταξης. Η διάταξη παρέχει, σύμφωνα με το γράμμα της, εξουσία στα δικαστήρια του κράτους όπου έγινε η κατάσχεση να κρίνουν την υπόθεση ως προς την ουσία, για να έχει ο δανειστής τη δυνατότητα να εκτελέσει αμέσως κατά του πλοίου την τελεσίδικη απόφαση που θα αποκτήσει κατά του πλοιοκτήτη και συνακόλουθα να αποφύγει την αναγνώριση και κήρυξή της ως εκτελεστής στο κράτος όπου είναι κατασχεμένο το πλοίο, δηλαδή να εξοικονομήσει χρόνο και δαπάνες.
Ενόψει του σκοπού αυτής της διάταξης, η έννοια του αναφερόμενου σ’ αυτή όρου "κατάσχεση" πρέπει να εκληφθεί με ευρύτητα και να περιλάβει και τις περιπτώσεις που αποτρέπεται ή αντικαθίσταται η κατάσχεση με εγγυοδοσία. Αυτό σημαίνει αφενός μεν ότι έχουν δικαιοδοσία για την κύρια υπόθεση τα δικαστήρια της χώρας όπου επιδιώχθηκε αλλά δεν ολοκληρώθηκε η κατάσχεση λόγω εγγυοδοσίας, αφετέρου δε ότι διατηρούν τη δικαιοδοσία τους τα δικαστήρια της χώρας όπου έγινε η κατάσχεση και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με εγγυοδοσία.
Για τη θεμελίωση, όμως, διεθνούς δικαιοδοσίας με βάση την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, προσαπαιτείται η πλήρωση και μίας από τις επί πλέον προϋποθέσεις που η Σύμβαση διαζευκτικά θέτει: Είτε ότι το εσωτερικό δίκαιο του κράτους εντός του οποίου ενεργήθηκε η κατάσχεση καθιστά τα δικαστήρια αυτά αρμόδια (βλ.
άρθρο 3 παρ. 1 ΚΠολΔ), είτε ότι συντρέχει μία από τις έξι περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται εκείνες κατά τις οποίες α) ο δανειστής έχει την κατοικία του ή την κύρια επαγγελματική του εγκατάσταση εντός του κράτους όπου ενεργήθηκε η κατάσχεση ή β) η απαίτηση γεννήθηκε εντός του κράτους όπου ενεργήθηκε η κατάσχεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την παραδεκτώς επαναφερθείσα με λόγο εφέσεως ένσταση της αναιρεσείουσας (δεύτερης εναγομένης) περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, διαλαμβάνοντας τις εξής παραδοχές: "Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "...
SA", που εδρεύει στη ..., είναι εμπορική εταιρεία, που έχει εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με εμπορία πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων, με αντικείμενο δραστηριότητας τον εφοδιασμό πλοίων με υγρά καύσιμα και άλλα πετρελαιοειδή, τα οποία παραδίδει στο λιμάνι παράδοσης του εκάστοτε εφοδιαζόμενου πλοίου.
Η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "..." (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) που εδρεύει στις νήσους Μάρσαλ, ασχολείται με την εμπορία πετρελαιοειδών καθώς και με την εκμετάλλευση πλοίων δικών της ή τρίτων για δικό της λογαριασμό κυρίως προς το σκοπό μεταφοράς πετρελαιοειδών, ενώ η δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ...
είναι κυρία του υπό σημαία Ιταλίας φορτηγού πλοίου "...", νηολογίου Παλέρμου .... Δυνάμει του από 28-7-2007 χρονο-ναυλοσύμφωνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των δύο εναγομένων εταιρειών, συμφωνήθηκε η δεύτερη εναγομένη ως πλοιοκτήτρια του πλοίου να το εκναυλώσει στην πρώτη εναγομένη για περίοδο χρονοναύλωσης 24 μηνών με τους ρητούς όρους η ναυλώτρια να δίνει κατά καιρούς στον πλοίαρχο όλες τις αναγκαίες οδηγίες και κατευθύνσεις για την πλεύση, ο πλοίαρχος να διορίζεται από την πλοιοκτήτρια και να υπόκειται στις εντολές και τις οδηγίες της ναυλώτριας σχετικά με τη χρησιμοποίηση του πλοίου, την πρακτόρευση και τους άλλους διακανονισμούς, ενώ ως προς το θέμα της υπεγγυότητας του πλοίου για τις οφειλές της ναυλώτριας συμφώνησαν στη σύμβαση αυτή να είναι εφαρμοστέο το αγγλικό δίκαιο.
Εξάλλου, απεδείχθη ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2009 έως τον Ιανουάριο 2010, δυνάμει πέντε διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη ως ναυλώτρια του επιδίκου πλοίου διάφορες ποσότητες καυσίμων και πιο συγκεκριμένα: 1) Στις 8-8-2009 η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο Σουέζ Αιγύπτου για τις ανάγκες του επιδίκου πλοίου με τη φορτηγίδα ... 9.449,837 μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου IFO προς 485 δολάρια ΗΠΑ ο τόνος, ήτοι 218.170,95 δολάρια ΗΠΑ, καθώς και 70.026 μετρικούς τόνους ...
προς 704 δολάρια ο μετρικός τόνος ήτοι 49.298,30 δολάρια, ήτοι καύσιμα συνολικής αξίας 267.481,25 δολαρίων ... 2) Στις 5-9-2009 η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο Γιβραλτάρ για τις ανάγκες του επιδίκου πλοίου με τη φορτηγίδα ... μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου ... προς 468 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 187.214,98 δολαρίων ΗΠΑ καθώς και 300,084 μετρικούς τόνους ...
προς 438,50 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 131.586,83 δολαρίων ΗΠΑ και 50,074 μετρικούς τόνους MGO προς 625 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 31.296,25 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι καύσιμα συνολικής αξίας 350.098,06 δολαρίων ΗΠΑ ... 3) στις 14-11-2009 η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο Γιβραλτάρ για τις ανάγκες του επιδίκου πλοίου με τη φορτηγίδα ... 700,175 μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου ...
προς 473,50 δολάρια ΗΠΑ τον μετρικό τόνο, αξίας 331.532,86 δολάρια δολαρίων ΗΠΑ ... 4) στις 6-12-2009 πώλησε και παρέδωσε στο Γιβραλτάρ για τις ανάγκες του επιδίκου με τη φορτηγίδα ... μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου ...) προς 472,50 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 189.005,67 δολαρίων ΗΠΑ, 399,897 μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου ...) προς 483 δολάρια ο μετρικός τόνος, αξίας 193.150,25 δολαρίων ΗΠΑ καθώς και 49,976 ...
προς 673 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 33.633,85 δολαρίων ΗΠΑ ... 5) στις 2-1-2010 η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο Γιβραλτάρ για τις ανάγκες του επιδίκου πλοίου με τη φορτηγίδα ... μετρικούς τόνους ...)προς 447 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 268.245,15 δολαρίων Η.Π.Α... Σε όλα τα ανωτέρω τιμολόγια αναγραφόταν ότι το οφειλόμενο ποσό καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό 30 ημέρες από την ημερομηνία παραδόσεως, η εξόφληση θα λάμβανε χώρα με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρείται στο Κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Αθήνα και ότι εφαρμοστέο δίκαιο για τις συμβάσεις πώλησης είναι το αιγυπτιακό δίκαιο ...
Η δεύτερη εναγομένη με τον πρώτο λόγο έφεσής της ισχυρίζεται ότι η συνεκκαλούμενη υπ’ αριθ. 1419/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου εσφαλμένα έκρινε ότι υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης, καθόσον σύμφωνα με τον Κανονισμό 44/2001 του Συμβουλίου της ΕΕ "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", έχουν διεθνή δικαιοδοσία τα δικαστήρια της Ιταλίας, ως δικαστήρια της έδρας της δεύτερης εναγομένης κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού, ενώ ως Δικαστήριο του τόπου εκπληρώσεως της παροχής θεωρείται ο τόπος παράδοσης των εμπορευμάτων κατ’ άρθρο 5 παρ.1 εδ.
β’ του άνω Κανονισμού ... Ο λόγος αυτός έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της προκείμενης διαφοράς, ως αρμόδια δικαστήρια του τόπου εκπλήρωσης της παροχής, κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 α’ , β του Κανονισμού 44/2001..., όπως ορθά έκρινε η συνεκκαλουμένη άνω -απόφαση.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1α’ του άνω Κανονισμού 44/2001 ορίζεται ότι "πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί ως προς διαφορές εκ συμβάσεως ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή", το δε άρθρο 5 παρ.1β’ του Κανονισμού ορίζει "για τους σκοπούς εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:
εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοσις των εμπορευμάτων", ενώ το άρθρο 5 παρ.1 γ’ του ίδιου Κανονισμού ορίζει ότι: "το στοιχείο (α’ ) εφαρμόζεται εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο (β’ )". Στην προκείμενη περίπτωση όμως, όπου η επίδικη παροχή είναι η υποχρέωση καταβολής του τιμήματος εκ μέρους του αγοραστή των καυσίμων (πρώτης εναγομένης) συμφωνήθηκε διαφορετικά, ήτοι συμφωνήθηκε με τη ρητή αναγραφή επί των σχετικών τιμολογίων και την πάγια συμφωνημένη πρακτική μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης ότι η πληρωμή του τιμήματος θα γινόταν με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό στην Αθήνα ...
στην Τράπεζα Κύπρου ... και επομένως δεν εφαρμόζεται ως τόπος εκπληρώσεως της παροχής ο τόπος παράδοσης των εμπορευμάτων, κατ’ άρθρο 5 παρ.1β’ του Κανονισμού".
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση, θεμελιώνοντας τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και σε δεύτερη βάση, δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία τα εξής: "... Η πρώτη εναγομένη δεν κατέβαλε το οφειλόμενο τίμημα για τις ανωτέρω πέντε πωλήσεις καυσίμων, με αποτέλεσμα να οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.633.147,09 δολαρίων ΗΠΑ (267.481,25 + 350.098,06 + 331.532,86 + 415.789,77 + 268.245,15).
Εξάλλου, απεδείχθη ότι με την από 20-8-2010 και υπ’ αριθ. κατ.5801/2010 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα ζήτησε, προς εξασφάλιση της απαίτησής της, να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση του επιδίκου πλοίου μέχρι του ποσού των 2.286.405,93 δολαρίων ΗΠΑ και επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η από 20-8-2010 προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου, που απαγόρευσε προσωρινά και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως τον απόπλου του πλοίου, η δε πιο πάνω προσωρινή διαταγή μπορούσε να ανακληθεί αυτοδικαίως με την κατάθεση στον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, εγγυητικής επιστολής Τράπεζας αξιόχρεου στην Ελλάδα υπέρ της ενάγουσας ποσού 1.500.000 ευρώ.
Πράγματι ή δεύτερη εναγομένη κατέθεσε στις 15-9-2010 στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της υπ’ αριθμ....2010 πράξης κατάθεσης, την υπ’ αριθμ....15-9-2010 εγγυητική επιστολή εκδόσεως της Τράπεζας ..., ποσού 1.500.000 ευρώ, με την οποία η εκδότρια τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό που θα επιδικασθεί υπέρ της ενάγουσας με τελεσίδικη απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου.
Ακολούθως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.678/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία επιτράπηκε στην ενάγουσα η συντηρητική κατάσχεση του επιδίκου πλοίου μέχρι του ποσού των 1.275.896 £ και παρείχε την ευχέρεια να ματαιώσει ή να αντικαταστήσει τη συντηρητική κατάσχεση, με την κατάθεση εγγυητικής επιστολής αξιόχρεης Τράπεζας ποσού 1.275.896 ευρώ..." Ενόψει των παραδοχών αυτών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της προκείμενης διαφοράς ...
ως δικαστήρια του τόπου όπου διενεργήθηκε η κατάσχεση με βάση το άρθρο 7 παρ.1 εδ. α’ , β’ της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1952 ... Η επίδικη απαίτηση γεννήθηκε στην Ελλάδα διότι η σύμβαση καταρτίστηκε στην Ελλάδα (περιέλευση αποδοχής) και το τίμημα για την αγοραπωλησία των καυσίμων είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται στην Αθήνα.
Ακόμα απεδείχθη ότι η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα της ενάγουσας δεν είναι στη ..., αλλά στην Αθήνα, όπου διατηρεί γραφείο απ’ όπου ασκείται η διαχείρισή της, καθόσον η οργάνωση πετρελεύσεων μέσω της αγοράς φορτίων πετρελαίου και του εφοδιασμού των πλοίων ανά τον κόσμο είναι διοικητικής/λογιστικής φύσεως και φύσεως marketing, δηλαδή η ενάγουσα προσελκύει αγοραστές καυσίμων, οργανώνει τη σχετική πετρέλευση και εκδίδει τα τιμολόγια, τηρώντας παράλληλα αλληλογραφία.
Επομένως, με εξαίρεση την πράξη της πετρέλευσης που πραγματοποιείται σε όλη τη γη, η υπόλοιπη δραστηριότητα ενεργείται από το γραφείο της ενάγουσας στην Αθήνα, που είναι και η πραγματική έδρα της, γεγονός που κατέθεσε και ο εξετασθείς μάρτυς της ενάγουσας..." Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, με το να κρίνει το Εφετείο ότι υπήρχε διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 1 εδ.
α’ της προαναφερθείσας Διεθνούς Σύμβασης, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, το εν λόγω άρθρο, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις διατάξεις αυτού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η πραγματική έδρα και κύρια επαγγελματική δραστηριότητα της ενάγουσας δεν είναι στη ..., αλλά στην Αθήνα και ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στη σχετική νομική σκέψη αναφορικά με την έννοια της κατάσχεσης του πλοίου, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 εδ.
α’ και β’ της ανωτέρω Διεθνούς Σύμβασης, η οποία, σημειωτέον, υπερισχύει του Κανονισμού 44/2001, στο άρθρο 71 του οποίου ορίζεται ότι "ο παρών Κανονισμός δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη και οι οποίες σε εδικά θέματα, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή εκτέλεση αποφάσεων".
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο (κατ’ εκτίμηση) αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας η αιτίαση ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες α) του αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι επιλήφθηκε υπόθεσης, που κατά νόμο ανήκει στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου και β) του αριθ. 14 του εν λόγω άρθρου 559 ΚΠολΔ. παραλείποντας παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη διεθνούς κατά τα ανωτέρω δικαιοδοσίας (διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης). Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο και η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι όπως προαναφέρθηκε, οι διατάξεις περί δικαιοδοσίας είναι δικονομικού δικαίου.
Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (άρθρα 3 και 4 ΚΠολΔ). Αν δεν συντρέχει, τότε απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη κατ’ άρθρο 4 ΚΠολΔ. Αν από τον παρόντα στη δίκη εναγόμενο προβληθεί ένσταση και αμφισβητηθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου (διαφορετικά επέρχεται κατά κανόνα σιωπηρά παρέκταση), το δικαστήριο υποχρεούται, πριν από την ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, να ελέγξει και αυτεπαγγέλτως αν έχει δικαιοδοσία με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή ή αίτηση πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων ο ενάγων θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων.
Αν η αγωγή δεν διαλαμβάνει καθόλου τέτοια περιστατικά ή τα διαλαμβανόμενα κρίνονται ανεπιτήδεια ή ανεπαρκή για τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας, τότε η αγωγή δεν απορρίπτεται ως αόριστη, διότι η έρευνα της δικαιοδοσίας προηγείται κατά νόμο της έρευνας της πληρότητας της αγωγής ως εισαγωγικού δικογράφου, αλλά ως απαράδεκτη για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας.
Περαιτέρω, ως πράγματα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΑΠ 1121/1998, ΑΠ 87/2013).
Επομένως, πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί επί των οποίων ο ενάγων θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου ως προϋπόθεση ικανοποιήσεως του καταγόμενου σε δίκη ουσιαστικού δικαιώματός του. Εάν λοιπόν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας του, λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά μη προταθέντα από τον ενάγοντα με την αγωγή, υποπίπτει στην προαναφερόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, με τον πρώτο λόγο κατά το τρίτο μέρος, ότι δέχθηκε τη συνδρομή της εκ του άρθρου 7 της Διεθνούς Συμβάσεως 1952 δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, μολονότι οι πραγματικές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ανωτέρω διεθνούς δικαιοδοσίας δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα.
Ωστόσο, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλείται και τις δύο προϋποθέσεις που αρκούσαν για τη θεμελίωση της εν λόγω δικαιοδοσίας και συγκεκριμένα ότι: α) Κατόπιν αιτήσεώς της για συντηρητική κατάσχεση του πλοίου της αναιρεσείουσας, που είχε πλεύσει στον Πειραιά, απαγορεύθηκε με την από 20.8.2010 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ο απόπλους αυτού και εν τέλει επιτράπηκε (ο απόπλους) κατόπιν καταβολής εγγυητικής επιστολής τράπεζας ποσού 1.500.000 ευρώ δυνάμει της υπ’ αριθ. ...2010 πράξης κατάθεσης, πράγμα που ισοδυναμεί με κατάσχεση πλοίου κατά την έννοια του άρθρου 7 της Διεθνούς Συμβάσεως, όπως αναλύθηκε ανωτέρω.
Και β) έχει "εγκατεστημένο γραφείο" στην Ελλάδα, το οποίο εκτιμάται ότι έχει την έννοια της πραγματικής εγκαταστάσεως (έδρας) στην Ελλάδα. Η επίκληση (και απόδειξη) των δύο αυτών πραγματικών προϋποθέσεων αρκούσε για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας με βάση τη Διεθνή Σύμβαση, την οποία, αν και η ενάγουσα δεν την επικαλέσθηκε ρητά, το δικαστήριο την εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως διότι αποτελεί εσωτερικό δίκαιο.
Και ναι μεν το Εφετείο στήριξε τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επιπρόσθετα και στην πλήρωση της δεύτερης προϋποθέσεως, δηλαδή ότι η ένδικη απαίτηση γεννήθηκε εντός της χώρας όπου διενεργήθηκε η κατάσχεση (Ελλάδα), πλην όμως η αναφορά αυτή συνιστά πλεοναστική αιτιολογία και χωρίς ωφέλεια πλήττεται από την αναιρεσείουσα, αφού αρκούσε η επίκληση και απόδειξη της πρώτης μόνον προϋποθέσεως.
Ενόψει αυτών ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος, από τους αριθ. 4 και 14 (και όχι και από τον αριθ. 1 που αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα πλήττει και την επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης, περί του ότι η δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων έχει έρεισμα (και) στις διατάξεις των άρθρων 2 και 5 του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", κατά τα ειδικότερα εκτενώς εκτιθέμενα στο αναιρετήριο.
Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής, αφού η προαναφερόμενη αιτιολογία περί εφαρμογής του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α’ της Διεθνούς Σύμβασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 64 παρ. 3 κατ 951 παρ. 1 εδ.
β ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι κατ οι ενώσεις νομικών ή και φυσικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό (κοινοπραξίες), μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ’ εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 ΚΠολΔ, που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της δικονομικής διευκόλυνσης των συναλλασσομένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους.
Εφόσον δε απονεμήθηκε από το νομοθέτη στις εν λόγω εταιρείες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ’ ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ’ επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα κατ τις υποχρεώσεις αυτών.
Η άποψη ότι οι ανωτέρω ενώσεις κατ εταιρείες είναι μόνο υποκείμενα της διαδικασίας, ενώ υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης και της επίδικης έννομης σχέσης είναι τα κατ’ ιδίαν μέλη αυτών, είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων, επιπλέον δε διασπά χωρίς λόγο την καθιερωμένη τυπική έννοια του διαδίκου και εισάγει την έννοια του υποκειμένου της διαδικασίας ως έννοιας διάφορης του υποκειμένου της έννομης σχέσης της δίκης ενώ αυτά, εφόσον ως διαδικασία νοείται το σύνολο των διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων δια των οποίων αρχίζει, εξελίσσεται και περατούται η έννομη σχέση της δίκης, δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται και, τέλος, καθιερώνει διάκριση μεταξύ κανόνων που ρυθμίζουν την έννομη σχέση της δίκης και κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, η οποία, όμως, δεν απορρέει από καμία διάταξη ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 και 216 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι σε περίπτωση ένωσης προσώπων ή εταιρείας χωρίς νομική προσωπικότητα, για το κύρος του δικογράφου της αγωγής, είτε αυτή ενάγει είτε ενάγεται, αρκεί η μνεία της επωνυμίας της κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής, χωρίς να απαιτείται και να μνημονεύονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που την αποτελούν ούτε το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στο επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα (ΟλΑΠ 14/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον ως άνω πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι παραβίασε, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 κατ 73 ΚΠολΔ, καθόσον, παρότι δέχθηκε ότι "η πραγματική έδρα" της αναιρεσίβλητης βρίσκεται στην Ελλάδα με συνακόλουθη συνέπεια την ακυρότητα της ως νομικού προσώπου (ανώνυμης εταιρείας), λόγω μη τήρησης των προαπαιτούμενων του ελληνικού δικαίου για την έγκυρη σύσταση της, δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή της ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, νομιμοποιούταν ενεργητικώς- κατ στην περίπτωση που δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας διατυπώσεις, χωρίς επιπλέον να είναι αναγκαίο για το κύρος του δικογράφου αυτής (αγωγής) να μνημονεύονται τα ονόματα των μελών που την αποτελούν, (όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με το αναιρετήριο).
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 ΑΚ οι ενοχές από τη σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη και, αν δεν ορίστηκε τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Η παρεχόμενη στα μέρη εξουσία από το άρθρο 25 ΑΚ να ορίζουν το δίκαιο που θα ρυθμίζει τις ενοχές από σύμβαση, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πνεύμα της Σύμβασης της Ρώμης του έτους 1980, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που κυρώθηκε με το ν. 1792/1988 και αποτελεί από 14-1-1991 εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας με την ισχύ που δίνει σε αυτό το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος και με την οποία ρυθμίζεται το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές.
Κατ’ άρθρο 1 παρ. 3 της ως άνω Σύμβασης, που επικρατεί του άρθρου 25 ΑΚ, "Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης". Περαιτέρω, η ευθύνη του κυρίου του πλοίου από πράξεις του εφοπλιστή (ναυλωτή), αν και είναι πραγματοπαγής, αποτελεί στο πλαίσιο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου εξωσυμβατική ενοχή, το έρεισμα της οποίας αναζητείται στο νόμο (ενοχή ex lege).
Ειδικός κανόνας ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που να προσδιορίζει ευθέως εν προκειμένω το εφαρμοστέο δίκαιο, δεν υπάρχει, ούτε αποτελεί τέτοιον κανόνα άμεσης εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 106 εδ. β’ ΚΙΝΔ, κατά την οποία "αι εκ του εφοπλισμού απορρέουσαι απαιτήσεις ασκούνται και κατά του πλοίου". Εν όψει τούτων, το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικών ενοχών, πρέπει να αναζητηθεί με βάση την αναλογική εφαρμογή του συνδετικού κανόνα του άρθρου 4 σημ.1 εδ.
α’ της ανωτέρω Σύμβασης της Ρώμης και του άρθρου 25 εδ. β’ ΑΚ. Κατά τον κανόνα αυτό εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που αρμόζει στη σχέση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών, οι οποίες συνεκτιμώνται, ανάλογα με τη στενότητα ή χαλαρότητα της έννομης σχέσης. Τέτοιες δε ειδικές συνθήκες εν προκειμένω αποτελούν η σημαία του πλοίου, η έδρα των εμπλεκομένων μερών, ο τόπος σύναψης και εκτέλεσης των παραγωγικών της ευθύνης δικαιοπραξιών και ιδίως η τυχόν υπάρχουσα συμφωνία του κυρίου του πλοίου και του εφοπλιστή περί υπαγωγής τους στο δίκαιο ορισμένης πολιτείας, διότι η εν λόγω σύμβαση αποτελεί και τη βάση και αφετηρία όλων των μετέπειτα σχέσεων του εφοπλιστή (ναυλωτή) προς τους τρίτους (ΑΠ 384/2005).
Περαιτέρω, στο αγγλικό δίκαιο διακρίνονται δύο είδη σύμβασης ναύλωσης: α) η σύμβαση μη γυμνής ναύλωσης (charter not by demise) και β) η σύμβαση γυμνής ναύλωσης (charter by demise). Σε περίπτωση σύμβασης μη γυμνής ναύλωσης ο κύριος του πλοίου διατηρεί την κυριότητα και την κατοχή του πλοίου μέσω του πλοιάρχου και του πληρώματός του, που είναι υπάλληλοί του (προστηθέντες), για τις πράξεις των οποίων ευθύνεται, όπως ευθύνεται και για τις πράξεις του ναυλωτή, αν ο τελευταίος ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του.
Στη σύμβαση μη γυμνής ναύλωσης ο ναυλωτής μπορεί να αποτελεί εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του πλοιοκτήτη και στο πλαίσιο αυτό να καταρτίζει συμβάσεις ως προς την εκμετάλλευση του πλοίου δεσμευτικές γι’ αυτόν (πλοιοκτήτη). Ο πλοιοκτήτης στη σύμβαση μη γυμνής ναύλωσης είναι υπεύθυνος για την πρόσληψη του πλοιάρχου και του πληρώματος, την καταβολή των μισθών τους και για τον ανεφοδιασμό και την ασφάλιση του πλοίου, ενώ ευθύνεται εν γένει για απαιτήσεις τρίτων που ανακύπτουν από τη λειτουργία και τη διαχείριση του πλοίου (π.χ.
σε περίπτωση μεταφοράς εμπορευμάτων δια του πλοίου). Η σύμβαση γυμνής ναύλωσης έχει ως αντικείμενο τη μίσθωση του πλοίου ως κινητού πράγματος και μπορεί να αφορά μόνο το σκάφος ή να συμπεριλαμβάνει και τον πλοίαρχο και το πλήρωμα του σκάφους. Και στις δύο περιπτώσεις ο ναυλωτής αντιμετωπίζεται από το αγγλικό δίκαιο ως προσωρινός κύριος του πλοίου για το χρονικό διάστημα που καθορίζεται στη σύμβαση (συνήθως ο ναυλωτής τέτοιας σύμβασης χαρακτηρίζεται ως "κύριος του πλοίου για ορισμένη αποστολή"-("owner pro hac vise", "owner pro tempore", "temporaty owner").
Εν γένει, στο πρόσωπο του ναυλωτή γυμνής ναύλωσης γεννώνται όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση του πλοίου καθ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσής του και είναι προσωρινά υπεύθυνος για όλα τα έξοδα που ανακύπτουν από τη λειτουργία του πλοίου, καθώς και την ασφάλισή του. Επίσης, στη σύμβαση γυμνής ναύλωσης ο κύριος του πλοίου δεν εμπλέκεται καθόλου στη διαχείριση του πλοίου, παρά μόνο στο μέτρο που η εκάστοτε σύμβαση το επιτρέπει, αποποιούμενος κάθε εξουσία επί του πλοίου, του πλοιάρχου και του πληρώματος, ενώ διατηρεί μόνο το δικαίωμα να απαιτήσει τον καθορισμένο με τη σύμβαση ναύλο και την επιστροφή του πλοίου, όταν λήξει η ναύλωση.
Για τις απαιτήσεις που απορρέουν από την εκμετάλλευση του πλοίου, ο κύριος του πλοίου στην περίπτωση της σύμβασης γυμνής ναύλωσης δεν υπέχει προσωπική ευθύνη. Ευθύνεται, ωστόσο, καταρχήν μέχρι της αξίας του πλοίου για συγκεκριμένες αξιώσεις που καθορίζονται από το νόμο, τη νομολογία και τα έθιμα. Κρίσιμο στοιχείο για τον καθορισμό της ευθύνης του κυρίου του πλοίου είναι το είδος της αξίωσης και όχι άλλα στοιχεία, όπως π.χ.
ο φορέας της αξίωσης.
Συνεπώς, οι τρίτοι δανειστές του πλοίου σε περίπτωση γυμνής ναύλωσής του μπορούν να στραφούν: α) εναντίον του ναυλωτή προσωπικά (in personam) για απαιτήσεις που ανακύπτουν από τη λειτουργία και τη διαχείριση του πλοίου ή και β) κατά του πλοίου (ήτοι του κυρίου) με την action in rem, εφόσον οι απαιτήσεις τους εντάσσονται σε μία από τις κατηγορίες για τις οποίες θεμελιώνεται πραγματοπαγής δικαιοδοσία των αρμόδιων δικαστηρίων.
Η αγωγή in rem έχει ως αντικείμενο την κατάσχεση του πλοίου ως εξασφάλιση της απαίτησης και αποτελεί κύρια διαδικασία, μη εντασσόμενη στα μέτρα προσωρινής δικαστικής προστασίας. Εφόσον δε ήθελε γίνει δεκτή οδηγεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά το πλοίου και μόνον. Κατά το αγγλικό δίκαιο, προκειμένου να ασκηθεί αγωγή in rem ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, πρέπει η κρίσιμη απαίτηση να αποτελεί θεσμικό προνόμιο (statutory lien) ή ναυτικό προνόμιο (maritime lien), κατά τον ....
Τα θεσμικά προνόμια αποτελούν απαιτήσεις επί πλοίου που δημιουργήθηκαν από τη νομοθεσία και προβλέπονται από την παράγραφο ...)-(Γ) του αγγλικού ..., μεταξύ δε των απαιτήσεων αυτών συγκαταλέγονται και... η) απαιτήσεις σχετικά με αγαθά και υλικά για τη λειτουργία και τη συντήρηση του πλοίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 21 (4) του ..., σε περίπτωση απαίτησης της παραγράφου 20 (2) (ε) έως (κστ) όπου: (α) η απαίτηση ανακύπτει σε σχέση με πλοίο- και (β) το πρόσωπο το οποίο θα υπείχε ευθύνη για απαίτηση επί αγωγής in personam ("το σχετικό πρόσωπο") ήταν, κατά το χρόνο γένεσης της απαίτησης, ο ιδιοκτήτης ή ο ναυλωτής ή έτερο πρόσωπο τελούν στην κατοχή ή τον έλεγχο του πλοίου, αγωγή in rem μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου (Ηigh Court), (ανεξαρτήτως του εάν η αξίωση παρέχει ναυτικό προνόμιο επί του συγκεκριμένου πλοίου), κατά (ι) του συγκεκριμένου πλοίου, εάν κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής το σχετικό πρόσωπο είναι είτε ο αληθής κύριος (beneficial owner) του πλοίου αυτού ως προς όλα τα επ’ αυτού μερίδια είτε ναυλωτής αυτού δυνάμει σύμβασης γυμνής ναύλωσης.
Ως σχετικό πρόσωπο νοείται ο ναυλωτής σύμβασης γυμνής ναύλωσης ακόμα και στην περίπτωση απουσίας έγγραφης τέτοιας σύμβασης, εφόσον η νομική σχέση που συνδέει τα μέρη παρέχει στο "σχετικό πρόσωπο" τα δικαιώματα σύμβασης γυμνής ναύλωσης έναντι του ιδιοκτήτη του πλοίου ή (ίί) οποιουδήποτε άλλου πλοίου, του οποίου το σχετικό πρόσωπο κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής είναι ο αληθής κύριος (beneficial owner) όλων των μεριδίων αυτού. (Τα ανωτέρω, αναφορικά με τις σχετικές ρυθμίσεις του αγγλικού δικαίου, προκύπτουν από τις υπ’ αριθ.
πρωτ. ...-7-2012 και ...-12-2013 Νομικές Πληροφορίες του Ινστιτούτου Διεθνούς κα Αλλοδαπού Δικαίου, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα). Στην εν λόγω (δεύτερη) υπ’ αριθ. πρωτ. ...-12-2013 Νομική Πληροφορία αναφέρονται επιπλέον και τα εξής: Κατά το αγγλικό δίκαιο, ένα πρόσωπο δεν είναι ναυλωτής πλοίου εάν κατά τον κρίσιμο χρόνο έγερσης απαίτησης από τη σύμβαση της ναύλωσης το ναυλοσύμφωνο έχει λήξει.
Στην περίπτωση άσκησης αγωγής in rem, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 21 (4) του ..., μετά την καθ’ οιονδήποτε τρόπο λήξη της σύμβασης γυμνής ναύλωσης, δεν υφίσταται πλέον ευθύνη για απαιτήσεις από τη σύμβαση αυτή που εντάσσονται στην κατηγορία του θεσμικού προνομίου (statutory lienς). Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι αγωγή in rem για καύσιμα πλοίου και λοιπά εφόδια κατά πλοίου, που δεν ανήκει στον οφειλέτη της αξίωσης, συγχωρείται μόνον εφόσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
α) in personam ευθυνόμενος για την αξίωση είναι ο τυχόν γυμνός ναυλωτής (όχι δε ναυλωτής άλλου τύπου) του συγκεκριμένου πλοίου και β) κατά το χρόνο, που ασκείται η κατά του πλοίου αγωγή, η επ’ αυτού γυμνή ναύλωση εξακολουθεί να ισχύει.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο (με βάση τις κατωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές) έκρινε ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της, κατά το αγγλικό δίκαιο, in rem αγωγής κατά του επίδικου πλοίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Συγκεκριμένα, δέχθηκε πλέον των προπαρατιθέμενων και τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "..." που εδρεύει στις νήσους Μάρσαλ, ασχολείται με την εμπορία πετρελαιοειδών καθώς και με την εκμετάλλευση πλοίων δικών της ή τρίτων για δικό της λογαριασμό κυρίως προς το σκοπό μεταφοράς πετρελαιοειδών, ενώ η δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...", (ήδη αναιρεσείουσα) που εδρεύει στο ...
είναι κυρία του υπό σημαία Ιταλίας φορτηγού πλοίου "...", νηολογίου Παλέρμου, με ..., διεθνές διακριτικό σήμα ICU, .... Περαιτέρω απεδείχθη ότι δυνάμει του από 28-7-2007 χρονο-ναυλοσύμφωνου που καταρτίστηκε μεταξύ των δύο εναγομένων εταιρειών, συμφωνήθηκε η δεύτερη εναγομένη ως πλοιοκτήτρια του πλοίου να το εκναυλώσει στην πρώτη εναγομένη για περίοδο χρονοναύλωσης 24 μηνών με τους ρητούς όρους η ναυλώτρια να δίνει κατά καιρούς στον πλοίαρχο όλες τις αναγκαίες οδηγίες και κατευθύνσεις για την πλεύση, ο πλοίαρχος να διορίζεται από την πλοιοκτήτρια και να υπόκειται στις εντολές και τις οδηγίες της ναυλώτριας σχετικά με τη χρησιμοποίηση του πλοίου, την πρακτόρευση και τους άλλους διακανονισμούς, ενώ ως προς το θέμα της υπεγγυότητας του πλοίου για τις οφειλές της ναυλώτριας συμφώνησαν στη σύμβαση αυτή να είναι εφαρμοστέο το αγγλικό δίκαιο.
Εξάλλου, απεδείχθη ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2009 έως τον Ιανουάριο 2010, δυνάμει πέντε διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη ως ναυλώτρια του επιδίκου πλοίου διάφορες ποσότητες καυσίμων και πιο συγκεκριμένα: 1) Στις 8-8-2009 η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο Σουέζ Αιγύπτου για τις ανάγκες του επιδίκου πλοίου με τη φορτηγίδα ... 9.449,837 μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου IFO προς 485 δολάρια ΗΠΑ ο τόνος, ήτοι 218.170,95 δολάρια ΗΠΑ, καθώς και 70.026 μετρικούς τόνους ...
προς 704 δολάρια ο μετρικός τόνος ήτοι 49.298,30 δολάρια, ήτοι καύσιμα συνολικής αξίας 267.481,25 δολαρίων. Την παραλαβή των καυσίμων πιστοποίησε ο α’ μηχανικός του πλοίου, θέτοντας ανεπιφύλακτα την υπογραφή και τη σφραγίδα του πλοίου επί των σχετικών δελτίων παράδοσης και στη συνέχεια η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’ αριθ. ...
από 20-8-2009 τιμολόγιο, ποσού 267.481,25 δολαρίων ΗΠΑ, 2) Στις 5-9-2009 η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο Γιβραλτάρ για τις ανάγκες του επιδίκου πλοίου με τη φορτηγίδα ... μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου ... προς 468 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 187.214,98 δολαρίων ΗΠΑ καθώς και 300,084 μετρικούς τόνους ... προς 438,50 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 131.586,83 δολαρίων ΗΠΑ και 50,074 μετρικούς τόνους MGO προς 625 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 31.296,25 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι καύσιμα συνολικής αξίας 350.098,06 δολαρίων ΗΠΑ.
Την παραλαβή των καυσίμων πιστοποίησε ο πλοίαρχος του πλοίου, θέτοντας ανεπιφύλακτα την υπογραφή και τη σφραγίδα του πλοίου επί των σχετικών δελτίων παράδοσης και στη συνέχεια η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’ αριθμ.... από 9-9-2009 τιμολόγιο, ποσού 350.098,06 δολαρίων ΗΠΑ, 3) στις 14-11-2009 η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο Γιβραλτάρ για τις ανάγκες του επιδίκου πλοίου με τη φορτηγίδα ... 700,175 μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου ...
προς 473,50 δολάρια ΗΠΑ τον μετρικό τόνο, αξίας 331.532,86 δολάρια δολαρίων ΗΠΑ. Την παραλαβή των καυσίμων πιστοποίησε ο πλοίαρχος του πλοίου, θέτοντας ανεπιφύλακτα την υπογραφή και τη σφραγίδα του πλοίου επί των σχετικών δελτίων παράδοσης και στη συνέχεια η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’ αριθμ.... από 24-11-2009 τιμολόγιο, ποσού 331.532,86 δολαρίων ΗΠΑ, 4) στις 6-12-2009 πώλησε και παρέδωσε στο Γιβραλτάρ για τις ανάγκες του επιδίκου με τη φορτηγίδα ...
μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου ...) προς 472,50 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 189.005,67 δολαρίων ΗΠΑ, 399,897 μετρικούς τόνους καυσίμου πετρελαίου ...) προς 483 δολάρια ο μετρικός τόνος, αξίας 193.150,25 δολαρίων ΗΠΑ καθώς και 49,976 ... προς 673 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 33.633,85 δολαρίων ΗΠΑ. Την παραλαβή των καυσίμων πιστοποίησε ο πλοίαρχος του πλοίου, θέτοντας ανεπιφύλακτα την υπογραφή και τη σφραγίδα του πλοίου επί των σχετικών δελτίων παράδοσης και στη συνέχεια η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’ αριθμ....
από 9-12-2009 τιμολόγιο, ποσού 415.789,77 δολαρίων ΗΠΑ, 5) στις 2-1-2010 η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο Γιβραλτάρ για τις ανάγκες του επιδίκου πλοίου με τη φορτηγίδα ... μετρικούς τόνους ...)προς 447 δολάρια ΗΠΑ ο μετρικός τόνος, αξίας 268.245,15 δολαρίων Η.Π.Α, Την παραλαβή των καυσίμων πιστοποίησε ο α’ μηχανικός του πλοίου, θέτοντας ανεπιφύλακτα την υπογραφή και τη σφραγίδα του πλοίου επί των σχετικών δελτίων παράδοσης και στη συνέχεια η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’ αριθμ....
από 12-1-2010 τιμολόγιο, ποσού 268.245,15 δολαρίων ΗΠΑ. Σε όλα τα ανωτέρω τιμολόγια αναγραφόταν ότι το οφειλόμενο ποσό καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό 30 ημέρες από την ημερομηνία παραδόσεως, η εξόφληση θα λάμβανε χώρα με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρείται στο Κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Αθήνα και ότι εφαρμοστέο δίκαιο για τις συμβάσεις πώλησης είναι το αιγυπτιακό δίκαιο.
Εξάλλου, απεδείχθη ότι η πρώτη εναγομένη δεν κατέβαλε το οφειλόμενο τίμημα για τις ανωτέρω πέντε πωλήσεις καυσίμων, με αποτέλεσμα να οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.633.147,09 δολαρίων ΗΠΑ (267.481,25 + 350.098,06 + 331.532,86 + 415.789,77 + 268.245,15) ... Περαιτέρω, η δεύτερη εναγομένη με το δεύτερο λόγο έφεσης της ισχυρίζεται ότι ορθά η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ως εφαρμοστέο το αγγλικό δίκαιο στο θέμα της υπεγγυότητας του πλοίου για την ευθύνη της δεύτερης εναγομένης και η συναφθείσα ναύλωση μεταξύ των δύο εναγομένων υπήρξε κατά το αγγλικό δίκαιο μη γυμνή ναύλωση, όμως εσφαλμένα εφάρμοσε το αγγλικό δίκαιο κρίνοντας ότι το πλοίο είναι υπέγγυο για τις οφειλές της ναυλώτριας, αφού σύμφωνα με την ορθή εφαρμογή του αγγλικού δικαίου το πλοίο είναι υπέγγυο μόνο στην περίπτωση γυμνής ναύλωσης και μόνο όταν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής βρίσκεται σε ισχύ η σχετική σύμβαση ναύλωσης.
Ο λόγος αυτός έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, καθόσον εφαρμοστέο δίκαιο στην προκείμενη περίπτωση είναι μεν το αγγλικό, ως το δίκαιο που επέλεξαν με ρητή συμφωνία τους οι εναγόμενες και δεν αμφισβητείται από την β’ εναγομένη, όμως στην προκείμενη περίπτωση ορθά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του αγγλικού δικαίου, καθόσον, αφενός προβλέπεται η υπεγγυότητα του πλοίου σε περίπτωση μη γυμνής ναύλωσης, αφετέρου η ισχύς της σύμβασης ναύλωσης κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν είναι πάντοτε προϋπόθεση της υπεγγυότητας του πλοίου, ιδίως σε περίπτωση ναύλωσης πλοίου μη γυμνού.
Πιο συγκεκριμένα στο αγγλικό δίκαιο όσον αφορά το θέμα της υπεγγυότητας του πλοίου δεν υπάρχει η έννοια του "εφοπλιστή" (ως του προσώπου που εκμεταλλεύεται το πλοίο αντί του ιδιοκτήτη του), αλλά υπάρχει η έννοια της αγωγής in rem, δηλαδή αγωγής που δεν στρέφεται κατά προσώπου, αλλά κατά του ίδιου του πλοίου και δίδεται για κάθε απαίτηση που αφορά το πλοίο ανεξάρτητα από το ποιος έχει την εκμετάλλευση του πλοίου, ήτοι ο ναυλωτής (ναύλωση πλοίου γυμνού) ή ο πλοιοκτήτης (ναύλωση πλοίου μη γυμνού Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει υπεγγυότητα του πλοίου για τις οφειλές της εναγομένης, αφού η επίδικη απαίτηση προήλθε από προμήθεια καυσίμων, η ναύλωση είναι μη γυμνή (το πλήρωμα επελέγη από τον πλοιοκτήτη που βαρυνόταν με τη μισθοδοσία γεγονός άλλωστε που συνομολογεί η δεύτερη εναγομένη), η πρώτη εναγομένη-παραγγέλνοντας καύσιμα στην ενάγουσα εμφανίστηκε ως αντιπρόσωπος της β’ εναγομένης, αφού ουδέποτε δήλωσε ρητά προς την ενάγουσα ότι ενεργεί για δικό της λογαριασμό, ενώ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής η β’ εναγομένη ήταν κυρία του επιδίκου πλοίου.
Επιπλέον σχετικά με την αντιπροσώπευση της β’ εναγομένης από την α’ εναγομένη, ρητά κατέθεσε ο εξετασθείς μάρτυς της ενάγουσας ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την κυρία βάση της με την οποία εισάγεται πραγματοπαγής αγωγή (actio in rem) κατά της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, είναι βάσιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις του εφαρμοζομένου αγγλικού δικαίου, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, ενώ απέρριψε και την έφεση της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε ασκηθεί επικουρικά, υπό την αίρεση παραδοχής της πρώτης έφεσης.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ως άνω διατάξεις της παραγράφου 21(4) του ..., όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην ανωτέρω σχετική νομική σκέψη. Τούτο διότι δεν θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η εν λόγω πραγματοπαγής αγωγή, αφού, όπως προεκτέθηκε, in rem αγωγή για καύσιμα πλοίου και λοιπά εφόδια κατά πλοίου μη ανήκοντος στον οφειλέτη της αξίωσης συγχωρείται μόνο εφόσον το πλοίο τελεί υπό καθεστώς γυμνής ναύλωσης και επί πλέον κατά το χρόνο, που ασκείται η κατά του πλοίου αγωγή, η επ’ αυτού γυμνή ναύλωση εξακολουθεί να ισχύει.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση έγινε δεκτό από την αναιρεσιβαλλόμενη ότι η επίδικη ναύλωση (που καταρτίσθηκε την 28.7.2007 για χρονική περίοδο 24 μηνών, η δε ένδικη αγωγή κατατέθηκε την 1.3.2011 μετά τη λήξη της) ήταν μη γυμνή.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με βάση τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, προκειμένου να ακολουθήσει και η έρευνα της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής που δεν εξετάσθηκε από το Εφετείο. Επίσης, πρέπει, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), η δε δικαστική δαπάνη να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2015 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας ασκήθηκε επικουρικά, υπό την αίρεση ότι θα γίνει δεκτή η ως άνω αντίθετη αίτηση αναίρεσης της εναγομένης, με αίτημα να αναιρεθεί και η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου η δική της αντίθετη από 15.1.2014 επικουρική έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Ως έννομο συμφέρον επικαλείται ότι, αν δεν αναιρεθεί η διάταξη αυτή της προσβαλλόμενης, το Εφετείο, επανεξετάζοντας την έφεση της εναγομένης δεν θα μπορέσει να επανεξετάσει και τη δική της έφεση. Ωστόσο, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι υπό τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν, δεν δικαιολογείται το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την άσκησή της.
Τούτο διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την κατά τα ανωτέρω παραδοχή της αίτησης αναίρεσης της εναγομένης και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή θα αναβιώσει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση και αγωγή).
Ειδικότερα, θα αναβιώσει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής επικουρική έφεση της αναιρεσείουσας, η οποία δεν εξετάστηκε ως άνευ αντικειμένου, θα κριθεί πάλι από το Εφετείο σε συνάρτηση με την έφεση της αναιρεσίβλητης. Άλλωστε, κατά της διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η (επικουρική) έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου, δεν παρέχεται η νομική δυνατότητα προβολής κάποιου από τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επίσης, πρέπει, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), η δε δικαστική δαπάνη να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ ως ανωτέρω.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 107/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Αυγούστου 2015 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... S.A" για αναίρεση της υπ’ αριθ. 107/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "..." του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτή και την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "... SA".
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ