Legislator Case Law & Legislation
1529/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's refusal to dismiss property possession claim due to failure to consider evidence.

Case Number 1529/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1, X2, and X3 against the Larissa Court of Appeal's decision rejecting their claim for possession of a property. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific documentary evidence and witness testimony submitted during the trial. The court ruled that the appellate judgment explicitly stated it had examined all evidence, making the omission claim inadmissible under Greek civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 984, 989 of the Civil Code; Articles 335, 338-340, 559 of the Code of Civil Procedure: A party cannot successfully appeal on the ground that the court of first instance failed to consider evidence if the final judgment explicitly confirms that all submitted evidence was duly examined and weighed.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evidence consideration property possession appellate review civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 984, 989 of the Civil Code
Articles 335, 338-340 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1529 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1529/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, συζ. Χ2, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκου .... Η 1η και 2ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σφυρή και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φλώρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 444/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 23-3-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 εδάφ. α' και 989 εδάφ. α' ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος οπυ διαταράσσεται παράνομα και χωρίς τη θέληση του στην άσκηση της νομής του επί του πράγματος, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την παύση της διατάραξης και την παράλειψη αυτής στο μέλλον. Διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει και όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά προς στήριξη της αγωγής, ανταγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης ή αντέστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη αγωγή περί διαταράξεως της νομής επί των επιδίκων ήδη ακινήτων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο Ε παππούς του ενάγοντος, κάτοικος εν ζωή ..., είχε όσο ζούσε στην αποκλειστική νομή και κατοχή του:

α)ένα οικόπεδο εμβαδού 1.397 τ.μ. που βρίσκεται εντός του οικισμού του Δ.Δ...., το οποίο συνορεύει με ιδιοκτησία ..., δυτικά με δημόσιο δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία ... και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων ... και β)ένα οικόπεδο, εμβαδού 1.652 τ.μ. που βρίσκεται εντός του οικισμού του Δ.Δ...., το οποίο συνορεύει ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με ιδιοκτησία ..., βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων ...

και νότια με δημοτική οδό. Δυνάμει άτυπης δωρεάς, η οποία έλαβε χώρα πριν από τον επισυμβάντα το έτος 1968 θάνατο του, ο ως άνω Ε μεταβίβασε τη νομή των προαναφερομένων ακινήτων στον υιό του Ρ, θείο του ενάγοντος, ο οποίος έκτοτε και μέχρι το θάνατό του που επισυνέβη στις 7-8-2004 ασκούσε επί αμφοτέρων των ως άνω ακινήτων όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και το σκοπό τους πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου.

Ειδικότερα, το πρώτο των ως άνω ακινήτων το περιέφραξε με σίτα, και το χρησιμοποιούσε μέχρι το θάνατό του για τη βοσκή των ζώων του. Το δεύτερο τω ως άνω ακινήτων το περιέφραξε, το περιποιόταν και ανήγειρε επ' αυτού, με δικές του δαπάνες, οικία εμβαδού 74,69 τ.μ., με βάση την με αριθμ. ... άδεια οικοδομής της Νομαρχίας Καρδίτσας η οποία εκδόθηκε στο όνομα του ιδίου και του πατέρα του ενάγοντος (βλ.

την ανωτέρω άδεια οικοδομής), στην οποία και κατοικούσε μέχρι το χρόνο του θανάτου του. Επίσης, εντός του εν λόγω οικοπέδου κατασκεύασε και αποθήκη εμφαδού 65 τετρ. μ., στην οποία τοποθετούσε ζωοτροφές και πλησίον αυτής κατασκεύασε μαντρί στο οποίο σταύλιζε τα ζώα του. Το ότι ο Ρ ήταν νομέας των ανωτέρω ακινήτων κατά το χρόνο του θανάτου προκύπτει από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του μάρτυρα του ενάγοντος, αδελφού του ανωτέρω αποβιώσαντος.

Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε μεταξύ μεταξύ άλλων και τα εξής: "... Ο Ρ εκμεταλλευόταν τα δύο οικόπεδα... Είχε αυτά τα δύο οικόπεδα ανέκαθεν, ... Το σπίτι είναι καινούργιο το έκανε ο Ρ το 1994 με χρήματα δικά του... Το οικόπεδο που δεν έχει τίποτα μέσα... Ο Ρ το είχε βοσκοτόπι και το είχε φραγμένο... Μέχρι που πέθανε ο Ρ, δεν μπήκε μέσα κανένας...

Το οικόπεδο ήταν φραγμένο με σίτα και το συντηρούσε ο Ρ. Αρχικά το πατρικό σπίτι ήταν πλίθινο, έπεσε και έκτισε μετά καινούργιο ο Ρ... Μέσα στο οικόπεδο υπάρχει και μια αποθήκη, η οποία κτίστηκε πριν το 1993. Ο Ρ πήρε δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα και την έκτισε, έβαζε μέσα ζωοτροφές. Δίπλα είχε και μαντρί.

Εκεί έμεινε με τη γυναίκα του, είχε αγελάδες και κότες...". Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω Ρ με την με αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του η οποία συνετάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Φανής Καλλίρη-Αποστόλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα με αριθμ. 1163/4-4-2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλιπε στον ενάγοντα τα πιο πάνω ακίνητα, ο δε τελευταίος νέμεται και κατέχει αυτά προθέσει κληρονόμου με διάνοια κυρίου ήδη από τις 7-8-2004 οπότε απεβίωσε ο εν λόγω δικαιοπάροχός του.

Ειδικότερα ο ενάγων από την ως άνω χρονολογία μεταβαίνει με την οικογένεια του στα ανωτέρω ακίνητα, τα επιβλέπει, διαμένει στην ανωτέρω οικία και επιμελείται για την καθαριότητά της. Ακόμη αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι οι οποίοι διαμένουν στη ..., τον Νοέμβριο του έτους 2004 μετέβησαν στο ... όπου βρίσκονται τα εν λόγω ακίνητα και προέβησαν σε άρρωση του πρώτου ως άνω οικοπέδου και σε αντικατάσταση της κλειδαριάς της πόρτας εισόδου της οικίας που βρίσκεται στο δεύτερο ως άνω οικόπεδο, παράνομα και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος.

Επίσης στις 24-5-2005 οι εναγόμενοι μετέβησαν στην ως άνω οικία και αφού παραβίασαν την μπαλκονόπορτα εισήλθαν σ' αυτή, στη συνέχεια δε μετέβησαν στο δεύτερο ως άνω ακίνητο και αντικατέστησαν την κλειδαριά της πόρτας εισόδου αυτού, παράνομα και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος. Με τις ανωτέρω ενέργειες οι εναγόμενοι προσέβαλαν με διατάραξη την άσκηση της νομής του ενάγοντος παράνομα και χωρίς τη θέληση αυτού.

Οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκαν: 1)ότι το πρώτο ως άνω ακίνητο ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της πρώτης εξ αυτών, περιήλθε δε σ' αυτή δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Καρδίτσας Αθηνάς Μίστρα-Δημουλά που μεταγράφηκε νόμιμα και έκτοτε η ίδια το νέμεται και το κατέχει συνεχώς και 2)ότι ο δεύτερο ως άνω ακίνητο ανήκει στην συγκυριότητα και συννομή της πρώτης εξ αυτών (εναγομένων) κατά ποσοστό 94/256 εξ αδιαιρέτου, περιήλθε δε σ' αυτή κατά μεν ποσοστό 24/256 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1968 πατρός της την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε κατά το ως άνω ποσοστό δυνάμει της με αριθμ. ...

δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Αθηνάς Μίστρα-Δημουλά, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά δε ποσοστό 3/326 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της αποβιωσάσης το έτος 1981 αδελφής της Τ την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε δυνάμει της με αριθμ. ... δηλώσεως αποδοχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα και τέλος κατά ποσοστό 67/256 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του με αριθμ. ...συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι έκτοτε η ίδια (πρώτη εναγομένη) νέμεται το ανωτέρω ακίνητο κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί περί ιδίας κυριότητας στα επίδικα ακίνητα δεν μπορούν να προταθούν, σύμφωνα με το άρθρο 991 Α.Κ., σε δίκη περί νομής όπως εν προκειμένω, αφού το επικαλούμενο δικαίωμα της κυριότητας της πρώτης εναγομένης δεν έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ'αυτήν και τον ενάγοντα, ενώ σχετικά με τη δική της νομή που έχει δικαίωμα να αντιτάξει ως αιτιολογημένη άρνηση κατά της αγωγής νομής, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου Ρ ασκούσε επί των επιδίκων ακινήτων οποιαδήποτε διακατοχική πράξη με διάνοια κυρίου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση των εναγομένων - αναιρεσειόντων, έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός παραπονέθηκε για την εν μέρει παραδοχή της αγωγής του από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δέχθηκε την αγωγή του, στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι στη νομή των επιδίκων, από το έτος 1968, ότι ο δικαιοπάροχός του, Ε, την μεταβίβασε ατύπως, μέχρι του κατά την 7-8-2004 επισυμβάντος θανάτου του, βρισκόταν ο υιός του Ρ και έκτοτε (7-8-2004) ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, στον οποίο ο Ρ κατέλιπε αυτά (επίδικα) με την ... δημόσια διαθήκη του, η οποία συνετάγη ενώπιον της Συμ/φου Κρωπίας Φανής Καλλίρη - Αποστόλου.

Ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) νεμόταν αυτά, μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2004, ότε οι εναγόμενιο, χωρίς να ασκούν οποιαδήποτε πράξη νομής στα επίδικα, κατά το χρόνο θανάτου του Ρ (7-8-2004), αυθαίρετα, προέβησαν σε άρρωστη του πρώτου και αντικατέστησαν την κλειδαριά της θύρας εισόδου της οικίας που βρίσκεται στο δεύτερο, ενώ στις 24-5-2005 εισήλθαν στην ως άνω οικία και αντικατέστησαν την κλειδαριά της εισόδου του δευτέρου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν στη νομή των επιδίκων στις 7-8-2004 και μέχρι του ως άνω χρόνου, οπότε διαταράχθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την ενάσκησή της σ' αυτά, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση, προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με τα αναγκαία για την απόρριψη της αγωγής περιστατικά, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1)την ...

οικοδομική άδεια της πολεοδομίας της Νομαρχίας ..., για την εκτέλεση εργασιών περίφραξης, 2)την ... εξοφλητική απόδειξη της ..., 3)την . εξοφλητική απόδειξη της... Ο.Ε., 4)την από 3-3-1990 απόδειξη του τεχνίτη ... και 5)την από 17-11-1989 σύμβαση του ΟΤΕ και τις σχετικές αποδείξεις πληρωμών για τηλεφωνική σύνδεση και β)την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα τους ....

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθώς και τις μαρτυρικές καταθέσεις, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.

Η περιλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αιτίαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο θεώρησε περισσότερο αξιόπιστη την κατάθεση της μάρτυρα αναιρεσιβλήτου απ' αυτή του μάρτυρα των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτη, διότι ο λόγος αναίρεσης (από τον αριθ. 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ) ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμά κάποιο αποδεικτικό μέσο, ως περισσότερο αξιόπιστο από ένα άλλο ή εσφαλμένως αποδίδει σ' αυτό αποδεικτική αξία, κατά την συναγωγή των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Οκτωβρίου 2008 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της 444/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ