Supreme Court allows appeal against divorce property division ruling due to legal vagueness in marital contribution assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' decision regarding marital property division. The lower court rejected the claim for the wife's contribution to the husband's assets, citing a lack of specific factual details in the complaint. The Court found this reasoning erroneous because the claim was sufficiently founded on the difference between initial and final marital wealth, requiring only specific factual descriptions rather than itemized transactions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1400 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A claim for the division of marital property based on actual contribution is valid if it establishes the difference between initial and final wealth, and rejection due to alleged vagueness constitutes a procedural error when the claim is factually grounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1528 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1528/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Ν. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ιωσηφέλλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδριανού Διακάτου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1884/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1640/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/9/2018 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 137/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 26-9-2018 κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, ύστερα από την υπ'αριθ.137/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ'εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στις 17-2-2020 κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως. Με την κρινόμενη από 26-9-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 1640/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την από 10-5-2016 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1884/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 17-2-2015 αγωγή της, για αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα του εναγομένου συζύγου της, ήδη αναιρεσσιβλήτου, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, δέχθηκε την έφεση, ακολούθως δε εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της από την πραγματική συμβολή ως μη νόμιμη, και την δέχθηκε εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη κατά την επικουρική της βάση από την τεκμαρτή συμβολή.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1566/2017, ΑΠ 1274/2007).
Από το ανωτέρω άρθρο 1400 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου.
Συνεπώς προϋποθέσεις αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα κατά τον πραγματικό υπολογισμό, είναι η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν (ΑΠ 1357/2015), η περιουσία δε του υπόχρεου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 825/2015).
Ως προς το στοιχείο της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνον στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (Α.Π. 1037/2017, Α.Π. 492/2017, Α.Π. 1899/2014, Α.Π. 1357/2015, Α.Π. 1223/2007, ΑΠ 546/2009). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. 'Ετσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ.Α.Π. 10/2011).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ως άνω αναιρετικό λόγο ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως νόμιμη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχωςε νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως μη νόμιμη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Α.Π.5/2020). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ.2 ΚΠολΔ).
ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ Α.Π. 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1530/2001, Α.Π.1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ Α.Π. 2/1989, Α.Π. 864/2003, Α.Π.1072/2005). 'Ετσι, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (Α.Π. 46/2020, Α.Π. 1935/2017, Α.Π.339/2017, Α.Π. 106/2015).
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 1306/2020, Α.Π. 18/2018).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος με το οποίο το Εφετείο, απέρριψε την αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα, κατά την κύρια βάση της πραγματικής συμβολής της ενάγουσας (πραγματικό υπολογισμό), λόγω νομικής αοριστίας, η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο την απέρριψε ως μη νόμιμη, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν και τα οποία αρκούσαν για τη θεμελίωσή της, στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 εδ.α' ΑΚ.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της από 17-2-2015 ένδικης αγωγής, προκύπτει, ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται με την κύρια βάση της αγωγή της α) ότι με τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο ) τέλεσε νόμιμο, πολιτικό, γάμο στις 18-7-1990, αλλά η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε την 1-9-2011, και συνεχίστηκε έκτοτε, συμπληρώθηκε δε η τριετία από της διαστάσεώς τους την 1-9-2014, β) ότι η περιουσία του εναγομένου, ο οποίος κατά την τέλεση του γάμου τους στερείτο περιουσίας, κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετίας από της διαστάσεώς τους, αυξήθηκε, με τα αναφερόμενα αναλυτικά στην αγωγή κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, και η αξία της, κατά το χρόνο συμπληρώσεως τριετίας από της διαστάσεως αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 224.301,50 ευρώ, γ) ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε και η ίδια κατά το ποσό των 178.400 ευρώ, ήτοι κατά ποσοστό-κατ'ορθό υπολογισμό-79,536%, συνισταμένη η συμβολή της, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά, με την παροχή κεφαλαίου από έσοδα από την εργασία της, με την παροχή στέγης και οικιακού εξοπλισμού (που αποτιμά χρηματικά), με την παροχή υπηρεσιών της, (τις αποτιμά χρηματικά), για την καλή λειτουργία του συζυγικού οίκου και προς τον ίδιο, καθ'υπέρβαση της υποχρέωσης συμβολής της στις οικογενειακές ανάγκες.
Κατόπιν τούτων η ενάγουσα ζητεί, κατά την κύρια βάση της αγωγής της, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 178.400 ευρώ ως πραγματική συμβολή της στα αποκτήματά του, κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασής τους, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής.
Υπό το ως άνω συνοπτικώς παρατιθέμενο περιεχόμενό της, η ένδικη αγωγή, της ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωση της αξίωσης της αναιρεσείουσας για τη συμμετοχή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασής τους, αποτελούμενης από τα λεπτομερώς αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία ως τελική περιουσία.
Ειδικότερα, κατά την κύρια βάση της, στην οποία η ενάγουσα - αναιρεσείουσα στηρίζει την αξίωσή της από τα αποκτήματα στον πραγματικό, με βάση τη συμβολή της στην επελθούσα κατά τη διάρκεια του γάμου και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασής τους εκτιθέμενη αύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου συζύγου της, υπολογισμό αυτής, είναι ορισμένη και νόμιμη, διότι αναφέρονται όλα τα αναγκαία κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 εδ.α' του Α.Κ.
για τη νόμιμη θεμελίωση της άνω αξίωσης της αναιρεσείουσας στοιχεία, και συγκεκριμένα η συμπλήρωση τριετούς διάστασης της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων και η αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, με προσδιορισμό αυτής (της περιουσίας), κατά αντικείμενο και αξία κατά το χρόνο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), η πραγματική συμβολή της ενάγουσας αναιρεσείουσας στην αύξηση αυτής της περιουσίας του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, με τον περιγραφόμενο τρόπο και αίτημα την επιδίκαση της πραγματικής αυτής συμβολής της, ποσού 178.400 ευρώ.
Από την παραδεκτή (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την κύρια βάση της αγωγής που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, παραγνωρίζοντας το άνω περιεχόμενό της, με βάση το οποίο θεμελιώνεται, κατά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 εδ.α' ΑΚ, αξίωση συμβολής της ενάγουσας, με πραγματικό υπολογισμό, στην τελική περιουσία του εναγομένου, κρίνοντας ως αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωσή της την αναφορά της συμβολής της, κατ'είδος και ποσό, διακριτά σε κάθε στοιχείο της τελικής περιουσίας, έκρινε ότι αυτή πάσχει νομικής αοριστίας ελλείψει παράθεσης τέτοιων περιστατικών, και μετά από παραδοχή της έφεσης και εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, αφού κράτησε και δίκασε επί της αγωγής, την απέρριψε, κατά την κύρια βάση της, ως νόμω αβάσιμη. 'Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, υπέπεσε στις αποδιδόμενες, με τον παραπάνω, από το άρθρο 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, πλημμέλειες.
Και τούτο διότι η περιγραφόμενη στο αγωγικό δικόγραφο, με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τελική περιουσία του εναγομένου-αναιρεσίβλητου, η αξία αυτής κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων και άσκησης της αγωγής, και η πραγματική συμβολή της ενάγουσας αναιρεσείουσας στην αύξηση αυτής της περιουσίας του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, με τον περιγραφόμενο τρόπο- ως αύξηση δε της περιουσίας νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου εναγομένου κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννήθηκε η αξίωση της ενάγουσας για συμμετοχή στα αποκτήματά του (τελική περιουσία)- με αίτημα την επιδίκαση της πραγματικής αυτής συμβολής της, ποσού 178.400 ευρώ, αρκούσαν για τη θεμελίωση της, ερειδόμενης στις προαναφερόμενες διατάξεις, κύριας βάσης της αγωγής, κατά τα ανωτέρω.
Το Εφετείο όμως τα παρέβλεψε και αξίωσε περισσότερα στοιχεία για την θεμελίωση της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας αναιρεσείουσας στην τελική περιουσία του υπόχρεου εναγομένου αναιρεσίβλητου κατά τη διάρκεια του γάμου τους και απέρριψε εσφαλμένως την αγωγή λόγω νομικής αοριστίας, υποπίπτοντας έτσι στις ως άνω πλημμέλειες και συνεπώς ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.
Πολ. Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθ.1640/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ