Supreme Court quashes appeal judgment for failing to award interest from the due date of monthly payments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the Court of Appeal's decision regarding interest on unpaid marriage benefits, night work, and Sunday work payments. The appellant argued that interest should run from the end of each month when wages were due, while the lower court only awarded interest from the date of the lawsuit. The court ruled that the lower court violated substantive law by ignoring the statutory due date for monthly payments, thereby ordering the case to be retried with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 655, 341, 345 of the Civil Code; Article 246 of the Code of Civil Procedure: When wages are due monthly, interest for delay must be calculated from the last day of the month in which the work was performed, not from the date of the lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1529 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1529/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιάννη.
Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Φλίνου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2801/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6322/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη με την από 21-12-2004 αίτησή της και η αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα με την από 20-12-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 27-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α) την παραδοχή του δεύτερου λόγου και την απόρριψη των άλλων λόγων της από 21-12-2004 αίτησης αναίρεσης και β) την παραδοχή της από 20-12-2004 (αντίθετης) αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της από 21-12-2004 αίτησης και την απόρριψη της από 20-12-2004 αντίθετης αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή οι κρινόμενες, από 21.12.2004 και 20.12.2004, αντίθετες, αιτήσεις περί αναιρέσεως της ίδιας, υπ' αριθ. 6322/2004, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α. Επί της αιτήσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕ»Επειδή με την παρ. 2 της με αριθμό 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1, του ν. 435/1976 ορίζεται, ότι «εις τους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου, χορηγείται επίδομα γάμου εκ 5%», το οποίο «υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου, του οριζομένου υπό της εκάστοτε εν ισχύει οικείας συλλογικής συμβάσεως, αποφάσεως διαιτησίας ή άλλης διατάξεως».
Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 16 του ν. 435/1976 θεσπίστηκε, ότι η παραπάνω κυρούμενη διάταξη «δύναται να τροποποιείται και συμπληρούται ή να καταργείται δια συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αποφάσεων διαιτησίας και υπουργικών αποφάσεων κατά την διαδικασία του ν. 3239/1955». Περαιτέρω, με το άρθρο 4 της από 10.3.1989 ΕΓΣΣΕ, που, ύστερα από την 12756/1989 ΑΥ Εργασίας, νομίμως δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Β΄ 213/23.3.1989), σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, χορηγείται επίδομα γάμου σε ποσοστό 10%, ορίσθηκε δε ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 2 της 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, με το άρθρο 16 του ν. 435/1976.
Τέλος, κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 1849/1989 «του προβλεπόμενου από την ΕΓΣΣΕ επιδόματος γάμου δικαιούχοι είναι και οι άγαμοι γονείς, καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι, από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου», δηλαδή από 8.5.1989. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι του επιδόματος γάμου, ανερχόμενου σε ποσοστό 10% επί του κατώτατου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου, δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς, αρκεί να το ζητήσουν ύστερα από τις 8.5.1989, τούτο δε ισχύει επί παντός μισθωτού του ιδιωτικού τομέα (ΑΠ 21-22/2000).
Εξάλλου, με την από 26.3.2000 ΣΣΕ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τεχνικών Τύπου – μελών της Ενώσεως Τεχνικών Ημερήσιου και Περιοδικού Τύπου Αθηνών, που απασχολούνται σε εφημερίδες – μέλη της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών», στην οποία υπάγονται και οι εργαζόμενοι στις εν λόγω εφημερίδες με την ειδικότητα του σελιδοποιού, καθορίστηκαν οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί των εργαζομένων αυτών για το έτος 2000, αναλόγως αν οι μισθωτοί εργάζονται σε πρωινές εφημερίδες ή σε εφημερίδες, στις οποίες η εργασία των τεχνικών αρχίζει μετά την 6η πρωινή ή στις λοιπές απογευματινές εφημερίδες.
Με το άρθρο 3 της ΣΣΕ αυτής ορίστηκε, ότι οι πιο πάνω μηνιαίοι μισθοί προσαυξάνονται με επίδομα γάμου 10%, ανεξαρτήτως από το αν ο άλλος σύζυγος εργάζεται ή συνταξιοδοτείται. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει μεν ότι του καθοριζόμενου με αυτή ποσοστιαίου επιδόματος γάμου δικαιούνται οι έγγαμοι γονείς τεχνικοί τύπου, που εργάζονται σε πρωινές ή απογευματινές εφημερίδες των Αθηνών, όμως του ίδιου αυτού επιδόματος δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς τεχνικοί τύπου, εφόσον το ζήτησαν μετά τις 5.8.1989, βάσει της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 1849/1989, που σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, εφαρμόζεται επί παντός μισθωτού του ιδιωτικού τομέα, άρα και στους άνω τεχνικούς τύπου και, εφόσον είναι ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο της αντίστοιχης άνω διατάξεως της ΣΣΕ, επικρατεί αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα. Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εταιρία την 7.7.1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και εργάστηκε στην εκδιδομένη από την τελευταία απογευματινή εφημερίδα ως σελιδοποιός μέχρι της 16.1.2001, που η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση.
Η αναιρεσίβλητη είναι άγαμη μητέρα και το γεγονός αυτό γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα με την από 28.7.1998 αίτηση προσλήψεώς της, αλλά η τελευταία δεν της κατέβαλε το επίδομα γάμου για τους μήνες Ιανουάριο έως και Μάρτιο 2000. Επομένως, καταλήγει το δικαστήριο, η αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν. 1849/1989 δικαιούται, για κάθε ένα από τους τρεις αυτούς μήνες, του ποσοστιαίου επιδόματος γάμου 10% επί του καθοριζόμενου από την ΣΣΕ της 28.3.2000 μηνιαίου μισθού της εκ 344.500 δρχ., το οποίο έτσι ανέρχεται σε 34.450 δρχ., κατά το βάσιμο αγωγικό αίτημα.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για το επίδομα γάμου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ως πράγματα, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Υπό την έννοια αυτή πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος. Αλλά, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται μόνο αν ο ισχυρισμός, που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια επίδραση δεν ασκεί ο μη νόμιμος ισχυρισμός και συνεπώς η μη απάντηση σ' αυτόν δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως (Ολ.
ΑΠ 2/2001 και 14/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο αγνόησε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, που είχε προταθεί πρωτοδίκως και παραδεκτώς επαναφέρθηκε σ' αυτό. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσειούσης διαλάμβανε τα ακόλουθα:
«Επειδή η αγωγή της αντιδίκου είναι καταχρηστική, υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη, καθώς και οι εν γένει συνθήκες εργασίας της ήταν απολύτως ευνοϊκές, υπήρξε από την αρχή κατανόηση για το γεγονός ότι ήταν μητέρα ενός μικρού παιδιού και για το λόγο αυτό υπήρξε μια σχετική ελαστικότητα στο ωράριό της, μόλις ζήτησε αλλαγή θέσης η αίτησή της έγινε δεκτή, παρόλο που αυτό αποτελούσε βάρος για εμάς, καθώς δεν είχε καθόλου εμπειρία στην καινούρια της θέση και ουσιαστικά ήταν μαθητευόμενη.
Όπως αποδείχθηκε δε από τα προαναφερθέντα, οι απολαβές της υπερέβαιναν το βασικό μισθό, που θέτει κάθε φορά η σχετική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ο οποίος αφενός μεν προβλέπεται για περισσότερες ώρες από αυτές, που εργαζόταν η ενάγουσα, αφετέρου δε αφορά επαγγελματίες και όχι ανειδίκευτους μαθητευόμενους.
Επιπλέον, το θέμα των αποδοχών, δηλαδή το ενιαίο ποσό που περιλαμβάνει όλα τα επιμέρους επιδόματα είχε από την αρχή τεθεί στην αντίδικο και η ίδια είχε συμφωνήσει…». Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο, έλαβε υπόψη την επικαλούμενη με την πιο πάνω ένσταση συμφωνία των διαδίκων οι καταβαλλόμενες υπέρτερες αμοιβές της αναιρεσίβλητης να καλύπτουν όλα τα επιδόματα, που αυτή δικαιούται, μεταξύ των οποίων και το άνω επίδομα άγαμης μητέρας, την οποία, συμφωνία, και αυτοτελώς είχε επικαλεστεί η αναιρεσείουσα εταιρία, και την έκρινε νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και αφήρεσε από την απαίτηση της αναιρεσίβλητης τη διαφορά μεταξύ των νόμιμων και καταβληθεισών υπέρτερων αποδοχών της.
Τα υπόλοιπα, όμως, πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, προς στήριξη της ανωτέρω ενστάσεώς της, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος για το επίδομα τούτο καταχρηστική, ως μη υπερβαίνουσα προφανώς, με βάση τα περιστατικά αυτά, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του Α.Κ.
Επομένως, η ανωτέρω ένσταση είναι μη νόμιμη και το Εφετείο, που παρέλειψε ν' απαντήσει επ' αυτής δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο ίδιος άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αγνόησε την παραδεκτώς προταθείσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση εξοφλήσεως της αγωγικής απαιτήσεως είναι απορριπτέος, καθόσον αφορά το ίδιο άνω επίδομα της αναιρεσίβλητης, ως αόριστος, αφού δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά, που φέρονται ότι συγκροτούν την ένσταση αυτή και προτάθηκαν στο Εφετείο, προκειμένου να κριθεί η ένσταση αυτή.
Επειδή ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδείξεων, που δεν προσκομίστηκαν, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), που δήθεν περιέχεται στις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ πραγματικά δεν υπήρχε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία με τις προτάσεις της ενώπιον του9 πρωτόδικου δικαστηρίου και ενώπιόν του «…… συνομολογεί ότι η ενάγουσα εργάστηκε έξι ημέρες την εβδομάδα, πλην Σαββάτου, από ώρας 18.30' μέχρι 01.00', πλην για την Παρασκευή ισχυρίζεται, ότι η ενάγουσα εργαζόταν από 15.30' έως 21.00 …..», καθώς και ότι «συνομολογείται από τους διαδίκους ο χρόνος απασχολήσεως της ενάγουσας των έξι ωρών, που υπερβαίνει τις πέντε ώρες κάθε Κυριακής και αργίας ……..».
Δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ομολογεί τον αγωγικό ισχυρισμό, ότι η αναιρεσίβλητη εργάστηκε τις πέντε από τις έξι ημέρες της εβδομάδας, που απασχολήθηκε, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι Κυριακές και οι αργίες, από ώρας 18.30 έως 01.00, ήτοι επί τρεις ώρες μετά τις 22.00 και έξι συνολικά ώρες (μετ' αφαίρεση της μισής ώρας διακοπής) κάθε Κυριακή και αργία, με βάση δε τις παραδοχές αυτές, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη για κάθε ώρα της νυκτερινής αυτής εργασίας της προσαύξηση του ωρομισθίου της κατά 25% και για την εργασία της τις Κυριακές και αργίες ολόκληρη την προσαύξηση 75% επί του 1/25 του νόμιμου μισθού της.
Όπως προκύπτει από τις προτάσεις, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτές η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται αναφορικά με τις ημέρες και ώρες απασχολήσεως της αναιρεσίβλητης, αρχικώς μεν ότι «……. Η συμφωνία μεταξύ μας ήταν να εργάζεται έξι ημέρες την εβδομάδα, πλην Σαββάτου, και συγκεκριμένα κατά τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Κυριακή από τις 18.30 μέχρι τη 1.00', ενώ την Παρασκευή από τις 15.30 έως τις 22.00' ……..», στη συνέχεια δε ότι «……..
αποδείχθηκε ότι επειδή κατόπιν συμφωνίας μας με την εφημερίδα «......» η εκδιδομένη από εμάς εφημερίδα έπρεπε να έχει παραδοθεί μέχρι τις 23.00' και συνεπώς να είναι έτοιμη από τις 21.00' – 22.00' οι εργαζόμενοι απασχολούνταν ουσιαστικά μέχρι την ώρα εκείνη και πολύ σπάνια χρειάστηκε να εργαστεί κάποιος λίγη ώρα αργότερα, πολύ δε περισσότερο η αντίδικος, η οποία ως ανύπανδρη γυναίκα με ανήλικο παιδί τύγχανε ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τους συναδέλφους και τον προϊστάμενό της ……..».
Από τους παραπάνω ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης προκύπτει, ότι αυτή, αρχικώς, ομολογεί τον αγωγικό ισχυρισμό όσον αφορά τη συμφωνία της με την αναιρεσίβλητη για το ωράριο εργασίας της τελευταίας κατά τις πέντε ημέρες της εβδομάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η Κυριακή, αλλά στη συνέχεια αρνείται αιτιολογημένα την τήρηση της συμφωνίας αυτής, ως μη αποδειχθείσα από τις αποδείξεις, διατεινόμενη ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν πραγματικά έως την ώρα 22.00 κάθε ημέρα.
Επομένως, από τις προτάσεις της αναιρεσειούσης δεν προκύπτει σαφής ομολογία αυτής για τον πιο πάνω ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί πραγματοποιήσεως από αυτή κατά το ένδικο χρονικό διάστημα τρεις ώρες νυκτερινής εργασίας, από 22.00 έως 01.00, και έξι ώρες συνολικά κάθε Κυριακή και αργία και άλλη καθημερινή ημέρα, πλην Σαββάτου και Παρασκευής.
Συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας, που έλαβε υπόψη το ανωτέρω ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο και επ' αυτού στήριξε την κρίση του για την επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη των νόμιμων προσαυξήσεων των αποδοχών της για την εν λόγω νυκτερινή εργασία και την εργασία της τις Κυριακές και αργίες, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Β. Επί της αιτήσεως της .... Επειδή, κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός απ΄ αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.
Εξάλλου, ο μισθός κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν.3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποίαν οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθός υπό την έννοια των εν λόγω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρες αργίας και για νυκτερινή εργασία, καθώς και το προβλεπόμενο από το νόμο μηνιαίο επίδομα γάμου.
Επομένως, για όλες τις ανωτέρω αμοιβές τάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 655 του ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής, έτσι ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος, κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ΑΚ, και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας, κατά το άρθρο 345 εδ.
α΄ του ΑΚ. Προκειμένου δε περί μισθωτού, αμειβόμενου με μηνιαίο μισθό, δήλη ημέρα καταβολής των παραπάνω απαιτήσεων είναι η τελευταία ημέρα του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επιμέρους εργασίες (Ολ. ΑΠ 40/2002).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αγωγής, επιδίκασε στην ενάγουσα επί του συνολικού ποσού των διαφορών μεταξύ καταβλητέων και καταβληθεισών απαιτήσεων για επίδομα γάμου, νυκτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, που υποχρέωσε την εργοδότρια αναιρεσίβλητη εταιρεία να της καταβάλει, νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Όπως όμως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, που επιτρεπτώς επισκοπεί το δικαστήριο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα ζήτησε με αυτή την επιδίκαση τόκων κυρίως από τη δήλη ημέρα καταβολής της κάθε άνω παροχής, που ήταν, ενόψει του ότι αυτή αμειβόταν κατά μήνα, το τέλος κάθε ένδικου μήνα, και επικουρικώς από την επίδοση της αγωγής.
Επομένως το Εφετείο, δια της παραδοχής του επικουρικού αυτού αιτήματος, απέρριψε σιωπηρώς το κύριο αγωγικό αίτημα για επιδίκαση τόκων υπερημερίας. Με την κρίση του αυτή, το δικαστήριο παραβίασε τους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς είναι βάσιμος ο μοναδικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 380 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για την παρούσα δίκη πρέπει να συμψηφιστούν ολικά λόγω της κατ' ίσο μέρος νίκης και ήττας εκάστου κατ' άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 21.12.2004 και 20.12.2004, αντίθετες αιτήσεις της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕ» και της ...... .
Αναιρεί την αριθ. 6322/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την αναιρούμενη απόφαση.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ