Supreme Court dismisses appeal on contract damages claim, citing lack of evidence and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court of Evia regarding a contract dispute over warehouse damages. The appellants argued that the lower court erred in assessing evidence and failed to address specific documents, while the respondent maintained the original judgment was correct. The court rejected these claims, ruling that the appeal lacked substantive grounds and the lower court did not distort the evidence as alleged.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(2) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court will not re-examine evidence assessments unless the lower court distorted the facts, and appeals without other grounds for review must be dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1528 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1528/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. συζύγου Γ. Δ., το γένος Π. Τ., κατοίκου ... και 2) Ν. Δ. του Γ. συζύγου D. M., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Τιτίκα Νικέα - Μουράτογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Θ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καμμένο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 89/2015 μη οριστική και 16/2017 οριστική του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 702/2019 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 16/2017 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτείτο όμως από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 257/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διαδικαστική πορεία της δίκης έχει ως εξής: Οι αναιρεσείουσες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών την από 18-12-2008 αγωγή τους σε βάρος του εφεσιβλήτου, με την οποία ζητούσαν, με βάση τις διατάξεις από την μεταξύ τους σύμβαση έργου και τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην πρώτη εξ αυτών τα αναφερόμενα ποσά για διαφυγόντα κέρδη από απώλεια μισθωμάτων της αναφερόμενης αποθήκης, για τις αναφερόμενες δαπάνες επί του ακινήτου αυτού και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και στη δεύτερη εξ αυτών τα αναφερόμενα ποσά για δαπάνες ανακατασκευής της ένδικης αποθήκης, για έκδοση πολεοδομικής άδειας, για υποβολή αίτησης αναθεώρησης οικοδομικής άδειας και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 44/2014 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγουσες άσκησαν την από 13-11-2014 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθ. 89/2015 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αποχής του Προέδρου και διατάχθηκε η επανάληψη της δίκης, και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 16/2017 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγουσες - εκκαλούσες άσκησαν την από 2-10-2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 702/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, λόγω μη λήψης υπόψη της αναφερόμενης ένορκης βεβαίωσης και η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Ακολούθως, με την από 22-10-2019 κλήση των εναγουσών η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση στη δικάσιμο της 6-5-2020, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την υπ' αριθ. 58/2020 πράξη του Προέδρου Εφετών Ευβοίας για τη δικάσιμο της 18-9-2020, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 257/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο απέρριψε την έφεση των εναγουσών.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγουσες - εκκαλούσες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία ζητείται μεν κατά το αιτητικό της η αναίρεση της πρώτης ως άνω υπ' αριθ. 16/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, όμως από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου, και ιδίως από την ρητή αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού, η αίτηση στρέφεται κατά της τελευταίας υπ' αριθ. 257/2020 τελεσίδικης απόφασης, που εκδόθηκε μετ' αναίρεση της υπ' αριθ. 16/2017 τελεσίδικης απόφασης του ως άνω δικαστηρίου.
Περαιτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που εισάγεται προς συζήτηση με την από 15-5-2023 κλήση των αναιρεσειουσών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552,ω553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενός του, που καλείται εργοδότης [κύριος του έργου], να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου.
Περαιτέρω, στο άρθρο 698 ΑΚ ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο εργολάβος φέρει τον κίνδυνο του έργου εωσότου γίνει η παράδοσή του. Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή, αυτός φέρει τον κίνδυνο. Ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής και χειροτέρευσης του υλικού που είχε δώσει". Έτσι, αν πριν από την παράδοση του έργου η καταστροφή ή η χειροτέρευση του έργου οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου [δηλαδή σε υπαίτια αδυναμία παροχής], εφαρμογή έχει το άρθρο 382 ΑΚ, ενώ αν πρόκειται για ανυπαίτια αδυναμία παροχής, εφαρμογή έχει το άρθρο 380 ΑΚ.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των 330, 335, 336, 380, 382, 904 ΑΚ, προκύπτει ότι στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, δηλαδή σ' αυτές που δημιουργούνται υποχρεώσεις και αντίστοιχα δικαιώματα εις βάρος και των δύο συμβαλλομένων, αν η παροχή του ενός είναι ή έγινε αδύνατη από γεγονός, για το οποίο αυτός υπέχει ευθύνη, μπορεί ο άλλος είτε να επικαλεστεί τα δικαιώματα του άρθρου 380 ΑΚ και να απαλλαγεί από την υποχρέωση να καταβάλει την αντιπαροχή του ή, αν τυχόν την κατέβαλε, να την αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είτε να ζητήσει αποζημίωση είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 691 ΑΚ, το δικαίωμα υπαναχώρησης ο εργοδότης δεν το έχει, ούτε γενικότερα άλλο δικαίωμα για ελλείψεις του έργου, αν είναι υπαίτιος γι' αυτές, είτε εξαιτίας των οδηγιών που έδωσε παρά τις ρητές αντιρρήσεις του εργολάβου είτε κατ' άλλο τρόπο. Ο αντιρρήσεις δηλαδή του εργολάβου αποτελούν την προϋπόθεση για την υπαιτιότητα του εργοδότη και πρέπει αυτές να είναι ρητές και σαφείς. Αν αντίθετα ο εργολάβος δεν αντιλέγει στις οδηγίες του εργοδότη ή προβάλλει αντιρρήσεις αόριστες ή ασαφείς, διατηρείται η ευθύνη του εργολάβου για ελλείψεις του έργου, γεγονός που σημαίνει ότι μόνο μετά τη διατύπωση συγκεκριμένων αντιρρήσεων από τον εργολάβο και την εμμονή του εργοδότη στην τήρηση των οδηγιών του, υποχρεούται πλέον ο εργολάβος να συμμορφωθεί με τις οδηγίες αυτές, οπότε και εκλείπει η όποια ευθύνη του [ΑΠ 1591/2022].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται [ολΑΠ 12/2016, ΑΠ 110/2023].
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Μ. συζ. Γ. Δ., το γένος Π. Τ. και η Ν. Δ. του Γ. τυγχάνουν επικαρπώτρια η πρώτη (1η) και ψιλή κυρία η δεύτερη (2η) από αυτές, αντίστοιχα, ενός παλαιού λιθόκτιστου κτίσματος παραλληλογράμμου σχήματος κατά την κάτοψη της αποθήκη, έκτασης 250 τ.μ.
με τον περιβάλλοντα αυτής χώρο, που βρίσκεται στην Οινόη Βοιωτίας έναντι του σιδηροδρομικού σταθμού αυτής στη θέση "Μεγάλη Λάκα".... Πρόκειται για κτίσμα λιθόκτιστο κεραμοσκεπές, διαστάσεων 10 x 25 μ., επιφάνειας 250 τ.μ. και ύψους 4,00 περίπου μέτρων χωρίς τη στέγη, ήταν δε πεπαλαιωμένο, ασυντήρητο και εγκαταλελειμμένο κτίσμα αποθηκευτικής χρήσης χωρίς δάπεδο, αλλά με χώμα και υψομετρική διαφορά εβδομήντα (70) περίπου εκατοστών μεταξύ των δύο απέναντι πλευρών της.
Η δομική μορφή των φερόντων τοίχων συνίσταται από φυσική λιθοδομή, πλακοειδούς χωρικού τύπου, με συνδετικό υλικό χώμα και διάσπαρτα στη μάζα του τοίχου διαμήκη ξύλινα στοιχεία εν είδη σενάζ, τα οποία είχαν υποστεί αποσύνθεση. Ο στατικός φορέας της σκεπής του αποτελείται από ξύλινα ζευκτά, διαβρωμένα και αυτά λόγω παλαιότητας με επικάλυψη κυματοειδή φύλλα ελλενίτ, όπως προκύπτει από την από 17-12-2004 απόφαση Επιτροπής Επικινδύνως Ετοιμόρροπων Οικοδομών.
Στο επίδικο κτίσμα δεν είχαν διενεργηθεί εργασίες συντήρησης εκτός από εργασίες αντικατάστασης με κυματοειδή φύλλα ελλενίτ ενός τμήματος της κεραμοσκεπής, που είχε καταστραφεί. Οι ενάγουσες εκδήλωσαν το ενδιαφέρον να προβούν στην οικονομική εκμετάλλευση αυτού με την εκμίσθωση της χρήσης του σε τρίτους μετά την αποχώρηση του προηγούμενου μισθωτή.
Προς τούτο και για διευκόλυνση της, η πρώτη (1η) ενάγουσα παρέδωσε το κλειδί αυτής στο Γ. Δ. του Θ. (εναγόμενο), προκειμένου ο τελευταίος να προβαίνει σε επίδειξη της αποθήκης σε οποιονδήποτε τρίτο, που ενδιαφερόταν να μισθώσει τη χρήση αυτής, δεδομένου ότι o εναγόμενος γνώριζε από την παιδική του ηλικία τον προηγούμενο ιδιοκτήτη και πατέρα της πρώτης (1ης) ενάγουσας, καθώς ήταν ιδιοκτήτες όμορων ιδιοκτησιών.
Ωστόσο, κατά τη χρονική περίοδο 2001-2003, δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από τρίτο πρόσωπο για τη μίσθωση του εν λόγω κτίσματος εξαιτίας της κακής κατάστασης, στην οποία βρισκόταν, γεγονός, που συνομολογεί η πρώτη (1η) ενάγουσα στην από 20-09-2001 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 6784/2001 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "ΑΓΚΡΟΖΑ Ε.Π.Ε.", που είχε προβεί σε μίσθωση της χρήσης αυτής.
Χαρακτηριστικά, αυτή εκθέτει στην αγωγή της σε βάρος της τελευταίας Ε.Π.Ε. ".........Έτσι, είναι αδύνατο να εκμισθώσω το μίσθιο χώρο. Η κατάσταση της αποθήκης είναι τέτοια, που αποκλείει οιαδήποτε χρήση πριν επισκευαστεί αύτη, η δε επισκευή της είναι πλέον δαπανηρή ... που στοίχισαν 140.000 δραχμές και αποδείχθηκαν άσκοπες λόγω της ακαταλληλότητας της αποθήκης εξ αιτίας φθορών της".
Προς τούτο έλαβε την απόφαση να προβεί σε εργασίες αναπαλαίωσης - ανακαίνισης του εν λόγω κτίσματος, προκειμένου να είναι κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί όχι μόνον ως αποθήκη άλλα για περισσότερες επιτρεπόμενες χρήσεις (κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, ειδών κιγκαλερίας, χρωμάτων, αντιπροσωπεία μηχανημάτων, έκθεση οποιασδήποτε χρήσης, με δυνατότητα προσθήκης στοιχείων (παταριού, θερμάνσεως κλπ) ανάλογα με τις ανάγκες του μέλλοντος να προβεί σε μίσθωση της χρήσης αυτού ενοικιαστή) και απευθύνθηκε στον εναγόμενο ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός, δραστηριοποιούμενος στην οικεία περιοχή και στον τομέα οικοδομικών εργασιών, με την ιδιότητα του ως εργολάβος, να της υποβάλλει προσφορά σχετικά με το κόστος διενέργειας των οικοδομικών εργασιών, ενεργώντας και για λογαριασμό της δεύτερης (2ης) ενάγουσας θυγατέρας της.
Στα πλαίσια αυτά απέστειλε στον εναγόμενο την από 13 Φεβρουάριου 2003 επιστολή της, με την οποία πρόβλεψε τις παρακάτω εργασίες: 1. Επισκευή τοίχων και αντισεισμική θωράκιση του κτιρίου. Εάν οι τοίχοι αποκλίνουν να επισκευασθούν (ενέσεις τσιμεντοκονιάσματος, κοιλοδοκοί μεταλλικοί). 2. Αρμολόγηση της πέτρας εξωτερικά και ίσως και εσωτερικά, καθώς ο σοβάς είναι κακοφτιαγμένος και σε κακή κατάσταση.
Εάν είναι καλύτερο να γίνει σοβάς, το κόστος του σοβά και βαψίματος. 3. Περιμετρικός φυσικός φωτισμός/αερισμός με τζάμια ύψους 80 εκ. περίπου πάνω από τον τοίχο και ακριβώς κάτω από τη στέγη. 4. Σιδερένιοι πάσσαλοι ασφάλειας στα τζάμια έκτος εάν τα σίδερα είναι ενσωματωμένα στο γυαλί, που είναι προτιμότερο γιατί δίδει την εντύπωση του παλαιού.
Δηλαδή, το γυαλί να είναι κατσαρό σε μικρά μεταλλικά τετράγωνα. 5. Νέα στέγη από κεραμίδι όπως το υπάρχον Νέα ξύλα η μεταλλικά κεκλιμένα δοκάρια ώστε να αυξηθεί το εσωτερικό ύψος του κτιρίου, αντί ζευκτών. 6. Θερμομόνωση της στέγης. 7. Υποδομή για κλιματισμό, χωρίς όμως τις μονάδες κλιματισμού. 8. Μπετόν δαπέδου η άλλο υλικό δαπέδου πλαστικό η κεραμικό. 9.
Ηλεκτρικός φωτισμός εσωτερικός και εξωτερικός, πρίζες. 10. Διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου με πλάκες εξωτερικών χωρών. 11. Περίφραξη. 12. Ξύλινη κεντρική πόρτα κατάλληλη για την ηλικία και στυλ του κτιρίου. 13. Μια τουαλέτα και Βόθρος. Την 18.3.2003, ο εναγόμενος απέστειλε στη πρώτη (1 η) ενάγουσα την παρακάτω ανυπόγραφη προσφορά του για την επισκευή της αποθήκης: 1.
Επισκευή βορεινού πέτρινου τοίχου = 1.000.000 δρχ, 2. Αρμολόγηση πέτρας εξωτερικά - 1.000.000 δρχ, 3. Επένδυση τοίχων εσωτερικά με γυψοσανίδα (330 τ.μ. * 4,00 δρχ/τ.μ.)= 1.320.000 δρχ, 4. Βάψιμο εσωτερικών τοίχων ή γυψοσανίδας - 825.000 δρχ, 5. Περιμετρικός φωτισμός (παράθυρα σιδερένια) 36 * 30.000= 1.080.000 δρχ, 6. Νέα στέγη σιδερένια - 250 τ.μ, * 25000 δρχ/τ.μ. = 6.250.000 δρχ, 7.
Θερμομόνωση στέγης = 250 τ.μ. * 5000 δρχ/ τ.μ. = 1.250.000 δρχ, 8. Ψευδοροφή κρεμαστή από στέγη - 250 τ.μ, * 7000 δρχ/τ.μ, = 1.750.000 δρχ, 9. Υδροοές περιμετρικές της στέγης 70 μ * 9(ΚΚ) δρχ/τ.μ.= 630.000 δρχ,- 10. Μπετόν δαπέδου και λείανση αυτού χρώματος κόκκινου ή πράσινου = 250 τ.μ * 6000 δρχ/τ.μ = 1.500.000 δρχ, 11. Τουαλέτα, νεροχύτη κουζίνας, και βόθρος = 1.500.000 δρχ, 12.
Πόρτα σιδερένια εισόδου = 16 τ.μ. * 35.000 δρχ / τ.μ = 560.000 δρχ, 13. ΙΚΑ εργατοτεχνιτών - 1.150.000 δρχ, 14. Οικοδομική άδεια= 700.000 δρχ, Σύνολο 20.515.000 δρχ. Συμπληρωματικές εργασίες: 15. Ηλεκτροφωτισμός και υποδομή κλιματισμού ανάλογα με τη μελέτη, 16. Περίφραξη με συρματό πλεγμα ύψους 1,80 μ = 6.000 δρχ/ μμ, 17. Διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου και πλακόστρωση - 10.000 δρχ / τ.μ.
Αντί των κεραμιδιών και μόνωσης μπορεί να τοποθετηθεί με τα ίδια χρήματα θερμομονωπκό πανέλλο πολυουρεθάνης πάχους 5 εκατοστών και χρώματος της αρεσκείας της πρώτης ενάγουσας. Στη συνέχεια, η πρώτη (1 η) ενάγουσα, με την από 2.4.2003 επιστολή της, επιβεβαίωσε τις τηλεφωνικές συνομιλίες της με τον εναγόμενο, στις 21 ης Μαρτίου και της 31 Μαρτίου του έτους 2003, αντίστοιχα, στον οποίο απέστειλε και τα σχέδια την 22α Μαρτίου του έτους 2003.
Ακολούθως, τον ευχαρίστησε για τη βοήθειά του για όλες τις εργασίες, που ανέφερε στην από 13.02.2003 επιστολή της. Έδωσε δε εντολή σε αυτόν να υποβάλλει αίτηση για την έκδοση οικοδομικής άδειας, αφού κάνει το σχεδίασμα της στέγης, ζητώντας αντίγραφο του σχεδίου. Δεχόμενη δε ότι η όλη διαδικασία καθυστερούσε από τη μεριά της, ζήτησε να επισπευσθεί η διαδικασία, πρότεινε δε οι τιμές του προϋπολογισμού να περιλαμβάνουν επίβλεψη και όπου υπάρχει παρέκκλιση θα υπολογίζεται η τιμή χωριστά.
Παράθυρα πόρτες κ.λ.π. θα επιλεγούν με την άφιξή της στην Ελλάδα, αφού δει τα υλικά. Για Ψευδοροφή, γυψοσανίδα κλπ θα αποφασίσει αργότερα εάν θα χρησιμοποιηθούν και πως θα είναι. Περαιτέρω, σημείωσε ότι την απασχολεί πολύ: (α) η αντισεισμική θωράκιση του κτιρίου, σε όλη την περίμετρο υποθεμελίωση, σενάζ στην κορυφή των τοίχων, ελκυστήρες, τσιμεντοενέσεις, ωραίο αρμολόγημα, και ζήτησε πιστοποιητικό, για να μπορέσει να ασφαλίσει το κτίριο κατά σεισμών.
Θα προτιμούσε η σκεπή να γίνει, όπως στο αρχιτεκτονικό σχέδιο, όχι με πασσάλους στο πάτωμα, (β) η αισθητική εμφάνιση του κτιρίου και αρμονία με το στυλ και την ηλικία του, (γ) η σειρά των εργασιών να είναι τέτοια που οι αργότερες εργασίες να μην βλάπτουν τις προηγούμενες. Στη συνέχεια, μετά την από 29.5.2003 αίτηση της δεύτερης ενάγουσας και ενέργειες του εναγομένου, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 131/2003 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Θηβών για αντικατάσταση στέγης υπάρχοντος και αλλαγή χρήσης του κτίσματος από αποθήκη σε κατάστημα, ενώ ορίστηκε επιβλέπων μηχανικός ο εναγόμενος.
Στο μεταξύ, την 20 η Μαΐου του έτους 2003, η πρώτη (1η) ενάγουσα κατέθεσε το χρηματικό ποσό των χιλίων δέκα (1.010,00) Ευρώ (Ε) για την έκδοση της άδειας αυτής. Ακολούθως, την 2.9.2003, ο εναγόμενος υπέβαλε νέα προσφορά στην πρώτη (1 η) ενάγουσα για την επισκευή της αποθήκης, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να γίνουν οι παρακάτω εργασίες: (1) Αποξήλωση παλαιάς στέγης και κατασκευή νέας τετράριχτης στέγης με μεταλλικό φορέα, ξύλινο πέτσωμα, ασφαλτόπανο, μόνωση πάχους 5 εκατοστά και κεραμίδια ρωμαϊκού τύπου με προεξοχή 0,50 μ.
περιμετρικά του κτιρίου= 28,000 Ευρώ (Ε), Αποξύλωση κεκλιμένων τοίχων και επανακατασκευή αυτών = 90,00 Ευρώ (Ε) το τετραγωνικό μέτρο, σενάζ μπετόν ύψους ενός μέτρου με επένδυση προς το έξω μέρος του κτιρίου = 90,00 ανά τρέχον μέτρο. Περιμετρικά παράθυρα αλουμινίου ύψους 0,80 μ. σταθερό με διπλά θερμό μονωτή τζάμια πάχους 5 χιλιοστών= 100,00 Ευρώ ανά τρέχον μέτρο.
Περιμετρικά παράθυρα αλουμινίου ύψους 0,80 μέτρων σταθερά με απλό τζάμι πάχους 5 χιλιοστών= 84,00 Ευρώ ανά τρέχον μέτρο. Για κάθε ανοιγόμενο παράθυρο από κάτω με μηχανισμό επιβάρυνση = 250 Ευρώ, και όλες οι παραπάνω εργασίες με ΦΠΑ 18%. Το μήνα Νοέμβριο του έτους 2003, καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης (1 ης) ενάγουσας και του εναγομένου σύμβαση έργου με αντικείμενο την αναπαλαίωση της επίδικης αποθήκης και ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να συνδέσει την αποθήκη με βιομηχανικό τριφασικό ρεύμα με έξοδα της πρώτης ενάγουσας και να συνδέσει την αποθήκη με την Εταιρεία Ύδρευσης Αποχέτευσης Πρωτεύουσας (Ε.Υ.Δ.Α.Π.) με δικά του χρήματα, τα οποία στη συνέχεια θα του κατέβαλε η ενάγουσα.
Συμφωνήθηκε να γίνουν οι παρακάτω εργασίες: (1) Αποξήλωση παλαιάς στέγης και κατασκευή νέας τετράριχτης στέγης με μεταλλικό φορέα, ξύλινο πέτσωμα, ασφαλτόπανο, θερμομόνωση πάχους 5 εκατοστά, τεγίδες και επιτεγίδες και κεραμίδια ρωμαϊκού τύπου με προεξοχή 0,50 μ, περιμετρικά του κτιρίου= 28,000 Ευρώ (Ε). Αποξήλωση όσο είναι αναγκαίο της κεκλιμένης λιθοδομής και επανακατασκευή της ιδίας λιθοδομής = 90,00 Ευρώ (Ε) το τετραγωνικό μέτρο, σενάζ μπετόν ύψους ενός μέτρου με επένδυση προς το έξω μέρος του κτιρίου = 90,00 Ευρώ (Ε) ανά τρέχον μέτρο.
Περιμετρικά παράθυρα αλουμινίου ύψους 0,80 μ. σταθερό με διπλά θερμομονωτκά τζάμια πάχους 5 χιλιοστών = 100,00 Ευρώ ανά τρέχον μέτρο. Περιμετρικά παράθυρα αλουμινίου ύψους 0,80 μέτρων σταθερά με απλό τζάμι πάχους 5 χιλιοστών = 84,00 Ευρώ (Ε). Με την από 6.2.2004 επιστολή της προς τον εναγόμενο, η πρώτη (1 η) ενάγουσα αναφέρει ότι οι επισκευές στη τοιχοποιία είναι για λόγους ασφαλείας, καθώς θα ήταν επικίνδυνο από άποψη στατικότητας να στηριχτεί η νέα στέγη στους τοίχους, που απέκλιναν, και ζήτησε να εκδοθεί νέα άδεια οικοδομής.
Επίσης με την από 6.5.2004 επιστολή της στον εναγόμενο, αυτή αναφέρει ότι απέστειλε στον εναγόμενο το χρηματικό ποσό των 3. 414,61. Ευρώ (Ε) για την έκδοση οικοδομικής άδειας, χωρίς όμως να αποδεικνύεται το γεγονός της καταβολής του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού είτε διατραπεζικά είτε με καταβολή χρημάτων σε μετρητά, συνταχθείσας προς τούτο οποιασδήποτε απόδειξης.
Ακολούθως, προέκυψε ότι μετά τη συμφωνία για την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 και μέχρι τη διακοπή των εργασιών, κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2004 ο εναγόμενος συνεργάστηκε με το συγγενή των εναγουσών Πολιτικό- Μηχανικό Χ. Γ., τον οποίο όρισαν οι ίδιες ως συνεργάτη του, και ο οποίος μετά από αυτοψία στην επίδικη αποθήκη, το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003, σχεδίασε τον τρόπο κατασκευής της στέγης, του σενάζ, της τοιχοποιίας και των παραθύρων της.
Άλλωστε, με βάση τα δικά του σχέδια, άρχισαν και εκτελέστηκαν οι εργασίες μέχρι τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών από την Πολεοδομία, το μήνα Ιανουάριο του έτους 2004, στις οποίες περιλαμβανόταν η αποξήλωση της στέγης και μέρους των τοίχων.
Εξάλλου, από την από 06-01-2004 επιστολή της πρώτης (1ης) ενάγουσας δεν προκύπτει ούτε η κατηγορηματική απαγόρευση κατεδάφισης των τοίχων ούτε και η σύσταση για διακοπή των εργασιών, ενώ από τις φράσεις: "....αυτό αλλάζει τον προϋπολογισμό" και ".... Αν γκρεμισθεί μέχρι το έδαφος μπροστά, θα πρέπει να κάνουνε και θεμέλια;" καταδεικνύεται αφενός μεν η γνώση των εναγουσών αναφορικά με τις συγκεκριμένες εργασίες αφετέρου δε η βούλησή τους για τη διενέργεια τέτοιου είδους εργασιών, γεγονός, που καταδεικνύεται από την αναφορά της στην από 06.02.2004 επιστολή της προς τον εναγόμενο: "Σκέφτομαι τώρα ότι όταν καταλήξετε με τον Χ....", εννοώντας προφανώς το Μηχανικό Χ. Γ., αναφορά, που καταρρίπτει τους αγωγικούς ισχυρισμούς για μεταγενέστερη απασχόληση του Μηχανικού αυτού. Άλλωστε, η αποξήλωση της κεκλιμένης λιθοδομής συνέχεται αναγκαία με τις εργασίες αποξήλωσης της στέγης, που είχαν αποτελέσει αντικείμενο της σύμβασης έργου, σε κάθε περίπτωση το γεγονός της αποξήλωσης του βορεινού τοίχου άρχισε αλλά και το γεγονός της συνέχισης αυτής με δύο (2) μέτρα περίπου από τη σκεπή σε άλλους τοίχους είχαν περιέλθει σε γνώση της πρώτης (1ης) ενάγουσας, όπως συνάγεται από την από 06.01.2004 επιστολή της προς τον εναγόμενο.
Συνεπώς, από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003, οι ενάγουσες είχαν ενημερωθεί σχετικά με την εκτέλεση των εργασιών, που ζητούσαν να γίνουν, ότι δεν επαρκούσε η σχετικώς εκδοθείσα άδεια, αλλά ήταν αναγκαία η έκδοση σχετικής άδειας για ανακατασκευή της επίδικης αποθήκης, κάτι, όμως, που δεν μπορούσε να γίνει, αφού δεν είχε διευθετηθεί το θέμα των ορίων του οικοπέδου της αποθήκης με τις όμορες της επίδικης αποθήκης ιδιοκτησίες, με τους ιδιοκτήτες των οποίων οι ενάγουσες βρίσκονταν σε σχέση αντιδικίας, διαρκούσης αυτής της αντιδικίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός αποτρεπτικό της άμεσης επίσπευσης των εργασιών ανακαίνισης - αναστύλωσης της επίδικης αποθήκης, οπότε παρείχαν την εντολή στον εναγόμενο να προχωρήσει στην εκτέλεση των εργασιών στην αποθήκη με βάση την οικοδομική άδεια, που είχε εκδοθεί, και να αντιμετωπιστεί οποιοδήποτε πρόβλημα, το οποίο ενδεχόμενα προέκυπτε στο μέλλον με τον πλέον προσήκοντα τρόπο. Η μη αναφορά της συγκεκριμένης αυτής προφορικής συμφωνίας των διαδίκων στο αποσταλέν από τις ενάγουσες έγγραφο υπήρξε η αιτία, για την οποία ο εναγόμενος δεν το επέστρεψε υπογεγραμμένο στις τελευταίες.
Συνεπώς, προέκυψε υπέρβαση της εκδοθείσας άδειας οικοδομής από την πλευρά του εναγόμενου Μηχανικού, χωρίς ωστόσο το γεγονός της απαλλαγής των εναγουσών από την κατηγορία της αξιόποινης πράξης της αυθαίρετης δόμησης να ασκεί ουσιώδη επιρροή στη γνώση τους και ουσιαστικά να αναιρεί τη βούληση τους για πραγματοποίηση των εργασιών αυτών, για τις οποίες άλλωστε είχαν συμφέρον, επιθυμώντας την ολοκλήρωση των εργασιών αυτών, κωλυόμενες όμως ως προς την έκδοση της σχετικής άδειας λόγω διενέξεων τους με τους ιδιοκτήτες των όμορων ιδιοκτησιών.
Σε κάθε περίπτωση, ο εναγόμενος δεν θα είχε οποιοδήποτε λόγο να προβεί από μόνος του σε τέτοιου είδους εργασίες χωρίς την έγκριση αυτών από την πλευρά των εναγουσών και εν αγνοία τους. Επειδή όμως, η αποξήλωση των τοίχων του επίδικου κτίσματος δεν ήταν ενέργεια επιτρεπτή από την ως άνω 131/2003 άδεια οικοδομής, η Πολεοδομία Θηβών με το 34/2004 έγγραφό της διέταξε τη διακοπή των εργασιών, όπως προεκτέθηκε.
Μετά τη διακοπή των εργασιών με το από 26-1-2004 έγγραφο της Πολεοδομίας Θηβών, και μετά από σχετικές συνεννοήσεις του εναγομένου με τις ενάγουσες, αποφασίστηκε από τις εκκαλούσες - ενάγουσες να υποβληθεί αίτηση αναθεώρησης της οικοδομικής αδείας, που είχε εκδοθεί, στην οποία θα συμπεριλαμβανόταν προσθήκη παταριού για τη στατική ενίσχυση των κτιρίων στην περίπτωση προσθήκης, προκειμένου δηλαδή να καταστεί η αποθήκη, όπως σχεδίαζαν οι διάδικοι (βλ.
την από 6-2-2004 επιστολή). Με βάση αυτή τη συμφωνία, ο εναγόμενος συνέταξε τα σχετικά σχέδια και υπέβαλε αίτηση για αναθεώρηση της άδειας με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2004. Για την ενέργεια αυτή απαιτείτο το χρηματικό ποσό των 3.414,61 Ευρώ (Ε), ο δε εναγόμενος κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων το χρηματικό ποσό των 1.062,00 Ευρώ (Ε), ως προκαταβολή.
Όμως, οι ενάγουσες, θεωρώντας ότι ο εναγόμενος τις εξαπάτησε, με το να ζητήσει το χρηματικό ποσό των 3.414,61 Ευρώ (Ε) για την αναθεώρηση της άδειας, ενώ κατέβαλε μόνο το χρηματικό ποσό των 1.062,00 Ευρώ (Ε), ζήτησαν τη ποινική δίωξη για τη πράξη της απάτης, πράξη, για την οποία ο εναγόμενος στη συνέχεια αθωώθηκε με την υπ' αριθμόν 494/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, με το σκεπτικό ότι ο τελευταίος ενήργησε, στα πλαίσια της συμφωνίας των διαδίκων και δεν ζήτησε από τις ενάγουσες περισσότερα χρήματα για την 'αναθεώρηση της υπ' αριθμόν 131/2003 άδειας.
Ενώ αναμενόταν η αναθεώρηση της σχετικής άδειας η πρώτη (1η) ενάγουσα με τηλεφώνημά της περί τα τέλη Ιουνίου του έτους 2004, του γνωστοποίησε ότι δεν επιθυμούσε πλέον οποιαδήποτε συνεργασία μαζί του και ότι θα ανέθετε το θέμα σε Μηχανικούς από την Αθήνα, που τελούσαν σε γνώση του Γ.Ο.Κ.. Από τότε, ο εναγόμενος έπαυσε να ασχολείται με τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Ακολούθως, αυτός προέβη σε δήλωση παραίτησης του από την επίβλεψη της παραπάνω άδειας, ως επιβλέπων Μηχανικός, την 24η Σεπτεμβρίου του έτους 2004, με την αιτιολογία ότι η ιδιοκτήτρια δεν ενδιαφέρεται για την αναθεώρηση της άδειας, ώστε να ανακληθεί η διακοπή εργασιών και διότι με τις βροχοπτώσεις του χειμώνα υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης της τοιχοποιίας της οικοδομής.
Όμως, η δήλωση αυτή, κατά το μέρος, που απέδιδε στις ενάγουσες έλλειψη ενδιαφέροντος, δεν κρίνεται αληθής, αφού η πρώτη (1η) ενάγουσα υπέβαλε την από 04.10.2004 και υπ' αριθμόν ... αίτησή της προς την Πολεοδομία Θηβών με την οποία όρισε ως επιβλέποντες Μηχανικούς της Ε. Κ. και το Γ. Π.
Συνεπώς, ο εναγόμενος έπαυσε να έχει οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο κτίσμα, ενώ η δήλωση παραίτησής του δεν προκύπτει να συνδέεται με την από 17-12-2004 απόφαση της Επιτροπής Επικινδύνως Ετοιμόρροπων Οικοδομών της Πολεοδομίας Θηβών, με την οποία η επίδικη αποθήκη κρίθηκε, ως επικίνδυνα ετοιμόρροπη. Με την από 4.10.2004 με αριθμό πρωτοκόλλου ...
έγγραφό της ενώπιον της Πολεοδομίας Θηβών, η πρώτη (1η) όρισε επιβλέποντες τους Μηχανικούς Ε. Κ. και Γ. Π. και ζήτησε την αναθεώρηση της 131/2003 οικοδομικής άδειας, αίτηση, η οποία απορρίφθηκε μεταγενέστερα με το από 18.2.2005 έγγραφο της Πολεοδομίας Θηβών, σύμφωνα με το οποίο το κατεδαφισμένο τμήμα του κτιρίου δεν μπορεί να ανακατασκευαστεί στην ίδια θέση, διότι δεν πληρούνται οι πολεοδομικές διατάξεις, πολύ περισσότερο η προσθήκη, που ζητείται και ότι το υπόλοιπο 1/3 περίπου είναι "επικινδύνως ετοιμόρροπο, σύμφωνα με το κατωτέρω αναφερόμενο έγγραφο της Επιτροπής ετοιμόρροπων οικοδομών της Επαρχίας Θήβας.
Το έγγραφο αυτό εκδόθηκε κατόπιν της από 17.12.2004 αυτοψίας, που διενήργησε η Επιτροπή επικινδύνως ετοιμόρροπων οικοδομών της Επαρχίας Θήβας, όπως αυτή συγκροτήθηκε με την υπ' αριθμόν ...-2001 απόφαση Νομάρχη Βοιωτίας. Η συγκεκριμένη Επιτροπή εκτίμησε ότι το εν λόγω κτίριο, όπως περιγράφηκε και υφίσταται σήμερα, δεν είναι ικανό να παραλάβει και να φέρει με ασφάλεια για τους χρήστες του ή τους τυχόν ευρισκόμενους πλησίον του (κυρίως παιδιά) κανενός είδους φορτία ίδια ή κινητά πολύ περισσότερο δε αυτά, που προκύπτουν από φυσικά φαινόμενα και κυρίως το σεισμό, χαρακτηριζομένου για τους λόγους αυτούς ομόφωνα ως επικινδύνως ετοιμόρροπο.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι καταρχήν συμφωνία για την εκτέλεση των εργασιών, που είχαν προταθεί με το από 13-02-2003 έγγραφο των εναγουσών, δεν υπήρξε, πολύ δε περισσότερο δεν προέκυψε η παροχή σχετικής εντολής, δεδομένου ότι δεν υπογράφηκε οποιοδήποτε ιδιωτικό συμφωνητικό, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος της αποστολής σχετικού εγγράφου από την πλευρά των εναγουσών προς τον εναγόμενο σχετικά με το είδος και την περιγραφή των εργασιών, τις οποίες επιθυμούσαν αυτές να πραγματοποιηθούν.
Ωστόσο, αντίκειται στους κανόνες της κοινής λογικής και στα διδάγματα της κοινής πείρας, η έκδοση άδειας διενέργειας εργασιών και η μη διενέργεια εργασιών χωρίς την εναντίωση από την πλευρά των εναγουσών.
Εξάλλου, οι επιπρόσθετες αυτές εργασίες θα απαιτούσαν επιπλέον χρηματικά ποσά, τα οποία δεν είναι δυνατόν να καταβάλει εξ ιδίων ο εναγόμενος χωρίς να τα εισπράξει από τις ενάγουσες. Δηλαδή, ο ίδιος, κατά λογική αναγκαιότητα, δεν θα προέβαινε σε τέτοια δαπάνη εν αγνοία των εναγουσών και χωρίς προσδοκία κάλυψης αυτής από την πλευρά των εναγουσών.
Σχετικά με τα παραπάνω θέματα, η υπ' αριθμόν .../2015 ένορκη βεβαίωση της Ε. συζ. Κ. Χ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών την οποία προσκόμισαν με επίκληση οι ενάγουσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεν κρίνεται κατατοπιστική και ως τέτοια δεν θεωρείται ικανή και πρόσφορη για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών των εναγουσών.
Πλέον συγκεκριμένα, ως προς την κατάσταση του επίδικου κτίσματος μετά την παράδοση του από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "ΑΓΚΡΟΖΑ Ε.Π.Ε.", πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: μολονότι η μάρτυς βεβαιώνει ότι η ίδια ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγουσών και διαχειρίστρια εν τοις πράγμασι των υποθέσεων τους στην Ελλάδα, προκαλώντας την εντύπωση ότι έχει άμεση γνώση για τις υποθέσεις τους στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και η διαχείριση του επίδικου κτιρίου, στη συνέχεια αναφέρει ότι ούτε οι ενάγουσες ούτε η ίδια είχαν δει την κατάσταση του επίδικου κτιρίου, κάτι, που ανατρέπεται από τους αγωγικούς ισχυρισμούς της πρώτης (1ης) ενάγουσας στην αγωγή της σε βάρος της μέχρι τότε μισθώτριας Εταιρείας, στην οποία, όπως προεκτέθηκε, γίνεται λόγος για ακαταλληλότητα του επίδικου κτιρίου να μισθωθεί περαιτέρω σε τρίτους, και για το ασύμφορο της επισκευής αυτού.
Ακόμη περισσότερο, η ίδια προς το τέλος της εν λόγω ένορκης βεβαίωσής της εμπίπτει σε αντιφάσεις, αφού από τη μία πλευρά αναφέρει ότι "εάν ήταν ένα ερείπιο, όπως την περιγράφει ο κ. Δ. στα δικόγραφά του πως μπόρεσε ο μισθωτής και παρέμεινε εκεί 17 χρόνια;" και αμέσως μετά "Όταν την εγκατέλειψε είχε ανάγκη επισκευής, διότι ο μισθωτής δεν είχε τηρήσει τις από το μισθωτήριο συμβόλαιο υποχρεώσεις του για τη συντήρηση του κτιρίου".
Και τούτο πέραν της αόριστης αναφοράς της σε τι συνίστατο η αναγκαιότητα διενέργειας επισκευών στο επίδικο κτίριο. Επιπλέον, σε αυτήν παρατηρούνται αντιφάσεις, αφού από τη μία πλευρά κάνει λόγο για σύναψη συμβάσεων μίσθωσης από την ίδια, ενεργούσα ως αντιπρόσωπος της πρώτης (1ης) ενάγουσας στην ημεδαπή, και από την άλλη σχετικά με το επίδικο κτίσμα αναφέρει τα ακόλουθα: "...ούτε ο κ.
Δ. μας είχε ενημερώσει περί αυτής, αφού είχε τα κλειδιά και την διαφήμιζε με την ταμπέλλα του για την ενοικίαση δηλ. ότι χρειαζόταν καινούργια στέγη και επισκευή". Κατ' αυτό τον τρόπο, έστω και με τις προαναφερόμενες αντιφάσεις της, επιβεβαιώνει την ανάμειξη του εναγόμενου στα θέματα σχετικά με τη σύμβαση μίσθωσης και εν γένει οικονομικής εκμετάλλευσης αυτού, διευκολύνοντας την πρώτη (1 η) ενάγουσα.
Επιπλέον, όπως η ίδια κατέθεσε, σχετικά με την έγγραφη προσφορά από την πλευρά του εναγόμενου, αυτή αναφέρει ότι δεν έχει άμεση - προσωπική γνώση αλλά τη γνώση της για την ένδικη υπόθεση αντλεί από αφηγήσεις και διηγήσεις της πρώτης (1ης) ενάγουσας, ήτοι, αφηγηματικά: "όπως μου έχει η ίδια πει", ενώ σε άλλο σημείο επισημαίνει ότι στερείται των ειδικών γνώσεων επί τέτοιων θεμάτων (πολεοδομικών), ώστε να μπορεί να τις (στις ενάγουσες) παρείχε συμβουλές.
Ομοίως, σχετικά με το ζήτημα της καθαίρεσης της τοιχοποιίας, η ίδια δεν έχει άμεση προσωπική γνώση ("γνωρίζω από τις ενάγουσες"). Ως προς τη βούληση της πρώτης (1ης) ενάγουσας για ανακατασκευή της αποθήκης, η μάρτυς δεν συνεισφέρει ουσιαστικά στην απόδειξη της βασιμότητας των αγωγικών ισχυρισμών, καθώς πέραν της αναφοράς της για το ότι δεν άκουσε ποτέ την πρώτη (1η) ενάγουσα να κάνει λόγο για βούληση ανακατασκευής της αποθήκης, αφού το σημείο αυτό της υπ' αριθμόν .../2015 αποδυναμώνεται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και κατά κύριο λόγο οι επιστολές της πρώτης (1ης) ενάγουσας προς τον εναγόμενο, στις οποίες η τελευταία κάνει μνεία για εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, με βάση τα οποία το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε την κρίσιμη δικανική του πεποίθηση.
Κατά συνέπεια των παραπάνω, ο εναγόμενος δεν ευθύνεται είτε συμβατικά είτε αδικοπρακτικά, αφού δεν περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την παροχή του, κατά τρόπο, που να ενέχεται σε αποζημίωση των εναγουσών, αφού η καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση η μη ολοκλήρωση των εργασιών στην εκτέλεση των εργασιών οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο ο ίδιος δεν υπέχει ευθύνη, κατά κύριο λόγο, οφείλεται σε πρόβλημα στατικότητας του επίδικου κτιρίου, που αποτέλεσε διακωλυτικό γεγονός της συνέχισης των εργασιών (βλ.
σχετ. την από 13.02.2003 επιστολή της πρώτης (1ης) ενάγουσας, στην οποία γίνεται λόγος για αντισεισμική θωράκιση του κτιρίου και σε συνδυασμό με την από 02.04.2003 επιστολή της πρώτης (1ης) ενάγουσας, με την οποία ζήτησε και πάλι την αντισεισμική θωράκιση του κτιρίου). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη στις ίδιες παραδοχές αναφορικά με την άρση υπερημερίας του εναγόμενου- εφεσίβλητου και απέρριψε την ένδικη αγωγή, εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθμόν .../2015 ένορκη βεβαίωση της Ε.
συζ. Κ. Χ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο τούτο, κατά την εκδίκαση της υπό κρίση εφέσεως, δεν συνέβαλε ουσιαστικά στην απόδειξη της βασιμότητας των ισχυρισμών των εναγουσών, που έφεραν και το σχετικό βάρος απόδειξης, διαλαμβάνοντας την αναγκαία στην εκκαλούμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά τον προσήκοντα τρόπο, και δεν έσφαλε, παρά τον περί αντιθέτου λόγο της υπό κρίση εφέσεως, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και μη υπάρχοντος οποιουδήποτε άλλου λόγου για εξέταση, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 579 παρ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ., η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 691, 698, 380 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε διότι δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσείουσες είχαν ενημερωθεί από τον αναιρεσίβλητο για την κατάσταση του ακινήτου τους και είχαν συμφωνήσει μαζί του την πορεία των εργασιών που οδήγησε στο προαναφερόμενο αποτέλεσμα της αδυναμίας εκτέλεσης της αντιπαροχής του αναιρεσίβλητου εργολάβου, ενώ ακόμη κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η χρήση της επίδικης αποθήκης, χωρίς τις αναφερόμενες εργασίες ήταν αδύνατη, όπως αδύνατη ήταν και η επισκευή της χωρίς την κατεδάφιση των αναφερομένων μερών της. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται α] παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β] υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ] επέλευση ζημίας άλλου προσώπου [παθόντος] και δ] αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.
Για την κατάφαση της παρανομίας, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παραβίαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων [ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 346/2017].
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 15 και 17 του ν. 1337] 1983, 22 ν.1577/1985 [Γ.Ο.Κ.], 4 του α.ν. 4410/1908, όπως η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 651/1977, σαφώς συνάγονται, εκτός άλλων, και τα εξής: Ότι κάθε εργασία δόμησης, που επιτρέπεται να γίνει, υπό τις ισχύουσες διατάξεις, εντός οιουδήποτε οικισμού ή εκτός αυτού, πρέπει να μην εκτελείται άνευ αδείας της αρμοδίας Αρχής.
Κάθε δε εργασία δόμησης, που εκτελείται άνευ αδείας της αρμοδίας Αρχής, είναι αυθαίρετη. Ο χαρακτηρισμός κατασκευής ως αυθαίρετης, η επιβολή προστίμου και η κατεδάφιση αυτής γίνεται με απόφαση του προϊσταμένου της κατά τόπο αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής και ότι πλέον τούτων, ήτοι της επιβολής προστίμου και της κατεδάφισης της αυθαίρετης κατασκευής, επιβάλλονται και ποινικές κυρώσεις εις βάρος του ιδιοκτήτη και του εργολάβου οικοδομών, που ανέλαβε την εκτέλεση της αυθαίρετης κατασκευής.
Παρά τις ως άνω αυστηρές και διοικητικές κυρώσεις, που προβλέπονται για τα αυθαίρετα κτίσματα, ο νομοθέτης, με τις ως άνω διατάξεις, θέλησε να απαγορεύσει μόνο την παροχή του εργολάβου, ήτοι την κατασκευή του κτίσματος χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής και όχι και τη σύμβαση εργολαβίας, που καταρτίζεται μεταξύ του κυρίου του ακινήτου και του εργολάβου, για την κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος.
Δηλαδή, στην άνω περίπτωση η σύμβαση εργολαβίας είναι έγκυρη και έχει εφαρμογή και επ' αυτής η διάταξη του άρθρου 365 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 362 - 364 ΑΚ, στις οποίες παραπέμπει η ως άνω διάταξη. Ειδικότερα: 1] αν ο εργολάβος αγνοεί, ανυπαιτίως, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργολαβίας, ότι για την κατασκευή του κτίσματος, που ανέλαβε να ανεγείρει, χρειάζεται άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε αυτός [εργολάβος] απαλλάσσεται από την υποχρέωση, που πηγάζει από τη σύμβαση αυτή, 2] αν ο εργολάβος γνωρίζει ή υπαιτίως αγνοεί ότι για την εκτέλεση του ως άνω έργου χρειάζεται άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε υποχρεούται στο διαφέρον εκπλήρωσης, ήτοι σε αποζημίωση του εργοδότη για τη ζημία που έπαθε από τη μη εκπλήρωση της παροχής του [εργολάβου] και 3] αν η εκτέλεση του ως άνω έργου γίνεται χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, ήτοι παρέχεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει μειωμένη αποζημίωση ή να απαλλάξει εντελώς τον εργολάβο [ΑΠ 209/2023].
Στην περίπτωση, όμως, που και οι δύο συμβαλλόμενοι τελούσαν εν γνώσει της απαγόρευσης και ήθελαν, ακριβώς, υπόσχεση της απαγορευμένης παροχής, ως τοιαύτης, ήτοι απέβλεπαν και οι δύο, με τη σύμβαση αυτή, στην εν γνώσει τους εκτέλεση παρανόμως των οικοδομικών εργασιών, που συμφώνησαν να εκτελεσθούν χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι άκυρη και οι ως άνω σύμβαση εργολαβίας και όχι μόνο η παροχή του εργολάβου, για έλλειψη πρόθεσης παραγωγής εννόμου αποτελέσματος.
Εάν δε οι συμβαλλόμενοι έχουν εκπληρώσει τις παροχές τους, δικαιούνται να τις απαιτήσουν κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και μάλιστα για αιτία παράνομη, κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ. Ήτοι, ειδικότερα, ο μεν εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει την αμοιβή που κατέβαλε στον εργολάβο, ο δε εργολάβος δικαιούται να απαιτήσει, κατ' αναλογία αυτών που ισχύουν επί άκυρης σύμβασης εργασίας, μόνο την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης, από την εκτέλεση της ως άνω παράνομης παροχής του, η οποία [ωφέλεια] στη συγκεκριμένη περίπτωση θα συνίσταται στο χρηματικό ποσό, που θα δαπανούσε ο εργοδότης για την εκτέλεση του ίδιου ως άνω έργου, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο και με τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις, αν υπήρχε η άδεια της Πολεοδομικής Αρχής, για την εκτέλεση του ως άνω έργου και όχι με βάση τις διατάξεις περί μίσθωσης έργου [ΑΠ 209/2023, ΑΠ 1026/2019].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης [ολΑΠ 25/2003], όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι, αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης [ολΑΠ 14/2004]. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο [ΑΠ 440/2022].
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε,, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού [ολΑΠ 2/2019, ολΑΠ 8/2018, ΑΠ 673/2021].
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία]. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος [ολΑΠ 2/2019, ολΑΠ 8/2018, ΑΠ 673/2021].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα τον όρο της μεταξύ τους σύμβασης έργου για τήρηση των νόμων των σχετικών με την υπέρβαση της 131/2023 οικοδομικής άδειας της ένδικης αποθήκης, την εκτέλεση αυθαίρετων εργασιών στην αποθήκη και της συναφούς αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής και, σε κάθε περίπτωση, ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297, 298 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο ερεύνησε την βάση της ένδικης αγωγής από την αδικοπραξία και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν.
Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, διότι δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά και δη το ότι οι αναιρεσείουσες γνώριζαν για την επίδικη κατεδάφιση και συμφώνησαν σε αυτή, καθιστά σαφές το πόρισμα ότι δεν επρόκειτο περί αδικοπραξίας του εναγομένου εργολάβου, αλλά περί σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, που αποκλείει την αδικοπραξία, αφού τα πραγματικά περιστατικά τους ταυτίζονται.
Εξάλλου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές της, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκειες στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αναφέρονται στην συμφωνία των διαδίκων για την πρόοδο των εργασιών επισκευής της επίδικης αποθήκης. Επομένως, ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 8, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑK. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.
Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας.
Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.
Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του ΚΠολΔ, θα καθίστατο κενό γράμμα.
Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 ΚΠΔ), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.
Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης, απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα.
Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, ενώ στην πολιτική δίκη για την κατάφαση αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες.
Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.
Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:
α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.
Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1332/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και με τον τρόπο αυτό παραβίασε το υπέρ της πρώτης από αυτές τεκμήριο αθωότητας.
Ειδικότερα, ότι για το ποινικό αδίκημα της κατεδάφισης αποθήκης χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, που ταυτίζεται κατά τα πραγματικά περιστατικά του με την ένδικη αξίωση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, η πρώτη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώα με την υπ' αριθ. 2030/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θήβας.
Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις αθωωτικές παραδοχές της ποινικής απόφασης, αλλά αντίθετα απέρριψε την αγωγή, δεχόμενη ότι η πρώτη αναιρεσείουσα γνώριζε την αναφερόμενη παράνομη κατεδάφιση και συμφώνησε σ' αυτή, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και το υπέρ αυτής τεκμήριο αθωότητας.
Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός της ένδικης αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθόσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής της πρώτης ενάγουσας [τότε κατηγορουμένης] και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και χωρίς να αποφανθεί, άμεσα ή έμμεσα, για την ποινική ενοχή της, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εκ της ποινικής αθωωτική απόφασης παραγόμενου τεκμηρίου αθωότητάς της για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.
Επομένως, ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", κατά δε το άρθρο 581 παρ. 1 εδ.
α και 2 του ίδιου Κώδικα, "1. Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση... 2. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. β". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλει πλήρως και αναδρομικά την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο, εκτελεστότητα ή διαπλαστική ενέργεια, καθώς και παρεπόμενες και αντανακλαστικές ενέργειες για οποιοδήποτε ζήτημα κρίθηκε με αυτήν και οι διάδικοι, που μετείχαν επανέρχονται στην πριν από την έκδοσή της κατάσταση.
Συνακόλουθα, με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ως προς την οποία θα αποφανθεί πλέον το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την πρωτοβάθμια απόφαση είτε θα απορρίψει την έφεση και θα επικυρώσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις [ΑΠ 45/2022, ΑΠ 84/2017].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τος αριθμούς 8, 10 [και όχι από τον αρ. 9 που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες] και 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και έλαβε υπόψη παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα ότι στο Εφετείο που εξέδωσε την υπ' αριθ. 16/2017 τελεσίδικη απόφαση, η οποία αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 702/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος δεν είχε επαναφέρει νομότυπα τους αναφερόμενους ισχυρισμούς και δεν είχε προσκομίσει με επίκληση οποιοδήποτε έγγραφο.
Εν τούτοις ο Άρειος Πάγος, αντί να ερευνήσει τους σχετικούς λόγους του από 2-10-2017 αναιρετηρίου της πρώτης ως άνω αναιρεθείσας απόφασης, ερεύνησε τον τρίτο λόγο αναίρεσης για την μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου [ένορκης βεβαίωσης], τον έκανε δεκτό και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Κατά την περαιτέρω εκδίκαση όμως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε προτάσεις με τις οποίες επανέφερε πλέον νομίμως τους ισχυρισμούς του και προσκόμισε με επίκληση τα αποδεικτικά του μέσα, με συνέπεια αυτά να γίνουν δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κατόπιν έρευνας και λήψης υπόψη των αποδεικτικών αυτών μέσων να απορριφθεί η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τον τρόπο αυτό το Εφετείο χειροτέρευσε τη θέση των αναιρεσειουσών, αφού έπρεπε να δεχθεί ότι η επαναφορά των ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου και η προσκόμιση των εγγράφων του ήταν απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, μετά την αναίρεση της πρώτης ως άνω απόφασης, οι διάδικοι επανήλθαν στη θέση που ήταν πριν την έκδοση της απόφασης εκείνης και συνεπώς δικαιούνται να προβάλουν νέους ισχυρισμούς και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφορά δηλαδή ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιώδεις παραδεκτώς προταθέντες και νόμιμοι ισχυρισμού τους οποίους το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη [ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 31/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, αν και με την υπ' αριθ. 2030/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θήβας η πρώτη αναιρεσείουσα αθωώθηκε από την κατηγορία της κατεδάφισης αποθήκης χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι τελούσε σε γνώση της ανωτέρω πράξης ή είχε πρόθεση να προβεί σε αυτήν, δεδομένου ότι ο συγκατηγορούμενός της [αναιρεσίβλητος], ενήργησε αυτοβούλως και πέραν της εντολής της, εν τούτοις το Εφετείο εντελώς συμπερασματικά και αυθαίρετα, χωρίς προσφυγή σε οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, δέχθηκε ότι παρά το γεγονός της απαλλαγής των αναιρεσειουσών [και της δεύτερης αναιρεσείουσας που απαλλάχθηκε αν και δεν ήταν κατηγορουμένη] από την αξιόποινη πράξη της κατεδάφισης αποθήκης, οι αναιρεσείουσες γνώριζαν και συναίνεσαν στην κατεδάφιση αυτή.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομότυπα και το σύνολο των εγγράφων που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά, όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο [ολΑΠ 2/2008]. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ [ΑΠ 1332/2021, ΑΠ 612/2019, ΑΠ 516/2016].
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη την από 29-10-2013 ένορκη βεβαίωση του Γ. Δ., ενώπιον του επίτιμου προξένου του Μπέρμινχαμ.
Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση, διότι από τη βεβαίωση στο σκεπτικό, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την ως άνω ένορκη βεβαίωση, το γεγονός δε ότι ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ένορκη βεβαίωση της Ε.
Χ. [για την μη λήψη υπόψη της οποίας αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ' αριθ. 16/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, με την υπ' αριθ. 702/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση], ουδόλως σημαίνει ότι υπάρχουν αμφιβολίες για τη λήψη υπόψη της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, ενώ το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην ένορκη αυτή βεβαίωση την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ό λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά κατά νόμο ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα. Ως ισοδύναμο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια για αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 441 ΚΠολΔ [ΑΠ 110/2023, ΑΠ 1262/2018].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα ότι παραβίασε το δικαστικό τεκμήριο, που προκύπτει από την υπ' αριθ. 2030/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θήβας, με την οποία η πρώτη αναιρεσείουσα αθωώθηκε για την κατηγορία της αυθαίρετης δόμησης, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η ίδια [αλλά και η δεύτερη αναιρεσείουσα, που όμως δεν ήταν κατηγορουμένη στη δίκη εκείνη] τελούσε σε γνώση της ανωτέρω πράξης ή είχε πρόθεση να προβεί σ' αυτήν, δεδομένου ότι ο συγκατηγορούμενός της [αναιρεσίβλητος] ενήργησε αυτοβούλως και πέραν των εντολών της.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας ελεύθερα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, όλα τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο από αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε από το νόμο, αλλά εκτίμησε ανελέγκτως τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την προαναφερόμενη ποινική απόφαση.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει ον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφα με την έννοια αυτή τα διαδικαστικά, μεταξύ των οποίων, τα πρακτικά του δικαστηρίου κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο για την ένδικη διαφορά [ΑΠ 1332/2021], ούτε τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα βεβαιούμενα με όρκο από τον μάρτυρα [ΑΠ 704/2017], καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις των μαρτύρων στην ποινική δίκη [ΑΠ 1332/2021].
Αντίθετα, συνιστούν έγγραφα, κατά την παραπάνω έννοια, τα διαδικαστικά έγγραφα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους, που υπόκειται κατά την εκτίμησή του από το δικαστήριο της ουσίας στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και κυρίως οι αποφάσεις των ποινικών ή πολιτικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους και όχι ως προς το περιεχόμενο των διαλαμβανομένων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων και ομολογιών των διαδίκων [ΑΠ 1332/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 612/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 2030/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θήβας, με την οποία η πρώτη από αυτές κηρύχθηκε αθώα της αναφερόμενης αυθαίρετης κατεδάφισης αποθήκης, διότι δεν τελούσε εν γνώσει της ανωτέρω πράξης, στην οποία προέβη αυτοβούλως ο αναιρεσίβλητος και παραμορφώνοντας το περιεχόμενο αυτής δέχθηκε ότι το γεγονός της απαλλαγής της δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην γνώση της για την κατεδάφιση της αποθήκης, ενώ επιπλέον κατέστησε και τη δεύτερη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στη δίκη αυτή, ενώ δεν της είχε απαγγελθεί κατηγορία. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος γιατί υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβιάσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], ενώ, σε κάθε περίπτωση, ενόψει των εκτεθέντων και του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στήριξε το προαναφερόμενο πόρισμά του, που είναι αντίθετο με τις απόψεις των αναιρεσειουσών, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο φερόμενο ως παραμορφωμένο συγκεκριμένο έγγραφο.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, που ηττήθηκαν, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση [ολΑΠ 13/2004, ΑΠ 289/2020].
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες ζητούν με την αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να τους καταβάλει το ποσό των 843,40 ευρώ, το οποίο του κατέβαλαν εκούσια για τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούμενης απόφασης. Το αίτημα αυτό, όμως, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης είναι άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2021 αίτηση της Μ. Δ. και της Ν. Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 257/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ